Βραζιλία: Η εντυπωσιακή κοινωνική ανθεκτικότητα του μπολσοναρισμού

Βραζιλία: Η εντυπωσιακή κοινωνική ανθεκτικότητα του μπολσοναρισμού

  • |

Η δύναμή του συνεχίζει να εκπλήσσει. Ανέβηκε έξι μονάδες στον δεύτερο γύρο, έναντι τριών μονάδων του Λούλα. Οι οπαδοί του συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου για τη «Βραζιλία τους». Πίσω από τη στάση αυτή υπάρχουν αιτίες διαρθρωτικού χαρακτήρα.

Πηγή: Brecha (4.11.2022) | Μετάφραση: Α.Λ.

«Η σόγια και οι αγροτικές επιχειρήσεις έχουν εκτοπίσει την εξόρυξη ως κύρια πηγή εξαγωγών», σημειώνει ένας στενός συνεργάτης της κυβέρνησης του Λουίς Άρσε στη Λα Πας. Κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί και για μερικές ακόμα χώρες της περιοχής. Στη Βραζιλία, ειδικότερα, η αγροτική βιομηχανία έχει εκτοπίσει τη μεταποιητική βιομηχανία σε μια εκτεταμένη διαδικασία αποβιομηχάνισης που έλαβε χώρα, κυρίως, υπό τις κυβερνήσεις του Κόμματος των Εργαζομένων (PT), μεταξύ 2003 και 2016.

Δεν πρόκειται για ένα αποκλειστικά βραζιλιάνικο φαινόμενο, αλλά για μια μια συνδυασμένη συνέπεια της ανόδου της Κίνας και της χρηματιστικοποίησης της δυτικής οικονομίας. Ο πολιτικός επιστήμονας Μιγκέλ Λάγο (Miguel Lago), σε ένα άρθρο του στη Folha de São Paulo (1.11.22), προσπαθεί να διερευνήσει, γιατί ένας πρόεδρος που έκανε τη ζωή των Βραζιλιάνων χειρότερη, έφτασε στον δεύτερο γύρο και κοντά στη νίκη. Υποστηρίζει ότι οι απλουστευτικές εξηγήσεις δεν αρκούν και ότι αυτό δεν αποτελεί φαινόμενο συντηρητισμού. «Ο Μπολσονάρου είναι ένας ακροδεξιός επαναστάτης», σημειώνει.

Ο Λάγο υποστηρίζει ότι ο Μπολσονάρου έρχεται σε ρήξη με τη συντηρητική παράδοση της Βραζιλίας και ότι η δύναμή του προέρχεται από το γεγονός ότι «αρθρώνει τις αναδυόμενες δυνάμεις με εξεγερτικές διαθέσεις που υπάρχουν στην κοινωνία μας: τη νεο-πεντηκοστιανή θρησκευτικότητα, την αισθητική της αγροτικής επιχειρηματικότητας και την κοινωνικότητα του προφίλ», αναφερόμενος στα κοινωνικά δίκτυα. Στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις που αναλύει ο Λάγο, αποτελούν την πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών της Βραζιλίας, γνωστή ως κοινοβουλευτική ομάδα ΒΒΒ –Bancada BBB: Buey, Biblia y Bala– δηλ. βόδι (αγροτική επιχειρηματικότητα), Βίβλος (ευαγγελικοί), βόλι (οπλοκατοχή). Τώρα, ωστόσο, θα πρέπει να προστεθεί και ένα άλλο Β, αυτό της bola (μπάλα στα πορτογαλικά), καθώς ορισμένοι εξέχοντες αθλητές, όπως ο Romário, ο οποίος τώρα εκλέγεται γερουσιαστής, έχουν προσχωρήσει στην ακροδεξιά.

