Γαλλία: Συμπεράσματα από τις εκλογές και οι ευθύνες της Αριστεράς

Γαλλία: Συμπεράσματα από τις εκλογές και οι ευθύνες της Αριστεράς

  • |

Για τους εργαζόμενους και τη νεολαία στη Γαλλία, την Ευρώπη αλλά και παγκόσμια, τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών της 10ης Απρίλη προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα.

Απογοήτευση που ο Εμμανουέλ Μακρόν και η Μαρίν Λεπέν, με ποσοστά 27,85% και 23,15% αντίστοιχα, κατάφεραν ξανά να περάσουν στον δεύτερο γύρο (θα διεξαχθεί στις 24/4), όπως και το 2017.

Ανησυχία από την οριακή δημοσκοπική διαφορά τους στον δεύτερο γύρο (σ.σ. ως τη στιγμή που γράφεται το άρθρο, 15/4) και τη μεγαλύτερη, αυτή τη φορά, πιθανότητα η Μ. Λεπέν να γίνει η πρώτη ακροδεξιά πρόεδρος της χώρας.

Χριστίνα Ζιάκκα

Αλλά και αναθάρρηση από την εκλογική επίδοση του Ζαν-Λυκ Μελανσόν, που τερμάτισε τρίτος με διαφορά μόνο 400.000 ψήφους από την Μ. Λεπέν και με ποσοστό 21,95% καταγράφει μια από τις καλύτερες επιδόσεις για αριστερό κόμμα από την καθιέρωση του προεδρικού συστήματος διακυβέρνησης το 1958 (επονομαζόμενη 5η Γαλλική Δημοκρατία)!

Το αποτέλεσμα αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη ότι έρχεται μετά την εκλογική κατρακύλα των αριστερών σχηματισμών στην Πορτογαλία (Γενάρης ’22) και τη Γερμανία (Σεπτέμβρης ’21), δείχνοντας ότι υπάρχουν δυνατότητες για την Αριστερά. Αλλά και γιατί η ταυτόχρονη εκλογική άνοδος της Αριστεράς και της Ακροδεξιάς, δίνει μια γλαφυρή εικόνα των ευκαιριών αλλά και των κινδύνων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην ταξική πάλη και τη συνείδηση πλατιά στην εποχή μας. 

Ε. Μακρόν: ο εκλεκτός της άρχουσας τάξης

Η άνοδος του ποσοστού (+3,8%) και των ψήφων (+1,1 εκατομμύριο) του Μακρόν, συγκριτικά με το 2017, δεν αποτελεί ούτε επιβράβευση για την προηγούμενη 5ετή θητεία του ούτε λευκή επιταγή για το μέλλον. Στην πραγματικότητα, ο Μακρόν καρπώθηκε την εκλογική συντριβή των Σοσιαλιστών της Α. Ινταλγκό (1,75%) και της παραδοσιακής Δεξιάς των Ρεπουμπλικανών της Β. Πεκρέζ (4,78%), των δύο βασικών κομμάτων που κυβέρνησαν επί έξι δεκαετίες τη Γαλλία κι έτσι κατέστη η πρώτη επιλογή της άρχουσας τάξης. Μάλιστα τα κόμματα-προκάτοχοι του στον προεδρικό θώκο, δεν έπιασαν ούτε το όριο του 5% ώστε να λάβουν την κρατική επιδότηση για τα προεκλογικά τους έξοδα και μπαίνουν εκ των πραγμάτων σε βαθιά κρίση!

Επίσης, ο Μακρόν μέχρι τις 24 Απρίλη θα προσπαθήσει να προσελκύσει ξανά πίσω τις ψήφους διαμαρτυρίας και να δελεάσει ψηφοφόρους που τοποθετούνται στα αριστερά του. Όσους δηλαδή έχουν υποστεί τις πολιτικές του, όπως τη μείωση της φορολογίας στους πλούσιους από το 33,3% στο 25%, την αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας και τη διευκόλυνση των μαζικών απολύσεων, τις παλινωδίες για την πανδημία η οποία έχει κοστίσει 142.900 ζωές ως σήμερα κλπ.

