Ανακατατάξεις στην Ιταλία μετά τις δημοτικές εκλογές

Ανακατατάξεις στην Ιταλία μετά τις δημοτικές εκλογές

  • |

Αυτή τη φορά δεν έχει σημασία ποιος κερδίζει αλλά το πώς θα πρέπει να κινηθούν οι κομματικές συμμαχίες με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές του 2023.
 

Κατά κανόνα και σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης οι δημοτικές εκλογές θεωρείται πως δείχνουν την πυξίδα βάσει της οποίας κινείται η πολιτική βούληση του εκλογικού σώματος και η στάση του απέναντι στις θέσεις των κομμάτων και ιδίως των κυβερνητικών. Μόνο που για τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών της περασμένης Κυριακής στην Ιταλία, όπου τα περισσότερα κόμματα που βρέθηκαν αντιμέτωπα στους δήμους βρίσκονται ενωμένα υπό τα σκήπτρα του δοτού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι στην ίδια κυβέρνηση, αυτή τη φορά δεν έχει τόση σημασία ποιος νίκησε. Σε μία χώρα που η διακυβέρνηση έχει ανατεθεί όχι σε εκείνους που είχαν κερδίσει τις βουλευτικές εκλογές, που δεν ασκείται μέσω της Βουλής, αλλά με διατάγματα μίας διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης, τα ποσοστά στις δημοτικές αποτελούν μόνον έναν δείκτη για το πώς θα πρέπει να κινηθούν στο εξής οι κομματικές συμμαχίες -ίσως και οι νέες που θα προκύψουν μετά την ανάλυση των αποτελεσμάτων- με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές του 2023.

Γιώργης-Βύρων Δάβος

Άλλωστε, η μεγάλη αποχή του εκλογικού σώματος τόσο στις δημοτικές κάλπες (ψήφισε μόλις το 54,2%), όσο και στο παράλληλο δημοψήφισμα για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης (με μόλις 20,95%) δείχνει τη γενικευμένη απογοήτευση του κοινωνικού υποκειμένου της Ιταλίας για μία πολιτική τάξη θρυμματισμένη και αλληλοσπαρασσόμενη, ακόμη και στις συμμαχίες που κατορθώνει να συστήσει. Μία πολιτική τάξη, η οποία κάθε άλλο παρά κατόρθωσε να λύσει τα μεγάλα προβλήματα που οι ίδιες της οι αντινομίες και αδυναμίες έχουν δημιουργήσει: από την πανδημία, στην οικονομική κρίση, στον πόλεμο και τις συνέπειές του στην ενέργεια, στον πληθωρισμό και στην απροθυμία της για τον κατώτατο μισθό, που θα ανακούφιζε εργαζόμενους, νοικοκυριά, μικροεπαγγελματίες.

Επιπλέον, η επικράτηση στον πρώτο γύρο της κεντροδεξιάς-ακροδεξιάς παράταξης (Λέγκα, Forza Italia-Αδέλφια της Ιταλίας FdI) σε 9 κύριες μεγάλες πόλεις (με σημαίες τις Γένοβα, Παλέρμο, Λ’ Άκουιλα) απέναντι στις 4 της κεντροαριστεράς (Pd, Κίνημα 5 Αστέρων) και με 13 ακόμη να αναμένουν το τελικό αποτέλεσμα στον β’ γύρο της επόμενης Κυριακής, έχουν δώσει λαβή για να ανακινηθούν φατριασμοί και προσωπικοί υπολογισμοί ενόψει των βουλευτικών εκλογών.

Για την κεντροδεξιά το σημαντικό δίδαγμα που βγαίνει από τον πρώτο γύρο είναι ότι ο συνασπισμός τους όπου κατεβαίνει με ενωμένη φωνή κερδίζει, ενώ όπου κατέβηκε με διαφορετικά ψηφοδέλτια έχασε. Όπως στην περίπτωση της Βερόνας (άντρου της ακροδεξιάς), όπου ο πρώην ποδοσφαιριστής της Ρόμα Νταμιάνο Τομάζι, που τον στήριξε η κεντροαριστερά, προηγείται με ισχνή διαφορά του δεξιού υποψηφίου Φεντερίκο Σμποαρίνα και έχει ελπίδες να κερδίσει την επόμενη Κυριακή. Τα παραδείγματα της Γένοβας και ιδίως του Παλέρμου, όπου η κεντροαριστερά απώλεσε μία σημαντική δημαρχία, κάνουν τα κόμματα της κεντροδεξιάς να ξανασκέφτονται την πολιτική στρατηγική τους. Για το μόνο που φαίνεται πως εξακολουθούν να ερίζουν τα FdI, Λέγκα και Forza Italia είναι ποιος από τους ηγέτες τους έχει την πρωτοκαθεδρία για τη μελλοντική πρωθυπουργία.