Το λιγότερο ορατό B

Η κοινοβουλευτική ομάδα των ruralistas (1), η οποία υποστήριξε την επανεκλογή του Μπολσονάρου, αριθμεί 280 μέλη (αν και η Folha εκτιμά ότι είναι περίπου 300 από τους 513 βουλευτές και τους 81 γερουσιαστές) και εκφράζεται με το Αγροτικό Κοινοβουλευτικό Μέτωπο (Frente Parlamentario Agropecuario), με επικεφαλής τον ομοσπονδιακό βουλευτή Σέρχιο Σούζα (Sérgio Souza) του MDB-PR (2), ο οποίος ισχυρίζεται ότι η παράταξη της οποίας ηγείται «έχει μεγαλώσει και είναι ενωμένη, συσπειρωμένη» (Canal Rural, 31.10.22).

Ένα τέτοιο κοινοβουλευτικό μπλοκ υποδηλώνει ότι οι ruralistas υπάρχουν σε όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων κομμάτων που υποστήριξαν τον Λούλα. Πέρα από τους αριθμούς, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε την τεράστια σημασία που έχει αποκτήσει η «κουλτούρα της κτηνοτροφίας». Η Αριστερά ήδη αναλύει την κουλτούρα των νεο-πεντηκοστιανών Εκκλησιών και των πολιτοφυλακών οι οποίες συνήθως αποτελούνται από συνταξιούχους ή εν ενεργεία αστυνομικούς και πυροσβέστες.

Η πιο σημαντική θρησκευτική δύναμη είναι αυτή των νεο-πεντηκοστιανών, αν και η πολυπληθέστερη εξακολουθεί να είναι ο καθολικισμός, επειδή η ευαγγελική ταυτότητα «καθορίζει όλες τις αποφάσεις, από τον τρόπο ντυσίματος, συμπεριφοράς, κατανάλωσης και ψήφου», λέει ο πολιτικός αναλυτής Λάγο. Από την άλλη πλευρά, η καθολική ταυτότητα δεν φαίνεται να διαμορφώνει την κοινωνική συμπεριφορά των πιστών της. Η ανάλυση του Λάγο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όταν προσεγγίζει τον τομέα της αγροτοβιομηχανίας (3), μιας αναδυόμενης οικονομικής δύναμης που διαμορφώνει μια δική της αισθητική: «Το ροντέο έχει μετατραπεί στην μεγαλύτερη γιορτή για τη χώρα, και τα τραγούδια που παίζονται περισσότερο στο βραζιλιάνικο ραδιόφωνο είναι ένα είδος κάντρι μουσικής που τραγουδιέται στα πορτογαλικά».

Τα τελευταία χρόνια, η καουμπόικη ενδυμασία έχει αντικαταστήσει εκείνη των gauchos (4) και των sertanejos (από τη βορειοανατολική περιοχή Sertão)(5). Η μουσική που συνδέεται με την αγροτική επιχειρηματικότητα, η pisadinha (6), μαζί με τη funk έχει εκτοπίσει τη μουσική sertaneja, η οποία από το 2018 δεν εμφανίζεται πλέον μεταξύ αυτών που ακούγονται περισσότερο στο YouTube (Globo, 25.5.21). «Η κατοχή όπλων και η οπλοφορία ολοκληρώνει τη σύνθεση αυτού του νέου ανθρώπου της υπαίθρου», εξηγεί ο Λάγο. Αυτό δημιουργεί μια αρσενική κουλτούρα, επιθετική και δυσάρεστη για τους κατοίκους των πόλεων, τους μορφωμένους και αριστερούς ανθρώπους, η οποία επιπλέον αδιαφορεί μπροστά στην περιβαλλοντική και κοινωνική τραγωδία των αστικών κέντρων.

Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ο Μπολσονάρου, στάθηκε ικανός να αρθρώσει τις αναδυόμενες ταυτότητες, τόσο στις ευαγγελικές Εκκλησίες όσο και στην αισθητική της αγροτικής επιχειρηματικότητας, σε βαθμό που «το κίνημά του έγινε ο κατευθυντήριος άξονας αυτών των κινητήρων και μέσα από αυτούς έχτισε μια νέα πολιτική γλώσσα, αποκομμένη από τη λογική της “καλής κυβέρνησης”».

