Γκουστάβο Εστέβα: Φιλία, Γη και Αυτονομία πέρα από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό

Γκουστάβο Εστέβα: Φιλία, Γη και Αυτονομία πέρα από τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό

  • |
 

Των Αλέξανδρου Κώστα, Βασίλη Θεμελή και Γιώργου Περτσά

Στις 17 Μάρτη χάσαμε έναν από τους σπουδαιότερους κοινωνικούς αγωνιστές του Μεξικού των τελευταίων δεκαετιών. Ο λόγος για τον Γκουστάβο Εστέβα από την Οαχάκα που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπεράσπιση των ιθαγενικών κοινών και των αγροτικών κοινοτήτων της χώρας.

Θα θυμόμαστε τον Γκουστάβo ως έναν από τους μεγάλους στοχαστές και συνάμα αγωνιστές που μας άφησαν, πλάι στον φίλο του Ιβάν Ίλιτς και τον θρύλο των αγροτών του Μεξικού, Εμιλιάνο Ζαπάτα.[1]

Ο Γκουστάβο Εστέβα με τον Subcomandante Marcos

Γεννημένος στην πρωτεύουσα το 1936, έζησε εκεί τα παιδικά του χρόνια σε μια μεσοαστική οικογένεια με γονείς Κρεολούς. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του αναγκάστηκε, ήδη από την ηλικία των 15 ετών, να στηρίξει μια μεγάλη οικογένεια από αδέρφια, ξαδέρφια και θείους.

Η εποχή αυτή συμπίπτει με την πρώτη περίοδο της λεγόμενης «ανάπτυξης»[2] που είχε αναγγείλει ο Τρούμαν το 1949 και όπως σημειώνει αργότερα ο Γκουστάβο, ήταν η εποχή που πολλοί νέοι του «υπανάπτυκτου» Μεξικού κατάφερναν να ανέλθουν κοινωνικά μέσω των εκπαιδευτικών προγραμμάτων στήριξης των Η.Π.Α. Ο Γκουστάβο ήταν ένας από αυτούς τους νέους που κατάφερε να βρει μια καλοπληρωμένη δουλειά, ως υπάλληλος γραφείου, ενώ αργότερα έγινε το νεότερο στέλεχος της πολυεθνικής IBM, μόλις στα 19 του χρόνια. Βασική λειτουργία του στην επιχείρηση ήταν η κατήχηση των εργαζομένων για τους σκοπούς της εταιρίας και η εξασφάλιση της προσήλωσής τους σε αυτούς. Όπως επισημαίνει ο ίδιος: «Οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να υποταχθούν σε αυτόν τον ιδεολογικό ζουρλομανδύα, σύμφωνα με τον οποίον το να παλεύεις για την επιχείρηση σήμαινε να παλεύεις για το δικό σου συμφέρον». Εργάστηκε σε πολλές εταιρίες, και παρά την αυξανόμενη διάψευση των προσδοκιών του για τον καλό σκοπό του επαγγέλματός του, η καριέρα του σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

Γύρω στα 22 του χρόνια, αρνούμενος να κάνει όσα του ζητούσαν τόσο η IBM όσο και η  Procter&Gamble, βρέθηκε απολυμένος και από τις δυο.

Έπειτα εργάστηκε στον κρατικό τομέα, όπου και εκεί προωθήθηκε σε ανώτερες θέσεις. Από το 1970 έως το 1976 υπήρξε υψηλό στέλεχος στην κυβέρνηση του προέδρου Echeverria, στη διαχείριση των δημοσίων εσόδων και στην οργάνωση προγραμμάτων ανάπτυξης στο Μεξικό.

Από τις διοικητικές θέσεις που ανέλαβε, κατάλαβε σταδιακά την παράδοξη «αντιπαραγωγικότητα» (counter-productivity)[3] των θεσμών, που προωθούσαν τα οικονομικά προγράμματα ανάπτυξης στις «υπανάπτυκτες» περιοχές. Έβλεπε, δηλαδή, ότι πέρα από ένα κατώφλι επέκτασης της δικαιοδοσίας των θεσμών και της αντίστοιχης κατανάλωσης θεσμικών εκροών από τους εκάστοτε χρήστες τους, λαμβάνει χώρα μια παράδοξη αντιστροφή. Αυτή οδηγεί στη συστηματική υπονόμευση της αυτοδυναμίας των ανθρώπων και στην παραγωγή αποτελεσμάτων ακριβώς αντίθετων σε σχέση με εκείνα για τα οποία οι θεσμοί αυτοί δημιουργήθηκαν. Το σχολείο καταστρέφει την ικανότητα του να μελετάς και να μαθαίνεις αυτόνομα, η ιατρική παράγει αρρώστιες, οι ταχείες συγκοινωνίες δυσχεραίνουν την ελεύθερη μετάβαση από το ένα μέρος στο άλλο κ.λπ. Αφότου εγκατέλειψε αυτή τη δουλειά, έχασε και τις τελευταίες του ελπίδες για τα προγράμματα αυτά.

