Όταν ο πόλεμος δεν σώζει πλέον το σύστημα. Του Raúl Zibechi

Όταν ο πόλεμος δεν σώζει πλέον το σύστημα. Του Raúl Zibechi

  • |

Πολλά είναι τα δεδομένα που καταγράφουν ουσιαστικά οφέλη, από την αρχή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, για τις μεγάλες επιχειρήσεις της πολεμικής βιομηχανίας.  Άλλα δεδομένα, από την άλλη, επιβεβαιώνουν το αντίθετο. Λένε ότι η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει: η απειλή της ύφεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αύξηση των τιμών σε όλο τον κόσμο, οι δυσκολίες της Κίνας στο να διατηρήσει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα.

Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Μπορούμε σίγουρα να συμφωνήσουμε με τον William I. Robinson όταν υποστηρίζει ότι οι πόλεμοι έχουν βοηθήσει τον καπιταλισμό να ξεπεράσει τις κρίσεις του και έχουν αποσπάσει την προσοχή μας από τον εκφυλισμό της νομιμότητας του συστήματος. Η ιδέα του περί «στρατιωτικοποιημένης συσσώρευσης», η συγχώνευση της ιδιωτικής συσσώρευσης με την κρατική στρατιωτικοποίηση, είναι χρήσιμη για να κατανοήσουμε τις διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ο Robinson θεωρεί την καταστολή αναγκαία για να υποστηριχτεί η συσσώρευση του κεφαλαίου σε αυτήν την περίοδο των αυξανόμενων κοινωνικών διαμαρτυριών.

Ωστόσο, είναι πιθανό να γινόμαστε μάρτυρες της ριζοσπαστικοποίησης των παγκόσμιων ελίτ, οι οποίες -σε περίπτωση που πειστούν ότι τα συμφέροντά τους κινδυνεύουν πραγματικά- φαίνονται διατεθειμένες να προκαλέσουν μαζική γενοκτονία εναντίον ενός μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού. Πράγματι, η καταστροφή του πλανήτη συνεχίζει να προχωρά, παρά τις διακηρύξεις και τις συμφωνίες που διατείνονται ότι υπερασπίζονται το περιβάλλον.

Κάθε φορά που ένας τρόπος επίλυσης καταστάσεων αποδεικνύεται αναποτελεσματικός, οι ελίτ εντείνουν τις δραστηριότητές τους προς ένα άλλο ακόμη πιο καταστροφικό μοντέλο. Εφόσον ο πόλεμος δεν επαρκεί πλέον για να εξασφαλίσει την διαρκή συσσώρευση του κεφαλαίου, θα χρησιμοποιηθεί για έναν άλλο σκοπό: να διατηρήσει τα προνόμια των κυρίαρχων τάξεων  ακόμα και όταν ο καπιταλισμός βρίσκεται σε παρακμή.

Θεωρώ ότι οι θέσεις του Robinson, έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρουσες όπως  και άλλων αναλυτών, παραβλέπουν το εξής: σήμερα δεν αντιμετωπίζουμε καταστάσεις παρόμοιες με αυτές των δύο παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα ή του ψυχρού πολέμου, αλλά μάλλον νέες συστημικές  εκτροπές. Για την ακρίβεια, δεν πρέπει πλέον να μιλάμε για καταστολή ή κρίση, γιατί οι μεταλλάξεις που συντελούνται υπερβαίνουν αυτές τις έννοιες.

Καταρχάς, γιατί η Δύση δεν είχε ποτέ αμφισβητηθεί (και τι πρόκληση!) στις διεθνείς σχέσεις από μη ευρωπαϊκά έθνη – όπως η Κίνα, που είναι ήδη θύμα μιας αποικιοκρατίας και ενός ρατσισμού που εξακολουθούν να υφίστανται. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κινεζικές ελίτ είναι λιγότερο καταπιεστικές από τις δυτικές. Ούτε ότι αποτελούν κάποιου είδους εναλλακτική λύση, από τη στιγμή που όλες οι ελίτ σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο.

