ΗΠΑ: Οργανωμένη «επιδημία» απαγόρευσης βιβλίων στις σχολικές βιβλιοθήκες του Ανδρέα Κοσιάρη

ΗΠΑ: Οργανωμένη «επιδημία» απαγόρευσης βιβλίων στις σχολικές βιβλιοθήκες του Ανδρέα Κοσιάρη

  • |

Ένα κύμα απαγορεύσεων βιβλίων «πνίγει» τις σχολικές βιβλιοθήκες στις ΗΠΑ, τροφοδοτούμενο από συντηρητικές οργανώσεις «ανήσυχων γονέων» με στόχο βιβλία που μιλούν για τη σεξουαλικότητα και τον ρατσισμό.

Στην τελευταία της έκθεση η οργάνωση PEN America, που υπερασπίζεται το δικαίωμα στη λογοτεχνική ελευθερία της έκφρασης, σημειώνει πως μέσα σε ένα έτος από τον Ιούλιο του 2021 έως τον Ιούνιο του 2022 κατέγραψε περισσότερα από 2.500 ξεχωριστά περιστατικά απαγορεύσεων βιβλίων, που αφορούν περισσότερους από 1.600 τίτλους βιβλίων. Οι καταγεγραμμένες απαγορεύσεις συνέβησαν συνολικά σε 138 τοπικές σχολικές διευθύνσεις σε 32 πολιτείες των ΗΠΑ και αφορούν συνολικά περισσότερα από 5.000 σχολεία και σχεδόν 4 εκατομμύρια μαθητές.

Η συντριπτική πλειοψηφία των απαγορευμένων βιβλίων θίγουν ζητήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα και τον ρατσισμό. Το 41% των βιβλίων έχει ΛΟΑΤΚΙ+ θεματική ή πρωταγωνιστές ή σημαντικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, ενώ το 40% έχει πρωταγωνιστές ή σημαντικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες που δεν είναι λευκοί.

Σύμφωνα με την ανάλυση της PEN America, πίσω από το κύμα απαγορεύσεων βρίσκονται τουλάχιστον 50 οργανώσεις, εκ των οποίων η πλειοψηφία ιδρύθηκε τα τελευταία δύο χρόνια. Πρόκειται για οργανώσεις «ανήσυχων γονέων», κάποιες εκ των οποίων οργανώνονται εξολοκλήρου διαδικτυακά (πχ. σε ομάδες στο Facebook), οι οποίες χρησιμοποιούν παρόμοιες τακτικές. Διαμοιράζουν κοινές λίστες με «ανάρμοστα βιβλία», οργανώνουν μαζικές παραστάσεις διαμαρτυρίας σε συνεδριάσεις τοπικών σχολικών διευθύνσεων, κατηγορούν συγγραφείς, εκπαιδευτικούς και βιβλιοθηκάριους ότι «προωθούν πορνογραφικό υλικό» και «αποπλανούν» τους μαθητές. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτές τις διαμαρτυρίες εκκινούν ποινικές διαδικασίες εναντίον όσων θεωρούν υπεύθυνους — ποινικές διαδικασίες που συνδέονται με συντηρητικές νομοθεσίες που έχουν ψηφιστεί σε συγκεκριμένες πολιτείες.

Οι οργανώσεις αυτές είναι ως επί το πλείστον «Χριστιανικής εθνικιστικής» ιδεολογίας, ενώ υπάρχουν και καταγεγραμμένες περιπτώσεις όπου τα άτομα που παρουσιάζονται ως «ανήσυχοι γονείς» δεν έχουν παιδιά ή τα παιδιά τους δεν φοιτούν στα δημόσια σχολεία όπου στοχεύουν οι απαγορεύσεις.

Όπως τονίζει η Σουζάν Νόσελ, διευθύνων σύμβουλος της Pen America, πρόκειται για «μία συντονισμένη εκστρατεία για την απαγόρευση βιβλίων που διεξάγεται από σύνθετες, ιδεολογικές και καλά χρηματοδοτούμενες οργανώσεις πίεσης», που σε πολλές περιπτώσεις έχουν δεσμούς με πολιτικούς της αμερικανικής δεξιάς.

Μία από τις οργανώσεις που ξεχωρίζουν είναι οι «Μαμάδες για την Ελευθερία» (Moms for Liberty), που δημιουργήθηκε το 2021 και έχει πλέον περισσότερα από 200 τοπικά παραρτήματα. Οι ιδρύτριες της οργάνωσης εμμένουν πως η χρηματοδότησή της γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από συνδρομές μελών και πωλήσεις εμπορικού υλικού, όμως οι δεσμοί της οργάνωσης με «Επιτροπές Πολιτικής Δράσης» ρίχνουν αμφιβολίες σε αυτόν τον ισχυρισμό.

