50 χρόνια από το κοινό πρόγραμμα της Αριστεράς και η αποσιώπηση του θριάμβου της NUPES

50 χρόνια από το κοινό πρόγραμμα της Αριστεράς και η αποσιώπηση του θριάμβου της NUPES

  • |

Ιστορικές αναλογίες που όπως η εκλογική επιτυχία του Ζαν-Λικ Μελανσόν και της νέας αριστερής συμμαχίας αποσιωπήθηκαν.

Γιώργης-Βύρων Δάβος

Τηρουμένων των αναλογιών, η εκλογική διαδικασία της 19ης Ιουνίου στη Γαλλία συμπίπτει με την υπογραφή του Κοινού Προγράμματος για την Αριστερά της 27ης Ιουνίου 1972. Την προγραμματική σύγκλιση ανάμεσα στο ηγεμονικό τότε Κομμουνιστικό Κόμμα, τους αναγεννημένους από το συνέδριο στο Επινέ Σοσιαλιστές του Φρανσουά Μιτεράν και τους Ριζοσπάστες. Εκείνη η συνεργασία που έμελλε να καρποφορήσει στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου 1973, όπου (άλλη ιστορική ομοιότητα) κατέληξε στην «Πύρρειο Νίκη» των κομμάτων της δεξιάς και την ιστορική άνοδο της Ένωσης της Αριστεράς και που μακροπρόθεσμα οδήγησε στην εκλογική ενδυνάμωση, την πρωτοκαθεδρία στο αριστερό φάσμα των Σοσιαλιστών και τελικά στη μεγάλη νίκη του Μιτεράν στις προεδρικές εκλογές (βλ. και S. Halimi «Sisyphe est fatigué», R.Laffont, Paris, 1993). Κυρίως δε, το Κοινό Πρόγραμμα συνέβαλε σε μια πολιτική ανασύνθεση στα αριστερά , για τα επόμενα 30 χρόνια, η οποία έληξε άδοξα με την τραγελαφική πολιτική του Φρανσουά Ολάντ, που επιτάχυνε την καταιγιστική προώθηση από τα οικονομικά και άλλα κέντρα του Εμανουέλ Μακρόν στην προεδρία.

Ιστορικές αναλογίες που, όπως και η εκλογική επιτυχία του Ζαν-Λικ Μελανσόν και της νέας αριστερής συμμαχίας NUPES αποσιωπήθηκαν όχι μόνον από το σύνολο του κατεστημένου ιταλικού Τύπου (με προεξάρχουσες τις Corriere della Sera, Repubblica), αλλά και στην Ισπανία (ιδίως με τη ναυαρχίδα των αντηχείων των ευρω-ατλαντικών συμφερόντων την El Pais). Μια τάση την οποία μιμήθηκαν εν πολλοίς και τα δικά μας συστημικά μέσα ενημέρωσης. Όλος ο ευρωπαϊκός Τύπος σχεδόν έσπευσε να στρέψει την προσοχή στην -τεχνητή άλλωστε- άνοδο της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν, είτε να αναφερθούν στην άνοδο του Μελανσόν σε συνδυασμό με την αύξηση των ποσοστών της ακροδεξιάς, σύμφωνα με τη μαυλιστική και αποπροσανατολιστική συκοφαντική τακτική της εξίσωσης «των δύο άκρων».

