Πόλεμος στην Ουκρανία: Να δούμε το δάσος και όχι το δέντρο, του Σπύρου Κωνσταντινίδη

Πόλεμος στην Ουκρανία: Να δούμε το δάσος και όχι το δέντρο, του Σπύρου Κωνσταντινίδη

  • |

Τέσσερις μήνες από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι όποιες αρχικές προβλέψεις για γρήγορες εξελίξεις αποτελούν πια οριστικό παρελθόν: Το αμερικανικό ανδρείκελο Ζελένσκι και η κυβέρνησή του είναι αποφασισμένοι να σύρουν το λαό τους σ’ ένα πόλεμο διαρκείας χωρίς φειδώ για ανθρώπινες και υλικές απώλειες, ενώ και οι υπερφιλόδοξες προθέσεις του Πούτιν για επιβολή των επιδιώξεών του μέσου της στρατιωτικής πίεσης στην πρωτεύουσα απεδείχθησαν ανεπαρκείς.

Αυτή η εξέλιξη αποτελεί δυσοίωνη ποιοτική αναβάθμιση της πολεμικής σύγκρουσης που απαιτεί και επιβάλλει πολιτικό αναστοχασμό και κινηματική στράτευση ενός φιλειρηνικού, αντιπολεμικού, αντιιμπεριαλιστικού κινήματος με διεθνιστική οπτική, ικανού να συμβάλλει και στο βαθμό που μπορεί, να επιβάλλει το σταμάτημα του πολέμου.

Η ειρηνική διευθέτηση με μια αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων για μια Ουκρανία ελεύθερη, αντιφασιστική και δημοκρατική, ανεξάρτητη από κάθε ιμπεριαλιστική ένωση, χωρίς αλλαγή συνόρων, αποτελεί ουσιαστικά φιλολαϊκή έξοδο από τη σύγκρουση και εκπροσωπεί τα συμφέροντα του ρωσικού και ουκρανικού λαού, αλλά και των λαών όλου του πλανήτη.

Πολιτικές απόψεις μέσα στην Αριστερά που άμεσα ή έμμεσα εύχονται ή επιδιώκουν τη νίκη του ενός ή του άλλου σημαίνουν συνέχιση του πολέμου και, ανεξάρτητα από τις προθέσεις, αγνοούν ίσως ή υποτιμούν ότι μέσω του πολέμου και επί του πεδίου των μαχών προωθούνται και αναπτύσσονται συμμαχίες που όχι μόνο δεν έχουν σχέση με τους λαούς και τα συμφέροντα τους, αλλά απειλούν να φαλκιδεύσουν σε βάθος χρόνου κάθε απελευθερωτική απόπειρα.

Δεν θα βοηθήσει τον εργατικό και λαϊκό αγώνα εάν στον παλιό παγκόσμιο χωροφύλακα, στο ΝΑΤΟ, προστεθεί ακόμη μια παγκόσμια στρατιωτική συμμαχία. Ένα νέο στρατιωτικό και πολιτικο-οικονομικό δίπολο «Ανατολής – Δύσης», ανεξάρτητα από διακηρύξεις, θα αποτελεί έναν χωροφύλακα, ένθεν και ένθεν, της επιβολής μια νέας τάξης πραγμάτων, θα εκπροσωπεί και θα επιβάλει τα ταξικά συμφέροντα των κυρίαρχων αστικών τάξεων, θα καταπατά με τον πιο βίαιο τρόπο τον εσωτερικό εχθρό και θα υποτάσσει στα κρατικά συμφέροντα των κυρίαρχων ιμπεριαλιστών τις διεθνείς σχέσεις των πιο αδύναμων κρατικών οντοτήτων.

Αυτό δε, σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού για την ηγεμονία θα αποτελεί μια συνεχή πυριτιδαποθήκη για ένα νέο ιστορικό κύκλο πολέμων με σαφείς κινδύνους για παγκόσμια σύρραξη υπό την απειλή πάντα της πυρηνικής σύγκρουσης. Μέσα σ’ αυτό το κάδρο είναι σαφές ότι κάθε απόπειρα κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης των καταπιεσμένων τάξεων και κρατών θα αντιμετωπίζει την λυσσώδη καταστολή εσωτερικά και διεθνώς την κυριαρχία καταπιεστών.

Ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός μήτρα του σύγχρονου πολέμου
Το τελευταίο διάστημα μια λέξη-έννοια χρησιμοποιήθηκε πολύ στη δημόσια συζήτηση, σε έντυπα και στο διαδίκτυο. Αυτή δεν είναι άλλη από τον «ιμπεριαλισμό». Ας παραθέσουμε ξανά τον σύντομο ορισμό του Λένιν, αν και ανεπαρκής ως σύντομος και χρήζων περαιτέρω εξέλιξη λόγω των τεράστιων αλλαγών στην παγκόσμια οικονομία, είναι επαρκώς αναγκαίος γιατί συνοψίζει την ουσία (Άπαντα Λένιν, Εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Τόμος 27, σελίδα 332).

Βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού είναι:
1. Η συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου που έχει φθάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή.
2. Συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση του «χρηματιστικού κεφαλαίου».
3. Εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτά η εξαγωγή κεφαλαίου σε διάκριση με την εξαγωγή εμπορευμάτων.
4. Συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών οι οποίος μοιράζονται τον κόσμο.
5. Έχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις καπιταλιστικές δυνάμεις.

Οι παραπάνω όροι είναι σαφές ότι δίνουν οικονομικό και όχι πολιτικό περιεχόμενο στον «ιμπεριαλισμό» και είναι επίσης σαφές ότι ισχύουν για όλες τις ανεπτυγμένες σημερινές καπιταλιστικές χώρες: για τη Ρωσία και την Κίνα, την Αμερική και τη Γερμανία αλλά και την Ολλανδία, το Βέλγιο, αλλά και για την Ελλάδα και την Τουρκία. Ποια ανάλογη αναπτυγμένη οικονομία δεν έχει περάσει και μάλιστα, προ πολλού, στο «στάδιο του ιμπεριαλισμού», δηλ. του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ο ιμπεριαλισμός εμφανίζεται στο σημείο που η ποσοτική ανάπτυξη των πέντε όρων μετατρέπεται σε μια νέα ποιότητα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Και προφανώς, η πλήρης καπιταλιστική ενσωμάτωση της Ρωσίας και της Κίνας στην παγκόσμια αγορά, ήδη από τη δεκαετία του ΄90, δεν έγινε σε ένα περιβάλλον πρώιμου, βιομηχανικού σταδίου, αλλά στο περιβάλλον ενός προχωρημένου ιμπεριαλισμού/μονοπωλιακού καπιταλισμού, που οδεύει μάλιστα προς ένα νέο στάδιο.

Και αυτή είναι μια ιστορική περίοδος που ισχύει και σήμερα και απαιτεί από τη σύγχρονη κομουνιστική σκέψη βαθύτατη ανάλυση με στόχο την ανακάλυψη και αποκάλυψη των σύγχρονων δαιδαλωδών δρόμων που συντελείται η συγκρότηση των πολυεθνικών κολοσσών που κυριαρχούν στον πλανήτη, τις μορφές άντλησης υπεραξίας από την εργατική τάξη μέσω διεθνικών εκμεταλλευτικών αλυσίδων και πώς αυτά εκπροσωπούνται στη σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών κρατικών σχηματισμών και των συμμαχιών τους στην πάλη για την ηγεμονία.

Το Σύγχρονο Κομουνιστικό Σχέδιο επιχειρεί να συνεισφέρει στην αναζήτηση και τον διάλογο με την επεξεργασία του για τον «Ολοκληρωτικό Καπιταλισμό» ως ποιοτική εξέλιξη του ιμπεριαλισμού, όπου οι πέντε όροι του αναπτύσσονται εντός του νέου σταδίου σε μια νέα ποιότητα (κείμενο «Για τις Επαναστάσεις και τον Κομμουνισμό του 21ου Αιώνα. Ζητήματα στρατηγικής. Πρόταση διαλόγου», βλ, komnon.gr), χωρίς να επιμένει δογματικά στην πλήρη υιοθέτηση των αναλύσεών του από τα άλλα ρεύματα για να αναπτυχθεί αυτός ο διάλογος.

Χρειάζεται να ορίζουμε και να αναγνωρίζουμε τα ιμπεριαλιστικά κράτη μέσα από την πραγματική τους βάση, δηλ. από την οικονομία και όχι μονομερώς ή μερικώς, από τη δυνατότητα επεκτατικής στρατιωτικής πολιτικής (που αποτελεί και την πεμπτουσία της καουτσκικής άποψης για τον ιμπεριαλισμό).

Επίσης, χρειάζεται να κατανοούμε, να αναλύουμε και να προσεγγίζουμε τη σκληρή διαπάλη – ανταγωνισμό – σύγκρουση που συντελείται στον πυρήνα της πάλης για την ηγεμονία, στην αδυσώπητη οικονομική σύγκρουση των μονοπωλιακών κολοσσών και να εξετάζουμε πώς αυτή εκπροσωπείται και εκφράζεται μέσω μητρικών κρατικών οντοτήτων. Να κατανοούμε ότι η πολεμική σύγκρουση αποτελεί πάντα μια κορυφαία στιγμή αυτής της διαπάλης. Ότι είναι συνέχεια, συνέπεια και αποτέλεσμα αυτής της διαπάλης. Για να θυμηθούμε και τον Κλαούζεβιτς: «Ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Θα λέγαμε ότι «ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η συνέχεια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού με άλλα μέσα».