Οι Επιτροπές Πολιτικής Δράσης (Political Action Committees – PACs), είναι στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα τα οχήματα μέσω των οποίων πραγματοποιείται η συχνά αδιαφανής χρηματοδότηση πολιτικών από τον επιχειρηματικό κόσμο. Πρόκειται για συνέπεια της διαβόητης απόφασης «Citizens United» του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το 2010, σύμφωνα με την οποία τα χρήματα μπορούν να θεωρηθούν ελευθερία της έκφρασης και οι επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης όπως ακριβώς κάθε πολίτης. Το αποτέλεσμα ήταν να εκτοξευτούν οι ήδη τρομακτικά υψηλές προεκλογικές δαπάνες των Αμερικανών πολιτικών σε τοπικό και ομοσπονδιακό επίπεδο, με πακτωλούς χρημάτων από επιχειρηματικά συμφέροντα να προωθούνται στις πολιτικές εκστρατείες μέσω αυτών των PACs.

Μία τουλάχιστον από αυτές τις Επιτροπές που δρα στην πολιτεία της Φλόριντα, οι Συντηρητικοί για την Καλή Κυβέρνηση (Conservatives for Good Government) έχει προσφέρει χρηματοδότηση στις προαναφερθείσες Μαμάδες. Η ίδια Επιτροπή χρηματοδότησε την προεκλογική καμπάνια του κυβερνήτη της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις και τις προεκλογικές εκστρατείες της πολιτείας για τους Ρεπουμπλικανούς υποψήφιους για τη Γερουσία των ΗΠΑ. Οι Μαμάδες συνδέονται επίσης με το «θινκ τανκ» Heritage Foundation, ίσως τη σημαντικότερη συντηρητική «δεξαμενή σκέψης» που από τη δεκαετία του 1970 έχει προωθήσει ακραία συντηρητικούς πολιτικούς σκοπούς χρηματοδοτούμενη με αφορολόγητες δωρεές από τον επιχειρηματικό κόσμο.

Το όλο «κίνημα» ενάντια σε συγκεκριμένα βιβλία στις αμερικανικές σχολικές βιβλιοθήκες ακολουθεί πιστά τα βήματα πολλών άλλων συντηρητικών αμερικανικών «κινημάτων» της τελευταίας δεκαπενταετίας. Αρχής γενομένης από το περίφημο «Κόμμα του Τσαγιού» (Tea Party) που έδρασε στην πρώτη θητεία του Μπαράκ Ομπάμα, αυτού του είδους η οργανωμένη δράση μιμείται και παρουσιάζει εαυτόν ψευδώς ως «κίνημα βάσης». Η απόκρυψη αυτή των πραγματικών κινήτρων και της χρηματοδότησης ενός «κινήματος» για να μοιάζει με «κίνημα βάσης», έχει ήδη από τη δεκαετία του 1980 λάβει το δικό της όνομα, «astroturfing», από τη μάρκα ενός πλαστικού χλοοτάπητα που μοιάζει με αληθινό γρασίδι.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι απαγορεύσεις βιβλίων στις αμερικανικές σχολικές βιβλιοθήκες μπορούν να ενταχθούν σε μία γενικότερη εκστρατεία συντηρητικοποίησης που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ και η οποία μοιράζεται χρηματοδότες με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Η εκστρατεία αυτή τάσσεται ιδιαίτερα ενάντια στη δυνατότητα της αμερικανικής νεολαίας να έχει πρόσβαση σε διαφορετικές αφηγήσεις για τη ζωή, που ξεφεύγουν από το καλούπι μιας Χριστιανικής, πατριαρχικής και ετεροκανονικής πραγματικότητας. Όπως και σε πιο ευρείες αφηγήσεις για την ιστορία της ίδιας της Αμερικής — πολλά από τα απαγορευμένα βιβλία αφηγούνται πραγματικές ή μυθιστορηματικές ιστορίες σκλάβων, ή ρίχνουν φως σε περιστατικά της αμερικανικής ιστορίας που το κράτος έχει επιλέξει να αποκρύψει, όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ιαπωνικής καταγωγής Αμερικανών κατά τη διάρκεια του Β’ΠΠ.

Στα βιβλία που έχουν απαγορευθεί συγκαταλέγονται τίτλοι πολυβραβευμένων συγγραφέων, όπως κατόχων Νόμπελ Λογοτεχνίας και βραβείου Μπούκερ. Στα ονόματα των συγγραφέων συναντά κανείς επί παραδείγματι τη Μάργκαρετ Άτγουντ και τον ιστορικό Χάουαρντ Ζιν.

.kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.