Η ακροδεξιά Τζόρτζια Μελόνι είναι αδιαμφισβήτητα η prima inter pares, ως η πιο ψηφισμένη βάσει των αποτελεσμάτων και πλέον όλοι οι αναλυτές συμφωνούν σε αυτό το σημείο. Και αμέσως έχει αρχίσει να θέτει τους όρους της, προκαλώντας τους άλλους δύο ηγέτες Ματέο Σαλβίνι και Σίλβιο Μπερλουσκόνι να παραιτηθούν από την κυβέρνηση, απέναντι στην οποία έχει μείνει αυτή η μόνη αντιπολίτευση.  «Η κεντροδεξιά πρέπει να είναι συμπαγής» τονίζει η Μελόνι, όχι η μία της πλευρά να στηρίζει τον Ντράγκι και η άλλη να τον αντιμάχεται. Από την άλλη, ο Σαλβίνι πασχίζει να υπερασπισθεί τα χαμένα «πρωτοτόκια» του από τις εκλογές του 2019, υπογραμμίζοντας τη συμβολή και τη σημασία του δικού του κόμματος στις νίκες στη Γένοβα, το Παλέρμο και πιθανώς αλλού στον β’ γύρο. Ωστόσο, ο εσωτερικός ανταγωνισμός μεταξύ της Lega και των FdI είναι πλέον ένα γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύον. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι Fratelli d’Italia ξεπέρασαν τη Λέγκα στα παραδοσιακά οχυρά της, τη Γένοβα (10,1% έναντι 6,7%), στη Λ’ Άκουιλα (18 , 8% έναντι 12,5). %), τη Βερόνα (10,2% έναντι 6,5) και Πάρμα (6,9% για FdI, 4,6 για τη Λέγκα). Αλλά και στο Παλέρμο το κόμμα της Μελόνι ήταν στο 8,4%, έναντι του 4,7% της λίστας Italia Prima, που προωθεί ο Σαλβίνι για τον Νότο. Στον εσωτερικό ανταγωνισμό ισχύει πάντοτε ο «βασικός κανόνας: όποιος παίρνει έστω και μια ψήφο παραπάνω είναι ο πρωθυπουργός», όπως υπονόησε ο διευθυντής  οργανωτικού του FdI, Τζιοβάνι Ντοντζέλι. Ενώ ο Σαλβίνι απάντησε με ένα «ναι μεν, αλλά: τον αρχηγό της κεντροδεξιάς θα τον αποφασίσουν οι Ιταλοί στις επόμενες πολιτικές εκλογές. Δουλεύω για να υπάρχει ενωμένη κεντροδεξιά. Είναι προφανές ότι όποιος παίρνει μια ακόμη ψήφο κερδίζει».

Η αντίστοιχη συζήτηση στην κεντροαριστερά είναι πιο σύνθετη. Και αυτό που την κάνει ακόμη πιο σύνθετη είναι η σχεδόν εξαφάνιση του Κινήματος 5 Αστέρων σε πολλές μεγάλες πόλεις (5% στο Παλέρμο, 4,4% στη Γένοβα -γενέτειρα του ιδρυτή του Μπέπε Γκρίλο-, ή ακόμη 0,71% στη Λ’ Άκουιλα), πράγμα που ανάγκασε τον επικεφαλής του Τζουζέπε Κόντε να εκφράσει την απογοήτευσή του για τα αποτελέσματα. Πλέον είναι πασιφανές, εκείνο που υπονοείτο από τις δημοσκοπήσεις τόσον καιρό, ότι δηλαδή το Κίνημα 5 Αστέρων αποτελεί εκλογικό βάρος για το Pd. Τώρα, στο Δημοκρατικό Κόμμα οι περισσότεροι φρονούν πως οι κάλπες ενισχύουν την τακτική που θέλει ο επικεφαλής του Ενρίκο Λέτα (που άλλωστε προέρχεται από τη Χριστιανοδημοκρατία) όχι μόνον για συμπαγή ενότητα της κεντροαριστεράς, αλλά και για «διεύρυνση» του φάσματος των πολιτικών συμμαχιών, όχι μόνον προς τα αριστερά, αλλά και προς τα ελάσσονα κεντρώα-κεντροδεξιά κόμματα. Ο Λέτα προκρίνει τα στατιστικά στοιχεία στα αποτελέσματα, που δείχνουν ότι το Pd είναι το κόμμα με τις περισσότερες ψήφους στις μεγάλες πόλεις, μπροστά από το FdI και πως τα ψηφοδέλτια των ανεξάρτητων -προς τους οποίους σκοπεύει να ανοίξει τη συνεργασία- εν γένει έλαβαν μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων από εκείνα των επιμέρους κομμάτων. «Τα πρώτα στοιχεία είναι ενθαρρυντικά. Όπου οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ενωθεί, τα αποτελέσματα έχουν επιτευχθεί», δηλώνει ο ταμίας του κόμματος Βάλτερ Βερίνι, υπογραμμίζοντας τα εντυπωσιακά αποτελέσματα της Βερόνα, του Λόντι, της Πάρμα και της Πιατσέντσα. Στον βορρά που θεωρείτο απόρθητο φρούριο, οι κεντροαριστερές δυνάμεις έχουν πετύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα. «Συνεπώς, προειδοποιεί» ο Βερίνι «οι συμμαχίες πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερες και αναλαμβάνει μεγάλη ευθύνη, όποιος στο χώρο της κεντροαριστεράς βάζει βέτο». Υπονοώντας τις αντιστάσεις του Κόντε στην πολεμική εμπλοκή στην Ουκρανία της κυβέρνησης Ντράγκι, την οποία στηρίζει και το Pd.