Ζήτημα πολιτισμού

Η κριτική και αριστερή σκέψη απέχει πολύ από το να κατανοήσει την κουλτούρα που αναδύεται από την αγροτική επιχειρηματικότητα. Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, την περίοδο κατά την οποία τέθηκαν τα θεμέλια του Κόμματος των Εργαζομένων (PT) και της Κεντρικής Ένωσης Εργαζομένων (CUT), στο λαϊκό περιβάλλον κυριαρχούσε η κουλτούρα των εργατών στη μεγάλη βιομηχανία με έδρα τη ζώνη των επτά δήμων της ABC Paulista (7). Η κουλτούρα αυτή ανατροφοδοτούσε τη χειρωνακτική εργασία με τη λαϊκή γειτονιά και τις εκκλησιαστικές κοινότητες βάσης της Καθολικής Εκκλησίας [που σε σημαντικό βαθμό ασπάζονταν τη Θεολογία της Απελευθέρωσης], σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε η πυρηνική οικογένεια, στην οποία ο πατέρας ήταν ο φυσικός τροφοδότης.

Αυτό το πλαίσιο ανήκει στο παρελθόν. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, εν μέσω του ανοίγματος της Αμαζονίας στην αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή, γεννήθηκε ένα νέο ιστορικό ηγεμονικό μπλοκ στη βάση της παραγωγής εμπορευμάτων, το οποίο είχε τις ρίζες του «όχι μόνο στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο αλλά κυρίως στο ιδεολογικό επίπεδο», όπως υποστηρίζει η ερευνήτρια Ανα Τσα (Ana Chã) στη διατριβή της Agronegocio e industria cultural: estrategia de las empresas para la construcción de hegemonía (Αγροτικές επιχειρήσεις και πολιτιστική βιομηχανία: εταιρική στρατηγική για την οικοδόμηση της ηγεμονίας) που εκπονήθηκε το 2016 στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. Στη μακροσκελή εργασία της τονίζει ότι ο πολιτισμός και η τέχνη «παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στον τρόπο παραγωγής που εμπορευματοποιεί τα τρόφιμα και τη ζωή, είτε ως προς την κατασκευή ενός συλλογικού φαντασιακού που ευνοεί και υποστηρίζει το σχέδιο της αγροτικής επιχειρηματικότητας, είτε ως μηχανισμός κανονικοποίησης των σχέσεων κυριαρχίας, τη χαλάρωση των κοινωνικών αγώνων ή την ενσωμάτωση στο καταναλωτικό μοντέλο».

Από την πλευρά του, ο ανθρωπολόγος Τζέφρι Χόελ (Jeffrey Hoelle), συγγραφέας του βιβλίου Caubóis da Floresta, (Καουμπόηδες του δάσους) που εκδόθηκε το 2021 από το Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Άκρε (Βραζιλία), υποστηρίζει ότι στο τροπικό δάσος της Αμαζονίας η κουλτούρα της κτηνοτροφίας υπερισχύει της κουλτούρας του τροπικού δάσους, η οποία έχει ως στόχο τη διατήρηση του δάσους και την υπεράσπιση της ζωής των ανθρώπων που το κατοικούν. Η κουλτούρα της κτηνοτροφίας είναι πρόθυμη να θυσιάσει το περιβάλλον για χάρη της ανάπτυξης, όπως έκαναν οι αγροτοκτηνοτροφικές επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, χώρα την οποία βλέπουν στον καθρέφτη.

Διαβεβαιώνει ότι οι κτηνοτρόφοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η κτηνοτροφία είναι η μεγαλύτερη πηγή ρύπανσης στη χώρα αλλά είναι υπέρμαχοι της προόδου και υπέρ ενός τύπου ανάπτυξης που προκαλεί τεράστιες ανισότητες. Η κουλτούρα της κτηνοτροφίας βλέπει τη φύση με διαφορετικό τρόπο, δίνοντας έμφαση στη βαρύτητα των εκτάσεων που αποκαλεί «καθαρά βοσκοτόπια» τα οποία ταυτίζει με την «τάξη και τον έλεγχο», ενώ «το δάσος θεωρείται σκοτάδι, άγρια φύση, χωρίς αξία», εξηγεί ο Χόελ σε μια εκτενή συνέντευξη (Amazonia Latitude, 17.11.21).