Ο πόλεμος στον τομέα της οικονομίας είναι συνεχής, διεξάγεται σε όλο τον πλανήτη και το πεδίο των μαχών είναι κατάσπαρτο από τα πτώματα του προλεταριάτου και των λαών. Η σύγκρουση για πρώτες ύλες, για φθηνή εργατική δύναμη (υπεραξία), σφαίρες επιρροής, για επενδύσεις (εξαγωγή κεφαλαίων), για αγορές (εξαγωγές προϊόντων), για καταλήστευση των λαών μέσω του χρέους (τράπεζες) και για υποταγή σε στρατιωτικο-οικονομικά μπλοκ χωρών, αποτελεί την ουσιαστική αιτία των πολεμικών συγκρούσεων.
Να συμφωνήσουμε στα προφανή.
Να συγκρουστούμε στα επίδικα.
Να ενωθούμε στο κύριο.

Η συζήτηση στην ελληνική Αριστερά

Μέσα από την αντιιμπεριαλιστική αγωνία και το βαθύ ταξικό μίσος στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό απαιτείται μια χαρτογράφηση του πολιτικού χάρτη στην ελληνική κοινωνία με κεντρικό άξονα τη συζήτηση στους χώρους της Αριστεράς και τη στάση της απέναντι στον πόλεμο.

Στη χώρα μας οι έννοιες πόλεμος, εισβολή, κατοχή, προσαρτήσεις, δικτατορίες, εγκληματικά εμπάργκο, είναι απόλυτα ταυτισμένες με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Και αυτό αποτελεί ιστορική κατάκτηση του λαού μας με σημαντική συνεισφορά του κομουνιστικού – αριστερού αντιιμπεριαλιστικού πολιτικού δυναμικού, αλλά και τις εμπειρίες από το ρόλο των Αμερικανών στον εμφύλιο, τη χούντα του ’67, το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου την εισβολή και κατοχή της β. Κύπρου.

Με βάση τα παραπάνω καθορίστηκε και η στάση απέναντι στον πόλεμο. Η μεγάλη πλειοψηφία θεωρεί ότι οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ φέρουν την κύρια ευθύνη και αποδοκιμάζουν τη δράση τους. Προβάλουν ως κυρίαρχη γραμμή την αντίσταση στην ιμπεριαλιστική συμμαχία που ανήκει η χώρα μας (ΝΑΤΟ) με ταυτόχρονη καταδίκη της κυβέρνησης και των κομμάτων που ταυτίζονται με τις επιδιώξεις των Αμερικάνων (πολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές). Αποδοκιμάζουν τον Ζελένσκι και τον εναγκαλισμό του (υποταγή) στο ΝΑΤΟ και την ταύτισή του με τους Ναζιστές. Από αυτή τη σκοπιά, όταν αυτή η στάση συνυπάρχει με μια ταυτόχρονη αποδοκιμασία της ρωσικής εισβολής, επ’ ουδενί αποτελεί ψόγο περί «νατοϊκής Αριστεράς».

Είναι ενδιαφέρουσα η σκληρή κριτική και η άρνηση αποδοχής από ορισμένα τροτσκιστικά ρεύματα των άθλιων φιλονατοϊκών παρεμβάσεων της Γραμματείας της 4ης Διεθνούς. Και αυτό ισχύει για οργανώσεις που διατηρούν όχι μόνο πολιτικούς, αλλά και οργανωτικούς δεσμούς. Οι ελάχιστες διαφοροποιήσεις επί το νατοϊκότερο από αρθρογράφους ή μικρά ρεύματα ή συνιστώσες οργανώσεων δεν αλλάζει την πραγματικότητα.

Μήπως όμως μέρος Αριστεράς στράβωσε το ραβδί από την αντίθετη πλευρά;
Ορισμένες πολιτικές δυνάμεις, ενώ έχουν μια τυπική καταδίκη της ρωσικής εισβολής, κυρίως αναπτύσσουν έναν φιλορωσικό λόγο που αθωώνει ή δικαιολογεί κάθε ρωσική κίνηση.
Βασικά επιχειρήματα είναι:

1. Η Ρωσία αναγκάστηκε να εισβάλει για να υπερασπιστεί την εθνική υπόσταση του κράτους της.
2. Τον πόλεμο προκάλεσε η Νατοϊκή απόπειρα περικύκλωσης της Ρωσίας άρα είναι αμυντικός και όχι επιθετικός.
3. Η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική δύναμη.
4. Στόχος των Ρώσων είναι η στήριξη των Λ.Δ. του Ντονμπάς και η συντριβή του Ναζισμού, Τ. Αζόφ κ.τ.λ.
5. Οι λαοί έχουν να κερδίσουν από μια ήττα (αποδυνάμωση των ΗΠΑ στρατιωτικά).
6. Καλύτερα πολυπολικός κόσμος παρά η αυτοκρατορική ηγεμονία των Αμερικανών.