Έτσι, υποκριτικά, δηλώνει συζητήσιμος για αύξηση της κατώτατης σύνταξης στα 1.100 ευρώ από 900 και υπόσχεται πως θα αυξήσει στα 64 έτη (από 62 σήμερα) την ηλικία συνταξιοδότησης, αντί για 65 όπως επέμενε μέχρι τον πρώτο γύρο.

Την ιδια ώρα ξιφουλκεί κατά της Μ. Λεπέν, προσπαθώντας να εμφανίσει τον εαυτό του ως «ασπίδα της δημοκρατίας». Πείθει όμως λιγότερο από ποτέ, όντας ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με την ακραία καταστολή ενάντια στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων (10 νεκροί και 1.843 τραυματίες διαδηλωτές!) και με τη νομοθέτηση της ατιμωρησίας της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας.

Η Μ. Λεπέν και η «κανονικοποίηση» της ακροδεξιάς

Μερικούς μήνες πριν, η εκρηκτική δημοσκοπική άνοδος του επίσης ακροδεξιού Ερίκ Ζεμούρ είχε θέσει επί τάπητος το ζήτημα της ηγεμονίας στις τάξεις της γαλλικής ακροδεξιάς. Εκ των υστέρων, είναι φανερό πως με τις ακόμα πιο ακραίες θέσεις του τελικά βοήθησε τη Μ. Λεπέν να εμφανιστεί ως μια «μετριοπαθής» ακροδεξιά που μπορεί να παίξει ρόλο στις εξελίξεις, σε αντίθεση με τον «ακραίο» Ζεμούρ.

Τελικά ο Ε. Ζεμούρ κατέληξε με το διόλου ευκαταφρόνητο 7% και η Μ. Λεπέν με 23,15%, ενισχυμένη κατά 460.000 ψήφους από το 2017.

Με κεντρικό σύνθημα της εκστρατείας της, «Στο όνομα του Λαού», προσπάθησε να χαϊδέψει τα αυτιά των λαϊκών στρωμάτων υποσχόμενη μειώσεις στις τιμές ηλεκτρισμού και αερίου, βαρύτερη φορολόγηση της πρόσληψης ξένων εργαζόμενων αντί Γάλλων, ενώ τάχθηκε και κατά της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη. Αξιοσημείωτο είναι πως σταμάτησε να προτείνει την άμεση έξοδο της Γαλλίας από την Ε.Ε. και το ευρώ.

Γενικότερα, η Λεπέν σε αυτές τις εκλογές προσπάθησε να παρουσιαστεί ως μια δύναμη πιο κοντά στην «θεσμική» ακροδεξιά της κλάσης του Όρμπαν, του Σαλβίνι, κλπ, παρά στη «ριζοσπαστική» ακροδεξιά που συνδέεται με επιθέσεις, τάγματα εφόδου, κλπ. Και αυτό προφανώς είχε επίδραση στα αποτελέσματα βοηθώντας την να προσελκύσει και ψήφους διαμαρτυρίας και όχι μόνο τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους.

Σύμφωνα μάλιστα με τις δημοσκοπήσεις, μόνο ένας στους δύο ψηφοφόρους «ανησυχεί» για τη πιθανή νίκη της Μ. Λεπέν, ενώ ένα 46% εκτιμά πως «κατανοεί καλά τα προβλήματα των πολιτών», έναντι 27% για τον Μακρόν! Αυτό βέβαια λέει περισσότερα για τα μειονεκτήματα του Μακρόν παρά για τις αρετές της Λεπέν. 

Πίσω όμως από τη βελούδινη μάσκα της μετριοπάθειας κρύβεται ένα σκληρό αντεργατικό και αντιπροσφυγικό πρόγραμμα

Αυτό περιλαμβάνει: την απαγόρευση των απεργιών στις δημόσιες υπηρεσίες, τη διενέργεια δημοψηφίσματος για το μεταναστευτικό, την αλλαγή του Συντάγματος ώστε να αποκλειστούν από κοινωνικά επιδόματα/προγράμματα οι μη Γάλλοι υπήκοοι, την καθολική απαγόρευση της μαντίλας σε κάθε δημόσιο χώρο κι άλλα τέτοια μέτρα που θα μετατρέπουν τους μετανάστες και πρόσφυγες στα εξιλαστήρια θύματα της κρίσης του γαλλικού καπιταλισμού.