Ενωμένη Βραζιλία;

Οι σύμμαχοι του Λούλα και ο ίδιος ο εκλεγμένος πρόεδρος πιστεύουν ότι μπορούν να ενώσουν μια διαιρεμένη και βαθιά πολωμένη χώρα. Δεν εξηγούν πώς θα το κάνουν, ποια βήματα θα ακολουθήσουν πέρα από τις λεκτικές δεσμεύσεις ή ιδεολογικές προσπάθειες. Αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι που υπερβαίνει τη λεγόμενη δημοκρατία: αν υπάρχουν δύο δομικά ανταγωνιστικοί κόσμοι δεν φαίνεται εύκολο να τους φέρουμε πιο κοντά. Αυτό θα απαιτούσε μεταρρυθμίσεις διαρθρωτικού χαρακτήρα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι οποίες δεν στάθηκαν δυνατές ούτε καν όταν ο Λούλα είχε υπέρ του πλειοψηφίες και ένα κοινωνικό κλίμα, στα οποία τώρα δεν μπορεί να υπολογίζει.

Σύμφωνα με το Υπουργείο Γεωργίας, οι εξαγωγές από το αγροτοβιομηχανικό σύμπλεγμα αντιπροσώπευαν το 50% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας, τον Μάρτιο του 2022, μια αύξηση που οφείλεται στις τιμές ρεκόρ των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. «Η διαδικασία επαναδραστηριοποίησης των βραζιλιάνικων εξαγωγών ξεκίνησε γύρω στο 2005 και εντάθηκε το 2020», κατά τη διάρκεια της πανδημίας (France 24, 8.1.21).

Τίποτα δεν δείχνει ότι αυτή η παραγωγική δομή και οι αξίες που συνδέονται με αυτήν θα αλλάξουν βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αριστεροί οικονομολόγοι, όπως η Λένα Λαβίνας (Lena Lavinas), προτείνουν αύξηση των εισοδημάτων για την καταπολέμηση της φτώχειας, «μετατροπή του προγράμματος Bolsa Familia σε κοινωνικό δικαίωμα, επανάληψη της πολιτικής αυξήσεων των κατώτατων μισθών, πρόγραμμα επαναδιαπραγμάτευσης των οικογενειακών χρεών, περιορισμό της χρήσης όπλων και καθορισμό στόχων για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα» (IHU, 1.11.22). Σημαντικά και αναγκαία, αλλά η συμμαχία που έφερε τον Λούλα στο Προεδρικό μέγαρο δεν φαίνεται ικανή να αντιμετωπίσει διαρθρωτικές αλλαγές, μέτρα που να έρχονται σε αντίθεση με το οικονομικό-κοινωνικό μπλοκ εξουσίας που γέννησε τη δικτατορία και που τώρα στηρίζεται από τον ένοπλο μηχανισμό του Κράτους. Γι’ αυτό, όπως επισημαίνει ο Λάγο, «ο μπολσονταρισμός θα συνεχίσει να υπαγορεύει τον ρυθμό της πολιτικής» και, όπως σημειώνει ο Βραζιλιάνος φιλόσοφος Μπρούνο Κάβα (Bruno Cava) σε πρόσφατη δημοσίευση, «θα ξαναχτυπήσει στην επόμενη κρίση, υπό την κυβέρνηση του Λούλα αυτή τη φορά».

Ο Raul Zibechi (1952 ,Ουρουγουάη) είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και στρατευμένος διανοούμενος. Έχει αφιερώσει την εργασία του στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής.

____________________

Σημειώσεις

1. Ο όρος ruralistas παραπέμπει στην União Democrática Ruralista (Δημοκρατική Ένωση Αγροτών) μια βραζιλιάνικη δεξιά αγροτική οργάνωση που μέσω των μελών της στο Κογκρέσο –που συσπειρώνονται στο Frente Parlamentario Agropecuario παρόλο που εκλέγονται με διάφορα κόμματα– υποστηρίζει τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων και αντιτίθεται σθεναρά σε οποιαδήποτε διαδικασία αγροτικής μεταρρύθμισης, η οποία ξεκίνησε στη Βραζιλία κατά τη δημοκρατική μετάβαση της δεκαετίας του 1980. Στην ύπαιθρο, ασκεί πιέσεις στη δικαστική και εκτελεστική εξουσία σε περιοχές όπου υπάρχουν συγκρούσεις για την ιδιοκτησία της γης, οι οποίες συχνά αφορούν μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται κυρίως για γεωργικές δραστηριότητες.