Δεν βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι με συγκρούσεις για την υπεροχή εντός του δυτικού καπιταλισμού, όπως συνέβη στους προηγούμενους πολέμους. Τώρα ο «φυλετικός» παράγοντας έχει καθοριστικό ρόλο και, ως εκ τούτου, οι δυτικές ελίτ δεν διστάζουν -όπως έκαναν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν- να καταστρέψουν ολόκληρα έθνη, συμπεριλαμβανομένων των λαών τους.

Οι εισβολές προσμετρώνται με διαφορετικές παραμέτρους με βάση τα γεωπολιτικά συμφέροντα και το χρώμα του δέρματος των θυμάτων. Την ίδια στιγμή που ο ρωσικός στρατός εισβάλλει στην Ουκρανία, ο τουρκικός στρατός εισβάλλει στα κουρδικά εδάφη στη βόρεια Συρία, αλλά σίγουρα τα μεγάλα ΜΜΕ δεν του  δίνουν την ίδια σημασία.

Δεύτερον, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την παγκόσμια επανάσταση του 1968, καθώς μας έφερε αντιμέτωπους με εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες από αυτές των παγκοσμίων πολέμων του εικοστού αιώνα: οι λαοί οργανώθηκαν και άρχισαν να κινούνται. Αυτό είναι το κομβικό γεγονός, όχι τόσο οι οικονομικές και πολιτικές κρίσεις. Οι αυτόχθονες, οι μαύροι και οι μιγάδες της Λατινικής Αμερικής, οι καταπιεσμένοι λαοί του κόσμου, θέτουν όρια, τα οποία το κεφάλαιο θεωρεί μη ανεκτά. Γι’ αυτό επιτίθεται με παραστρατιωτικούς και διακινητές ναρκωτικών.

Η τρίτη διαφορά είναι συνέπεια των δύο πρώτων. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κάτι που ξεπερνά τις κρίσεις και είναι πολύ βαθύτερο: μια αποσύνθεση του κόσμου που γνωρίζουμε, μια κρίση του σύγχρονου, δυτικού και καπιταλιστικού πολιτισμού, που είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την κρίση του καπιταλισμού ως απλή μορφή οικονομίας.

Σε πολύ γενικές γραμμές, η κατάσταση που δημιουργήθηκε το 1968 θα μπορούσε να επιλυθεί με την εγκατάσταση ενός νέου συστήματος, λιγότερο άνισου από το σημερινό, ή με τον αφανισμό των λαών. Κατά τη γνώμη μου, αντιμετωπίζουμε μια άνευ προηγουμένου απειλή, επειδή οι ελίτ (σε όλο τον κόσμο) νιώθουν ότι οι καταπιεσμένοι λαοί απειλούν τα συμφέροντά τους με τρόπο που είχε να συμβεί από το 1917.

Είμαστε σε μια μετάβαση προς κάτι το οποίο δεν γνωρίζουμε και που μπορεί να είναι δραματικό. Η μετάβαση έχει περισσότερο τη μορφή αποσύνθεσης παρά μιας συντεταγμένης  διέλευσης. Όπως έλεγε ο Immanuel Wallerstein: από ελεγχόμενες μεταβάσεις γεννήθηκαν νέες καταπιέσεις. Ιδού γιατί πρέπει να αποβάλουμε τον φόβο της κατάρρευσης του σημερινού συστήματος, το οποίο «μπορεί να είναι άναρχο, αλλά όχι απαραίτητα καταστροφικό» *.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε στρατηγικές για την αντιμετώπιση αυτής της περιόδου. Με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του ζαπατισμού, δεν έχουμε δημιουργήσει καν γνώσεις και τρόπους αντίστασης σε στρατιωτικοποιημένες κοινωνίες, στις οποίες αυτοί που βρίσκονται από πάνω, στοιχηματίζουν στη γενοκτονική βία για να συνεχίσουν να κυριαρχούν. Δεν είναι εύκολο, αλλά θα πρέπει να το επεξεργαστούμε ή αλλιώς να παραδοθούμε ως αντικείμενα στα χέρια των ισχυρών.

* Στο: Marx e il sottosviluppo .

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.