Είναι φυσικό πως και στη Γαλλία, αλλά και αλλού, προκειμένου να συντηρηθούν οι αντιδραστικές δυνάμεις και οι εξωκοινοβουλευτικοί μηχανισμοί που μοχλεύουν το καθεστωτικό μοντέλο παραγωγής και πολιτικής εκπροσώπησής του, πρέπει να υπερβάλλεται ο κίνδυνος της ακροδεξιάς. Από την επομένη του πρώτου γύρου των βουλευτικών εκλογών και αφού  άλλωστε είχε αποτύχει και στον β΄γύρο των προεδρικών εκλογών το στρατήγημα της ωφέλιμης ψήφου για το λεγόμενο «ρεπουμπλικανικό φράγμα» (barrage) απέναντι στη Λεπέν, ο Μακρόν αποδύθηκε σε μία εκστρατεία εναντίον της αριστεράς, αντί να σαλπίσει πανστρατιά ενάντια στην άνοδο της ακροδεξιάς. Το ήκιστα δημοκρατικό και πολύπλοκο εκλογικό σύστημα στη Γαλλία, με συνδυασμό εκλογής από τα ψηφοδέλτια και την προσωπική-μονοεδρική εκλογή βουλευτών στον β΄ γύρο, είναι προορισμένο να διατηρεί τη δύναμη των συντηρητικών και καθεστωτικών δυνάμεων και την προεδρική «αυταρχία στη Γαλλία» (βλ. Ζ. Μαρσαί, «Η δημοκρατική πρόκληση», Ορίζοντες, Αθήνα 1975, σελ. 77). Έτσι, ευνόησε και την έμμεση πριμοδότηση των ακροδεξιών υποψηφίων μέσα από την δυσφημιστική για τον Μελανσόν εκστρατεία, όπου κρινόταν η εκλογή βουλευτών ανάμεσα σε έναν της NUPES και του ακροδεξιού κόμματος.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούμε κάλλιστα να διακρίνουμε την εκλογική  λαθροχειρία που διευκολύνει το γαλλικό εκλογικό σύστημα: η παράταξη του Μακρόν με 7.988.648 ψήφους  αποσπά 246 έδρες, ενώ ο συνασπισμός του  NUPES με 6.746.239, εκλέγει μόλις 142 και το RN της Λεπέν με 3.590.174 ψήφους εκλέγει 89 βουλευτές. Δηλαδή το NUPES με μόλις 4% λιγότερες ψήφους από τον συνασπισμό του Μακρόν, εκλέγει  104 λιγότερους βουλευτές -καμία αναλογικότητα. Απεναντίας, η Λεπέν με λίγο πάνω από τις μισές ψήφους του Μελανσόν εκλέγει αναλογικά περισσότερους βουλευτές (δεκαπλάσιους από την προηγούμενη βουλή) και  παρουσιάζεται ως η νικήτρια των εκλογών! Ιδίως όταν αναλογιστούμε ότι η εκλογική άνοδός της βάσει των αποτελεσμάτων του 2017 είναι μόλις 590.000 ψήφοι. Κι οι 8 βουλευτές του τότε (με τη Λεπέν να έχει βάλει προεκλογικό στόχο τους 15) να γίνονται σήμερα 89, χάρις και στην αριστεροφοβική τακτική του  Μακρόν!

Ο «αστικός» Τύπος λοιπόν, στέκει στην φενακιστική εικόνα των τελικών αριθμών και αποσιωπά την κιβδηλοποιό εκλογική διαδικασία στη Γαλλία. Δεν εξηγούν το εκλογικό σύστημα γιατί αν το έπρατταν θα φαινόταν το μέγεθος της νίκης του Μελανσόν και η ιταμή συμπεριφορά του Μακρόν -που σε αντίθεση με το ρητό «καμία ψήφος στη Λεπέν» του αριστερού υποψηφίου, ο ίδιος αντέταξε ένα σχεδόν «καμία ψήφο σε αριστερό υποψήφιο». Το γαλλικό εκλογικό σύστημα είναι μονοεδρικό πλειοψηφικό σε δύο γύρους. Οι ψηφοφόροι χωρίζονται σε 577 μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες, εκτεταμένες σε όλη την επικράτεια. Βουλευτής από τον πρώτο γύρο εκλέγεται εκείνος που συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων, εφόσον η προσέλευση στις κάλπες ισοδυναμεί τουλάχιστον με το 25% των εγγεγραμμένων στους καταλόγους των τμημάτων. Σε αντίθετη περίπτωση την εκλογή ξαναδιεκδικούν σε β΄ γύρο οι δύο πρώτοι, ή όλοι όσοι έχουν συγκεντρώσει το 12,5% των ψηφοφόρων που είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους. Συνεπώς, είναι δυνατή μια επανάληψη με τρεις ή τέσσερις υποψήφιους. Σε τούτο το σημείο, η  προσέλευση στις κάλπες παίζει σημαντικό ρόλο. Όταν είναι υψηλή, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα για αναμέτρηση στον β΄ γύρο  τριών ή τεσσάρων υποψηφίων. Εάν είναι χαμηλή, το όριο του 12,5% ανεβαίνει όλο και περισσότερο και οι πέραν των δύο υποψηφίων πιθανότητες μειώνονται. Ενδεικτικά, το 2017 υπήρχε μόνο μία τριπλή αναμέτρηση, λόγω της χαμηλής προσέλευσης στις εκλογικές περιφέρειες (κάτω από το 50%). Όποιος κερδίσει τον δεύτερο γύρο εκλέγεται βουλευτής. Σε περίπτωση ισοψηφίας κερδίζει ο μεγαλύτερος σε ηλικία υποψήφιος.