2. Το Δημοκρατικό Κίνημα της Βραζιλίας (Movimento Democrático Brasileiro – MDB) είναι ένα από τα κόμματα με μεγάλη εκπροσώπηση σε όλη την εθνική επικράτεια σε βουλευτές, γερουσιαστές, δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους, ενώ έχει επίσης έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς μελών που υπερβαίνουν τα 2 εκατομμύρια. Θεωρείται από τα βασικά κόμματα του Centrão της βραζιλιάνικης πολιτικής σκηνής, το οποίο αποτελείται από μια ομάδα πολιτικών κομμάτων που δεν έχουν συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό και που στοχεύουν να εξασφαλίσουν εγγύτητα με την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, ώστε αυτή να τους εγγυάται πλεονεκτήματα και να τους επιτρέπει να διανέμουν προνόμια μέσω πελατειακών δικτύων. Παρά το όνομά του, το Centrão δεν είναι απαραίτητα μια ομάδα αυστηρά κεντρώου πολιτικο-ιδεολογικού φάσματος, αλλά κυρίως μια ομάδα πολιτικών με συντηρητικό προσανατολισμό.

3. Ως αγροτοβιομηχανία (agroindustria) ή εντατική γεωργία ή αγροτική επιχειρηματικότητα ορίζεται η οικονομική δραστηριότητα που αφορά την παραγωγή, τη βιομηχανοποίηση και την εμπορία γεωργικών, κτηνοτροφικών, δασικών και άλλων βιολογικών φυσικών πόρων.

4. gauchos: κάτοικοι της ενδοχώρας που ασχολούνται κυρίως με την αγελαδοτροφία με παραδοσιακές μεθόδους

5. Η βορειοανατολική Sertão είναι μία από τις τέσσερις υποπεριφέρειες της βορειοανατολικής Βραζιλίας, και η μεγαλύτερη από αυτές σε εδαφική έκταση. Εκτείνεται στις πολιτείες Alagoas, Bahia, Ceará, Paraíba, Pernambuco, Piauí, Rio Grande do Norte και Sergipe.

6. Η pisadinha ή piseiro, είναι ένας μουσικός ρυθμός που εμφανίστηκε στην πόλη Monte Santo της Πολιτείας Μπαϊα τη δεκαετία του 2000. Χαρακτηρίζεται από τον συνδιασμό φωνής και ηλεκτρονικού πληκτρολογίου και παίζεται με paredões (ηχητικός εξοπλισμός μεγάλων διαστάσεων).

7. ABC paulista, Región del Gran ABC ή ABCD είναι μια βιομηχανική περιοχή που αποτελείται από επτά δήμους της μητροπολιτικής περιφέρειας του Σάο Πάολο: Santo André (Α), São Bernardo do Campo (Β), São Caetano do Sul (C), Diadema1 (D), Mauá, Ribeirão Pires και Rio Grande da Serra. Η ABC ήταν το πρώτο κέντρο της βραζιλιάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας ενώ η περιοχή φιλοξενεί βιομηχανίες όπως η Mercedes-Benz, η Ford, η Volkswagen και η General Motors, μεταξύ άλλων. Η παρουσία αυτών των βιομηχανιών κατέστησε την περιοχή κοιτίδα του συνδικαλιστικού κινήματος στη Βραζιλία. Οι απεργίες των εργαζομένων ήταν έντονες τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, γεγονός που οδήγησε στην εθνική επιρροή του τότε συνδικαλιστή ηγέτη Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Το 1978, εν μέσω της δικτατορίας, οι μεταλλουργοί της ABC στο Σάο Πάολο κατέβηκαν σε απεργία –αν και παράνομη– και αντιμετώπισαν την ξέφρενη καταστολή των δυνάμεων της τάξης.

.rednblack.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.