Ένα αμφίρροπο αποτέλεσμα

Με βάση αυτά τα δεδομένα, φαίνεται πως δεν μπορεί να επαναληφθεί το 2017, δηλαδή μια καθαρή και με μεγάλη διαφορά νίκη του Ε. Μακρόν. Αυτή τη φορά είναι περισσότερες οι αντίρροπες δυνάμεις που θα καθορίσουν το αποτέλεσμα.

Από την μια, το γαλλικό και το ευρωπαϊκό κατεστημένο, αλλά και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, προτιμούν μια νίκη του Μακρόν για να αποφευχθούν οι τριγμοί στο ευρωπαϊκό καπιταλιστικό οικοδόμημα και να μη διαταραχθούν οι γεωπολιτικές συμμαχίες, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία και αναπτύσσεται η σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας για τη διεθνή κυριαρχία.

Από την άλλη, η διάθεση διαμαρτυρίας και η αντί-Μακρόν ψήφος έχει τη δική της δυναμική, που μπορεί να πάρει είτε την μορφή της αποχής και του λευκού, είτε τη μορφή μιας υπερψήφισης από κάποια στρώματα της Μ. Λεπέν. Εξάλλου, η ισχύς όσων κάλεσαν για ανοικτή υπερψήφιση του Ε. Μακρόν, στο όνομα του «τείχους της δημοκρατίας», είναι πολύ περιορισμένη. Πρόκειται για τους καταρρακωμένους Σοσιαλιστές και Ρεπουμπλικάνους και το Πράσινο Κόμμα (4,6%).

Στον αντίποδα η Μ. Λεπέν έχει εξασφαλίσει τη στήριξη του Ε. Ζεμούρ και του επίσης ακροδεξιού Ν. Ντουπόντ-Αιγκνάν (2,06%). Αλλά για τις παλιότερες γενιές των εργαζομένων, τους Μουσουλμάνους το θρήσκευμα, όσους αποτελούν τη δεύτερη και τρίτη γενιά μεταναστών και πολλούς πρωτοπόρους αγωνιστές, συνεχίζει να αποτελεί κόκκινο πανί. 

Είναι προφανές ότι ένα κομμάτι αυτών των στρωμάτων, με πολύ βαριά καρδιά, θα ψηφίσει Μακρόν προκειμένου να μην εκλεγεί η ακροδεξιά Λεπέν, στη λογική του μικρότερου κακού. Αυτό είναι ένα αντικειμενικό γεγονός και η Αριστερά δεν πρέπει να υψώσει τείχη απέναντι σ’ αυτά τα στρώματα. Όμως, μια θέση που θα καλούσε ανοικτά ή θα έκλεινε το μάτι στην υπερψήφιση του Μακρόν θα ήταν λαθεμένη. Γιατί θα ενίσχυε το γαλλικό κατεστημένο που με τις πολιτικές του προκάλεσε την άνοδο της ακροδεξιάς! Μια τέτοια θέση θα γινόταν κατανοητή μόνο εφόσον η Λεπέν αντιπροσώπευε μια ανοικτά φασιστική δύναμη που θα απειλούσε όλα τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα. Η δήλωση του Μελανσόν το βράδυ των εκλογών ήταν σιβυλλική για το δεύτερο γύρο, αλλά ας σημειωθεί πως είπε τρεις φορές φορές «καμία ψήφο για την Λεπέν», που είναι σωστό, αλλά δεν ανέφερε αν πρέπει να υπερψηφιστεί ο Μακρόν, που θα ήταν λάθος.

Είτε πάντως με νίκη του Μακρόν, είτε με νίκη της Λεπέν, η επόμενη μέρα θα σημαίνει συνέχιση των πολιτικών της λιτότητας, της φτώχειας και του ρατσισμού γι’ αυτό χρειάζεται το εργατικό κίνημα, η νεολαία, το αντιφασιστικό κίνημα και η Αριστερά, να βρεθούν άμεσα επί ποδός οργανώνοντας μαζικές και ενωτικές κινητοποιήσεις! 

Μια ένδειξη ότι κάτι τέτοιο θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες των πιο μαχητικών και φρέσκων στρωμάτων, είναι η κατάληψη των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και οι νεολαιίστικες κινητοποιήσεις που οργανώνονται αυτές τις μέρες με κεντρικό σύνθημα «Ούτε Μακρόν, ούτε Λεπέν» (Ni Macron, ni Le Pen)!