Κάποια από τα επιχειρήματα απαντήθηκαν ήδη και κάποια αποδυναμώθηκαν ή ακυρώθηκαν από τις ίδιες τις εξελίξεις του πολέμου. Οι αρχικοί ισχυρισμοί για την αιτιολόγηση της εισβολής για α) διεθνιστική στήριξη του ΛΔ του Ντονμπάς και β) χτύπημα του ναζισμού, έχουν ήδη εξαφανισθεί από τη ρωσική ρητορική.

Η στρατιωτική πραγματικότητα, ο κατακτητικός πόλεμος για την κατάληψη και προσάρτηση της Ανατολικής Ουκρανίας (τουλάχιστον) δεν αφήνει περιθώρια για τους πραγματικούς στόχους. Έτσι η τελευταία δήλωση του Πούτιν είναι εξαιρετικά σαφής: «Η Ρωσία μετά τον πόλεμο θα επιβάλει την αναβάθμιση του ρόλου της στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων».
Όμως για την κομουνιστική Αριστερά έχει ιδιαίτερη αξία και η στάση αρχών στην υπεράσπιση μιας κατάκτησης των λαών του αντιαποικιακού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος των μικρών χωρών που αναγνωρίστηκαν και στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Το απαραβίαστο των συνόρων, των εισβολών, των προσαρτήσεων προστατεύει και υπερασπίζεται αδύναμες χώρες απέναντι στην επιθετικότητα των ισχυρών και αποτέλεσε για δεκαετίες ισχυρό ιδεολογικό και πολιτικό όπλο στα χέρια του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Έδινε και δίνει ηθική, πολιτική και ιδεολογική ανωτερότητα, στριμώχνει επιτιθέμενους ιμπεριαλιστές και συγκροτεί πειστικό αντιιμπεριαλιστικό λόγο. Κάθε αμφισβήτηση αποτελεί βαρύ πλήγμα σε βάρος των λαών και απαλλάσσει μεταχρονολογημένα και με ιστορικό βάθος ιμπεριαλιστικά εγκλήματα των Αμερικάνων.

Μια δεύτερη οπτική είναι η προσδοκία ότι μια πιθανή ήττα των Αμερικάνων θα κοντύνει την εμβέλεια τους και θα αδυνατίσει την ικανότητα – δυνατότητα για επεμβάσεις. Αυτή η σκέψη που εν πολλοίς συνάδει και με το ταξικό μίσος απέναντι στον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τις τραγικές αναμνήσεις των λαών (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, αλλά και παλαιότερα Παναμάς, Γρανάδα) δεν συνυπολογίζει στη συλλογιστική της το ψήλωμα, τις νέες απαιτήσεις αλλά και τις δυνατότητες του άλλου μπλοκ Ρωσίας – Κίνας κ.α.

Τα συμφέροντα της ρωσικής και της κινεζικής ολιγαρχίας εκπροσωπούνται από τα καπιταλιστικά κράτη τους και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους και στη μάχη για την ηγεμονία είναι και θα είναι εξίσου σκληροί και επιθετικοί. Έτσι ο νέος «πολυπολικός κόσμος» θα επεκτείνει τα δεσμά, θα απλωθεί σα χταπόδι και θα πνίγει κάθε απόπειρα εργατικής, λαϊκής ή εθνικής χειραφέτησης. Θα είναι ένας κόσμος δυστοπικός για τα λαϊκά και εργατικά συμφέροντα.

Μια φιλολαϊκή διέξοδος σ’ αυτή τη σύγκρουση μπορεί να είναι η διεθνιστική αντιιμπεριαλιστική μάχη για την ήττα και αποδυνάμωση και των δύο πόλων, όπου ο καθένας πρέπει να αγωνίζεται για την ήττα των «δικών του» ιμπεριαλιστών και κυβερνήσεων. Για τη δημιουργία, ενίσχυση και νίκη του τρίτου πραγματικού αντίπαλου του ιμπεριαλισμού, της αντιπολεμικής, φιλειρηνικής, αντιιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

.kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.