Φιλοξενία αντί ανάπτυξης

Χάρη στην ζαποτέκικης καταγωγής γιαγιά του, με την οποία πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέχρι την εφηβεία του, είχε πολύ καλή επίγνωση της ζωής των «από τα κάτω». Οι γονείς του, τα πρώτα χρόνια της εποχής της ανάπτυξης, είχαν αγκαλιάσει το όραμα για ένα δυτικοποιημένο Μεξικό και έτσι ο Γκουστάβο είχε γνωρίσει την προκατάληψη και την περιφρόνηση εις βάρος του οικογενειακού και ιθαγενικού του παρελθόντος. Η όλη φιλολογία γύρω από την ανάπτυξη, που θεωρούσε ότι οι χώρες που δεν είχαν αναπτυχθεί θα έπρεπε να ακολουθήσουν το κοινωνικό και πολιτισμικό μοντέλο ανάπτυξης των τότε Η.Π.Α., συνεπαγόταν την υποτίμηση κάθε άλλης μορφής ζωής και την επιβολή του Αμερικανικού τρόπου ζωής ως του μοναδικού.

Μετά την γνωριμία του Εστέβα, το 1983, με τον Ιβάν Ίλιτς, ο οποίος είχε ασχοληθεί με τις επιπτώσεις των σύγχρονων βιομηχανικών θεσμών όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και στις ίδιες τις Η.Π.Α., άρχισε για εκείνον μια καινούρια περίοδος, όπου μαζί με τις αναμνήσεις από τη ζωή με τη γιαγιά του και τους απλούς ανθρώπους των αγροτικών κοινοτήτων της περιοχής του, άρχισε να αφήνει τα δυτικά γυαλιά του αστικοποιημένου Μεξικού, προσεγγίζοντας ό,τι ο Guillermo Bonfil Batalla αποκάλεσε Mexico Profundo ή αλλιώς Βαθύ Μεξικό: τις ιθαγενικές κοινότητες και τη μακραίωνη ποικιλία των τρόπων ζωής που υπάρχει στον λαϊκό και αγροτικό κόσμο της χώρας.

                            Ο Γκουστάβο Εστέβα με τον Ιβάν Ίλιτς

Στον αντίποδα της ανάπτυξης, και με όραμα την μετά-την-ανάπτυξη, πλουραλιστική συνύπαρξη ανάμεσα στους διάφορους πολιτισμούς, προέταξε την έννοια της «φιλοξενίας», ορίζοντάς την ως την αποδοχή της ριζικής ετερότητας του άλλου. Για τον ίδιο η φιλοξενία διαφέρει παρασάγγας από την ανεκτικότητα. Όπως σημείωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του: «προφανώς είναι πολύ σημαντικό να είσαι ανεκτικός σε αυτές τις περιόδους μη ανεκτικότητας. Βλέπουμε την έλλειψη της ανεκτικότητας παντού, και σαφώς η “ανάπτυξη” δεν είναι καθόλου ανεκτική. Αλλά αν δούμε το λεξικό, το να ανέχεσαι σημαίνει το να υποφέρεις με υπομονή. Εκείνος που ανέχεται λέει: “εντάξει, δεν είσαι στον σωστό δρόμο, είσαι υπανάπτυκτος, μαύρος, οτιδήποτε, αλλά είμαι τόσο γενναιόδωρος που θα σε ανεχτώ”. Με το να ανέχεσαι, προσβάλλεις. Με την ανεκτικότητά σου σε αυτόν ή αυτήν απορρίπτεις τον άλλον. Η φιλοξενία δεν είναι ανεκτικότητα. Είναι το να ανοίγεις πράγματι την αγκαλιά σου, την καρδιά σου, το στομάχι σου και καθετί στην ετερότητα του άλλου. Όχι να αποδέχεσαι ή να ανέχεσαι τη διαφορετικότητα, αλλά να τη γιορτάζεις».