Διαπιστώνουμε πως το γαλλικό εκλογικό σύστημα τείνει να ευνοεί ή να μειονεκτεί λίστες (όσον αφορά τις έδρες που αποκτώνται) ανάλογα με την ικανότητά τους να δημιουργούν συμμαχίες ενόψει της ψηφοφορίας μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου γύρου. Εμβληματική περίπτωση είναι ακριβώς αυτή του Εθνικού Μετώπου που το 2017 με 13,20% στον πρώτο γύρο και 8,75% στον δεύτερο γύρο, τελικά κατάφερε να πάρει 8 έδρες, ίσες με 1,39%. Αντίστροφα, σε αυτές τις εκλογές, με σχεδόν τις ίδιες ψήφους, αξιοποιώντας τον «αντίστροφο» μηχανισμό, δεκαπλασιάζει τον αριθμό των αιρετών.

Ο Μακρόν αντιλαμβάνεται πλέον πως η μονοκρατορία του έχει φυγαδευτεί και θα πρέπει να συμπράττει ad hoc με μία απρόθυμη αντιπολίτευση. Αυτήν που πριν από πέντε χρόνια ήλθε να ισοπεδώσει, με τη βοήθεια των μοχλών της πολιτικο-οικονομικής ηγεμονίας και με υπομόχλια τα μέσα ενημέρωσης και να τη συσπειρώσει μέσα από την φαλκιδευμένη ιδεολογία του «ακραίου κέντρου». Η αυταρχικότητα και η αλαζονεία όμως στην πραγμάτευση των μεγάλων και κρίσιμων ζητημάτων, η τελική αποτυχία στην επίλυση κάθε οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού ζητήματος από τον Μακρόν, καθιστά αναγκαίο να επισείει κάθε τόσο τον κίνδυνο μίας ανατροπής του πολιτεύματος. Ο κίνδυνος για «ακροδεξιά εκτροπή» ή για μία αναχρονιστική επαναφορά του «κομμουνιστικού κινδύνου», υπό τον μανδύα του ένθεν κι ένθεν λαϊκισμού είναι απαραίτητο να αναζωπυρώνεται.

Στο εγγύς μέλλον ο Μακρόν είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίσει, μαζί με την οικονομική και δημοσιονομική και μία πολιτική κρίση. Οι οικονομικές «μεταρρυθμίσεις» που ονειρευόταν ότι θα μπορούσε να φέρει δίχως πια πολιτικό κόστος να τον φοβίζει γίνεται πλέον πολύ περίπλοκο, εάν όχι αδύνατο, να περάσουν από τη μειοψηφία του στη νέα Εθνοσυνέλευση, ενώ και οι οικονομικές συγκυρίες αναμένεται να εκτοξεύσουν το έλλειμμα, που θα είναι δύσκολο να συγκρατηθεί στο 3% χωρίς να πυροδοτήσει κοινωνική έκρηξη. Για αυτό τον λόγο η ενότητα της Αριστεράς σε ένα κοινό πρόγραμμα του είναι επικίνδυνη. Το πείραμα του 1972, που και πάλι είχε εκπονηθεί με φόντο την οξύτατη ενεργειακή κρίση της εποχής, τον μεγάλο πληθωρισμό και την ανεργία, την απειλή στα εργασιακά δικαιώματα (και από την ανάδυση του νέου μοντέλου παραγωγής και την τεχνολογία του), έχει αποδείξει σε πόσο μεγάλο βαθμό μπορεί να απειλήσει την αχαλίνωτη εφόρμηση του μεγάλου κεφαλαίου και των διεθνών μονοπωλίων. Η κοχλάζουσα ακόμη επίδραση των «Κίτρινων Γιλέκων» είναι πάντα ορατή στη Γαλλία και μία αναβίωσή της είναι διαρκώς υποθρώσκουσα, όσο τα προβλήματα διαιωνίζονται.