Πίσω από την άνοδο Μελανσόν

Η κοινωνική χαρτογράφηση των ψηφοφόρων του Ζ. Λ. Μελανσόν, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, το ίδιο και τα εντυπωσιακά ποσοστά του σε κάποιες περιφέρειες ή πόλεις.

Σε μια σειρά εργατικά προάστια του Παρισιού, πήρε ενδεικτικά: 49,09% στο Seine-Saint-Denis, 64% στη La Courneuve, 55,22% στη Montreuil, 53,83% στην Pantin, 61,13% στο Saint-Denis, 54,20% στη Villepinte, 60% στη Gennevilliers. Συνολικότερα στα πέντε από τα οκτώ διαμερίσματα της περιφέρειας Ile-de-France, που περιβάλει το Παρίσι, ο Μελανσόν ήρθε πρώτος σε ψήφους! Πρώτος ήρθε και στις πόλεις Marseille, Toulouse, Montpellier, Lille, Strasbourg, Le Havre, Rouen, Amiens, Mulhouse, Nantes, Rennes και Grenoble, ενώ στη Lyon ισοψήφισε με τον Ε. Μακρόν.

Πρώτος επίσης και στις Γαλλικές Αντίλλες στην Καραϊβική, με 56,16% στη Guadeloupe, 53,1% στη Martinique κλπ.

Πρωτιά όμως κατέκτησε ο Μελανσόν κι ανάμεσα σε όσους Γάλλους αυτοπροσδιορίζονται ως Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, παίρνοντας το 70% των ψήφων τους! Προφανώς πρόκειται είτε για 2ης, 3ης γενιάς μετανάστες, είτε για απόγονους ανθρώπων που προέρχονται από τις πρώην αποικίες της Γαλλίας.

Ο Μελανσόν πλειοψήφισε κι ανάμεσα σε όσους ψήφισαν πρώτη φορά στη ζωή τους, ενώ σύμφωνα με την δημοσκοπική εταιρεία Harris Interactive, πήρε το 38,4% των ψήφων μεταξύ των ψηφοφόρων στις ηλικίες 18-24.

Τέλος σύμφωνα με τον Frédéric Dabi, της εταιρείας ερευνών IFOP, ο Μελανσόν ψηφίστηκε περισσότερο από γυναίκες καθώς κι από όσους είναι ενεργοί στα περιβαλλοντικά κινημάτα των τελευταίων ετών.

Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία

Σαφώς στην εκλογική άνοδο του Μελανσόν έπαιξαν ρόλο μια σειρά από ριζοσπαστικές του εξαγγελίες, που περιλάμβαναν:

  • Το πάγωμα των τιμών του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των τροφίμων
  • Αύξηση του βασικού μισθού στα 1.400 ευρώ (από 1.270) καθαρά το μήνα
  • Μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 έτη σήμερα στα 60
  • Επαναφορά της φορολογίας των πλουσίων στο 33%
  • Αποχώρηση από το ΝΑΤΟ
  • Κανένα νέο πυρηνικό εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας (σ.σ. απάντηση στο πρόγραμμα Μακρόν)
  • Κατάργηση της χρήσης πυρηνικής ενέργειας και ορυκτών καυσίμων
  • Συνταγματική αναθεώρηση για την κατάργηση των υπερεξουσιών του προέδρου

Το πρόβλημα με το πρόγραμμα του Μελανσόν, όπως και με κάθε μεταρρυθμιστικό/ρεφορμιστικό πρόγραμμα –ακόμα και αν έχει τις σωστές αιχμές για να λειτουργήσει ελκυστικά σε πλατιά στρώματα των εργαζομένων και της νεολαίας– είναι πως δεν αμφισβητεί την εξουσία του κεφαλαίου. Και με αυτή την έννοια, δεν απαντάει στο πως θα μπορούσαν όλα τα παραπάνω να εφαρμοστούν ρεαλιστικά στην σημερινή εποχή.

Ρόλο στην επιτυχία της Ανυπότακτης Γαλλίας (France Insoumise) έπαιξε και η μαχητική εκστρατεία που συνδύαζε μοίρασμα υλικού πόρτα-πόρτα, πολλές μαζικές τοπικές συγκεντρώσεις, ειδικό κανάλι στο Youtube που έφτασε να έχει 700.000 ακόλουθους, κτλ.