Το δυτικό εκπαιδευτικό σύστημα, η φιλία και το Πανεπιστήμιο της Γης

Ακολουθώντας τον Ιβάν Ίλιτς, ο Εστέβα επεσήμαινε διαρκώς ότι «η εκπαίδευση πρέπει να είναι η ξέγνοιαστη δραστηριότητα των ελεύθερων ανθρώπων» η οποία αναπτύσσεται μόνο μεταξύ φίλων. Η φιλία ήταν το καθοριστικό στοιχείο που έβλεπαν και οι δυο ως το στοιχείο-κλειδί για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού. Όπως σημειώνει ο Εστέβα: «Το βασικό στοιχείο της φιλίας είναι η ελευθερία. Εμπλέκεσαι σε αυτήν, όχι επειδή υπάρχει μια οικονομική ανταλλαγή, αλλά απλώς και μόνο για τη χαρά αυτού που κάνεις. Η φιλία δεν πρέπει να έχει έναν εξωτερικό σκοπό. Με παρόμοιο τρόπο η από κοινού μάθηση δεν είναι ένα μέσο προς έναν σκοπό, αλλά ένας σκοπός καθ’ αυτός, για τη χαρά αυτού που κάνεις. Είναι μια ευχαρίστηση να μαθαίνεις μαζί με φίλους, ως μια έκφραση της φιλίας σας». Ταυτόχρονα, παρέπεμπε στον Αριστοτέλη ο οποίος θεωρούσε ότι η πραγματική σχέση «δασκάλου»-μαθητή «είναι ένας ηθικός τύπος φιλίας που δεν στηρίζεται σε προκαθορισμένους όρους: δίνει τα δώρα της ή κάνει οτιδήποτε άλλο σαν να επρόκειτο για έναν φίλο». Ορμώμενος από αυτές τις έννοιες άσκησε ριζική κριτική στη σύγχρονη εκπαίδευση, η οποία αποξενώνει τους ανθρώπους στις μεταξύ τους σχέσεις και δεν αφήνει χώρο στις φιλίες να ανθίσουν: «Όλοι γνωρίζουμε ότι μέσα σε ένα δωμάτιο 10, 20, 40 ή 400 μαθητών, δεν μπορείς να γίνεις φίλος. Εσύ παρουσιάζεις και αυτοί ακούνε. Δεν μπορείς να είσαι φίλος τους. Έχεις μια επαγγελματική σχέση μαζί τους. Επίσης, έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντί σου. Δεν υπάρχει επιλογή σε αυτό».

Βασιζόμενος σε αυτές τις κριτικές και μαζί με πολύ στενούς του φίλους δημιούργησαν το 1997 το Πανεπιστήμιο της Γης (Universidad de la Tierra) στην Οαχάκα του Μεξικού. Το πανεπιστήμιο αυτό ενσωματώνει ορισμένες από τις πιο ριζικές κριτικές τόσο του Εστέβα όσο και του Ιβάν Ίλιτς στον σύγχρονο καπιταλιστικό και βιομηχανικό τρόπο ζωής. Σκοπός αυτού του εγχειρήματος ήταν να εμπλουτίσουν τη ζωή και την αυτονομία των αγροτικών κοινοτήτων στην Οαχάκα και να ενισχύσουν τον παραδοσιακό, αυτόνομο τρόπο διαβίωσής τους, παρέχοντας στους νέους και στις νέες των κοινοτήτων τη δυνατότητα να μάθουν πράγματα που δεν μπορούσαν να μάθουν στις κοινότητές τους, αλλά και που η σύγχρονη εκπαίδευση αποκλείει. Οι νέοι μετά από τη «φοίτησή» τους στο Πανεπιστήμιο της Γης θα ήταν ικανοί να δημιουργήσουν οι ίδιοι τις δουλειές τους και «να μην βρίσκονται στο έλεος των ιδιωτικών εταιριών και του κράτους για ένα εισόδημα». Μέσω της μαθητείας και άλλων ειδικών σεμιναρίων που διεξάγονται στο Πανεπιστήμιο της Γης οι νέοι και οι νέες απολαμβάνουν μια μάθηση, την πορεία της οποίας έχουν οι ίδιοι καθορίσει. Τόσο το αντικείμενο της μαθητείας όσο και ο ρυθμός της μάθησης καθορίζεται από τον ίδιο τον μαθητή και στηρίζεται στην αρχή της παρατήρησης και της μάθησης μέσω της πράξης (learning by doing). Οι εργασίες που έχουν τη δυνατότητα να μάθουν οι μαθητές αφορούν ποικίλες ειδικότητες, από την καλλιέργεια της γης μέχρι τη δικηγορία, την παραγωγή ραδιοφωνικών εκπομπών μέχρι την ολιστική ιατρική.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο χωριό του Έτλα στην Οαχάκα, ενώ συμμετείχε στη διοργάνωση δραστηριοτήτων στο Πανεπιστήμιο της Γης στην πόλη της Οαχάκα. Μία  από αυτές τις δραστηριότητες ήταν και η διοργάνωση θεωρητικών και πρακτικών σεμιναρίων με μελετητές από όλον τον κόσμο, που έρχονταν στο Πανεπιστήμιο και συμμετείχαν στις δράσεις του, εμπλουτίζοντας έτσι τον κύκλο των φίλων και συνοδοιπόρων του Γκουστάβο.