Και για όσον καιρό ο σχηματισμός μίας κυβέρνησης υπό την Ελιζαμπέτ Μπορν φαντάζει μία αδιέξοδη παρτίδα σκάκι, ο Μακρόν μάλλον οδηγείται στο να οραματίζεται μία λύση «α λα Γερμανικά» ή «Ιταλικά», με κυβερνήσεις πολυκομματικές και διεμβολισμούς σε πρόσωπα ή σχηματισμούς ακόμη και μέσα στην αριστερή συμμαχία. Ήδη, από την επομένη των εκλογών, ο Τύπος είχε αρχίσει να τεχνουργεί ερωτήματα σχετικά με την ευημερία και το μέλλον αυτής της συμμαχίας, μετά και την άρνηση των Οικολόγων και του Κομμουνιστικού κόμματος να δημιουργηθεί μία συμπαγής κοινοβουλευτική ομάδα. Μολονότι τα δύο εν λόγω κόμματα ευνοήθηκαν από την κοινή κάθοδο με τη NUPES αποτελούν έναν αστάθμητο παράγοντα για τη συντήρηση των αριστερών δυνάμεων στο Κοινοβούλιο ή την έκθυμη αντιπολιτευτική στάση. Με δεδομένο πάντα τον φόβο για τον καιροσκοπισμό του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που είναι εξακολουθητικά πρόθυμο να συμπλεύσει με τον Μακρόν, αποβλέποντας με μία trahison des clercs να μπει ακόμη και σε κυβερνητικό σχήμα, είναι αβέβαιο εάν θα υπάρξει μακροημέρευση. Προς το παρόν, πάντες ομνύουν για τη σύμπραξη, τουλάχιστον επί τη βάσει της προγραμματικής συμφωνίας και των βλέψεών της:  κατώτατος μισθός στα 1.500 ευρώ, σύνταξη στα 60, συγκράτηση τιμών. Ούτε λόγος φυσικά για κοινή κάθοδο στις Ευρωεκλογές του 2024, καθώς η απλή αναλογική ευνοεί απόλυτα την εκλογή εκπροσώπων στο Ευρωκοινοβούλιο.

Η υπόμνηση του Συμφώνου για την Αριστερά του 1972, ως μοντέλου για την οικοδόμηση των συνθηκών που θα επαναφέρουν μία προοδευτική διακυβέρνηση στο προσκήνιο είναι συνεπώς ασύμφορη. Η μόνη λύση για την εξουσία είναι είτε να δυσφημίζει την Αριστερά, είτε να υπερβάλλει τον ακροδεξιό κίνδυνο. Για την παγκόσμια ηγεμονική κουλτούρα των «μεταρρυθμίσεων» υπέρ του κεφαλαίου, δεν είναι νοητή η όποια κοινωνική ή πολιτική επιλογή που αναφέρεται στη «ριζοσπαστική αριστερά», η  έκφραση των λαϊκών αναγκών, που έρχονται σε αντίθεση με τα προγράμματά της.

Η απόλυτη ακαμψία αυτού του σχήματος, βάσει του οποίου στην υπερεθνική διακυβέρνηση (Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΔΝΤ κλπ) και στη  «φιλοευρωπαϊκή» και «οραματική» φιλελεύθερη δεξιά αντιτίθεται από  μια ρατσιστική και εθνικιστική ακροδεξιά και μία λαϊκιστική ριζοσπαστική αριστερά, όμως έχει δημιουργήσει αυτό που κατά τα λεγόμενά της θέλει να αποφύγει (όσο κι αν ιστορικά την έχει χρησιμοποιήσει για να εξυπηρετηθεί): να αποκτήσει κοινωνικές ρίζες η ακροδεξιά. Η σιωπή προς τα Αριστερά και η εκκωφαντική κινδυνολογία προς τα ακροδεξιά δεν διευκολύνουν, αλλά συντηρούν τα αδιέξοδα και τους κινδύνους για την ίδια τη Δεξιά.

kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.