Αλλά όλα αυτά λειτούργησαν πάνω στο οξυμένο υπόβαθρο που δημιουργεί από τη μια η διαπλοκή της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού, με την πανδημική και την κλιματική κρίση κι από την άλλη τα μεγάλα κινήματα, όπως τα Κίτρινα Γιλέκα, η κοινωνική εξέγερση ενάντια στην αλλαγή του συνταξιοδοτικού και οι μεγάλες διαδηλώσεις για το περιβάλλον.

Μια χαμένη ευκαιρία

Η υπέρβαση του Μελανσόν γίνεται ακόμα περισσότερο αισθητή αν ληφθεί υπόψη ο κατακερματισμός της γαλλικής αριστεράς όπως αποτυπώνεται στην παράλληλη ύπαρξη άλλων τεσσάρων υποψηφίων! Του Γ. Ζαντό των Πράσινων (4,6%), του Φ. Μαρσέλ του Κ. Κ. Γαλλίας (2,28%), του Φ. Πουτού του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος/τροτσκιστές (0,77%) και της Ν. Αρτό της Εργατικής Πάλης/τροτσκιστές (0,56%).

Ούτε καν δηλαδή σε αυτές τις συνθήκες, που ήταν φανερό πως υπήρχε δυνατότητα για την Αριστερά να περάσει στον 2ο γύρο, δεν έγινε κατορθωτό να υπάρξει έστω ένα κοινό εκλογικό μέτωπο με έναν υποψήφιο. Κοινό μέτωπο δεν σημαίνει απαραίτητα συνένωση ή ταύτιση των διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων και «νέρωμα» των ανεξάρτητων ριζοσπαστικών τους προγραμμάτων. Φαίνεται πως η ευθύνη για αυτή την αποτυχία βαραίνει και τον Μελανσόν και την υπόλοιπη Αριστερά. 

Σε μια τέτοια περίπτωση, η παρουσία ενός υποψηφίου της Αριστεράς στο δεύτερο γύρο όχι μόνο θα ήταν σχεδόν δεδομένη (σ.σ. αθροίζοντας τα ποσοστά, ξεπερνάνε αυτά της Λεπέν), αλλά η δυναμική μιας ενωτικής καθόδου θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά και θα αποτελούσε μια πραγματική εναλλακτική για τα εργατικά στρώματα ενάντια στον Μακρόν.

Ακόμα και αν μια τέτοια συμμαχία δεν κατάφερνε να νικήσει τον Μακρόν στον 2ο γύρο, θα δημιουργούσε εντελώς καινούρια δεδομένα για την γαλλική κοινωνία καθώς θα έθετε με συγκεκριμένο τρόπο στο τραπέζι το ενδεχόμενο στις επόμενες εκλογές να νικήσει η Αριστερά.

Μια νέα κατάσταση

Μέχρι και σήμερα η Ανυπότακτη Γαλλία, ο φορέας του οποίου ηγείται ο Μελανσόν, είναι ένας πολύ χαλαρός σχηματισμός με μικρές ομάδες υποστηρικτών, που λειτουργούν περισσότερο ως εκλογικός μηχανισμός τις περιόδους των εκλογών και μετά από αυτές αδρανοποιούνται.

Όμως, ανάμεσα στα 7.714.000 ψηφοφόρους του, θα υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες έτοιμοι να οργανωθούν και να παλέψουν συλλογικά, στο βαθμό που δημιουργηθεί ένας μαζικός, μαχητικός και πάνω απ’ όλα δημοκρατικός φορέας της Αριστεράς. 

Στην πραγματικότητα απέναντι στον Ε. Μακρόν, την Μ. Λεπέν και το γαλλικό κεφάλαιο, οι εργαζόμενοι, η νεολαία, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι γυναίκες και οι ακτιβιστές των κινημάτων, δεν έχουν άλλο δρόμο. Χρειάζονται το δικό τους κόμμα και το δικό τους ολοκληρωμένο πρόγραμμα απαλλαγής από τον καπιταλισμό και δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής, αυτοδιαχειριζόμενης, εργατικής δημοκρατίας. Αυτή η μάχη πρέπει να δοθεί για να μην χαθεί άλλη μια ιστορική ευκαιρία!

xekinima.org/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.