***

Το έργο του Εστέβα διαπερνάται από σπάνιες ποιότητες, που πολύ δύσκολα συναντά κανείς σε στοχαστές και δημόσιους διανοούμενους, ειδικά όσους προέρχονται από τα σύγχρονα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Ο ίδιος εδώ και χρόνια αυτοπροσδιοριζόταν ως από-επαγγελματοποιημένος μελετητής (de-professionalized scholar), θέλοντας έτσι να κρατήσει τις αποστάσεις του από επίσημους και θεσμοποιημένους τρόπους σκέψης και παρέμβασης.

Δύο γνωρίσματα είναι νομίζουμε χαρακτηριστικά των δημόσιων τοποθετήσεών του. Αφενός η ταπεινότητα και η προσήνεια του λόγου του, η οποία θέτει τους όρους για μια ειλικρινή συζήτηση, αλλά και συγκροτεί τα ηθικά κριτήρια της πολιτικής παρέμβασης. Αφετέρου η πρακτικότητα της πολιτικής του σκέψης, που πάντοτε διαπερνάται από μια έντονη αίσθηση δυνατότητας για μία άλλη ζωή, από μία ισχυρή αύρα «ελπίδας ως κοινωνικής δύναμης», όπως συνήθιζε να λέει ο Εστέβα με τα λόγια του Βάτσλαβ Χάβελ. Ταυτόχρονα, το περιεχόμενο της πολιτικής του δέσμευσης τον έθετε σε ένα σημείο έξω από τις συντεταγμένες του γνώριμου πολιτικού χάρτη. Αν μπορεί να βρει μια θέση σ’ αυτόν, σίγουρα αυτή είναι πέρα από την αριστερά και τη δεξιά, καθώς προβληματοποιεί την ίδια τη σημασία αυτών των μοντέρνων πολιτικών κατηγοριών. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για μια πολιτική κίνηση που αμφισβητεί την κυρίαρχη θέσμιση με έναν τόσο ριζικό, αλλά και συνάμα γειωμένο τρόπο.

Έτυχε να γνωρίσουμε τον Γκουστάβο, στο πλαίσιο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, τον τελευταίο έναν περίπου χρόνο. Συμφώνησε, χωρίς καν να μας γνωρίζει προηγουμένως, να γράψει, όπως και έκανε, ένα προλογικό σημείωμα για την ελληνική έκδοση της συζήτησής του με τον Ρώσο μελετητή του κόσμου των χωρικών, Τεοντόρ Σάνιν.[4] Παράλληλα απάντησε πρόθυμα και ουσιαστικά στις πολλές απορίες μας πάνω στο έργο τόσο το δικό του όσο και του Ιβάν Ίλιτς˙ στα ζητήματα της από-παιδαγωγικοποίησης και της παράδοξης αντιπαραγωγικότητας των κυρίαρχων θεσμών, της συμβιωτικότητας και των αγώνων των ιθαγενικών κοινοτήτων στο Μεξικό.

Από τη μικρή αυτή, έστω και εξ αποστάσεως, συνάντησή μας μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τη γλυκύτητα και την οξυδέρκειά του, την ευγένεια και τη γενναιοδωρία του. Ο Γκουστάβο υπήρξε για μας πολλά περισσότερα πράγματα από μια σταθερή πηγή έμπνευσης ή έναν αξιόπιστο οδοδείκτη μιας άλλης πολιτικής κατεύθυνσης. Υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας φίλος και ως τέτοιον αξίζει να τον θυμόμαστε, γιορτάζοντας τη μνήμη και το έργο του.

[1] Μεταξύ άλλων υπήρξε από τους πιο θερμούς υποστηρικτές των αγώνων της αυτονομίας των Ζαπατίστας. Μάλιστα διετέλεσε σύμβουλος του εθνικοαπελευθερωτικού στρατού του EZLN στις πρώτες διαπραγματεύσεις του με την κυβέρνηση.

[2]Με τον όρο «ανάπτυξη» αποδίδουμε εδώ τον αγγλικό όρο «developm