Τα κόμματα του κέντρου ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν διαφορετικές αναγνώσεις για το μέλλον τους και για τις πιθανές συμμαχίες. Όπως τονίζει ο γερουσιαστής Αντρέα Μαρκούτσι τα αποτελέσματα δίνουν «μία πρώτη σαφή ένδειξη: το Δημοκρατικό Κόμμα πρέπει να ξεκινήσει διάλογο με το Azione του Κάρλο Καλέντα, το Italia Viva του Ματέο Ρέντσι και τα κινήματα πολιτών, προκειμένου να είναι ανταγωνιστικό». Όμως για τον Ματέο Ρέντσι «αυτές οι εκλογές σηματοδοτούν μια ουσιαστική νίκη για την κεντροδεξιά στον πρώτο γύρο (ξεκινώντας από το Παλέρμο, όπου η Αριστερά έπρεπε επίσης να ανοιχθεί προς το κέντρο, αντί να ομφαλοσκοπεί στη συμμαχία με τους ‘Γκριλίνους’ και φθάνοντας έως την Λ’ Άκουιλα). Όμως πάνω απ’ όλα ιχνογραφούν την εικόνα του τέλους για το Κίνημα του Κόντε με τα ψηφοδέλτια του να μένουν στο 5% στη Γένοβα, 4% στον Τάραντα ή 1% στην Πάντοβα. Αν ήμουν ακόμα αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος, θα το σκεπτόμουν σοβαρά εάν θα έπρεπε να συμμαχήσω με το μεταρρυθμιστικό κέντρο (με το οποίο είχε καλύτερα αποτελέσματα τόσο με τους υποψηφίους μας, όσο και με εκείνους της Piu’ Europa/Azione, παρά με το Κίνημα». Αλλά και για τον Καλέντα, το πραγματικά καινοτόμο αποτέλεσμα του α΄ γύρου ήταν «το αναπτυσσόμενο πεδίο του μεταρρυθμιστικού χώρου» και διατύπωσε μήνυμα προς τον Λέτα για άνοιγμα, δηλώνοντας πως «πολιτική γραμμή δεν είναι να κατορθώσεις να συστρατεύσεις τη δεξιά».

Το ζήτημα όμως είναι πως οι δημοτικές εκλογές και ιδίως η αποτυχία του δημοψηφίσματος για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης, δείχνουν πως υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση και εμπιστοσύνη ανάμεσα στο πολιτικο-κοινωνικό υποκείμενο της Ιταλίας και την κομματική τάξη. Ή ακόμη ακόμη και με τις ευρύτερες συμμαχίες. Οι Ιταλοί νιώθουν, ιδίως μετά τα όσα συνέβησαν με την πανδημία, τον πόλεμο και τις αντιφάσεις της κυβερνώσας τάξης που έφεραν στην επιφάνεια, πως δεν συμμετέχουν και ούτε αντιπροσωπεύονται από τους θεσμούς και την κρατική εξουσία. Βέβαια, ο β’ γύρος φέρει τους ψηφοφόρους προ τετελεσμένων, που ίσως μόνον η αποχή θα δείξει εάν το αποδέχονται.

kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.