«Θα επιβραβεύσουµε και ενθαρρύνουµε τις κυβερνήσεις, τα κόµµατα και τα κινήµατα της περιοχής που γενικά ταυτίζονται µε τις αξίες µας και τη στρατηγική µας. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέψουµε κυβερνήσεις µε διαφορετικούς προσανατολισµούς, µε τις οποίες όµως µοιραζόµαστε συµφέροντα και θέλουν να δουλέψουν µαζί µας… Θέλουµε οι άλλες χώρες να µας βλέπουν ως εταίρο πρώτης επιλογής και θα αποθαρρύνουµε (µε διάφορα µέσα) τη συνεργασία τους µε άλλους».
Πάνος Πέτρου
Αυτά τα αποσπάσµατα της νέας Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, στο κεφάλαιο για τη Λατινική Αµερική, συνοψίζουν τι επιχειρεί να κάνει ο Τραµπ στη Βενεζουέλα µετά την επίθεση της 3ης Γενάρη στο Καράκας.
Κατά την πολύµηνη διάρκεια της εκστρατείας κατά της Βενεζουέλας, µια διχογνωµία είχε εµφανιστεί µέσα στις γραµµές της άρχουσας κλίκας γύρω από τον Τραµπ.
Ο Μάρκο Ρούµπιο πίεζε για την ανατροπή του καθεστώτος, που αποτελεί την προσωπική του πολιτική «σταυροφορία», ενώ ο Ρίτσαρντ Γκρενέλ έβλεπε δυνατότητες διαλόγου. Ήταν ο άνθρωπος που είχε αναλάβει τις συνοµιλίες µε την κυβέρνηση Μαδούρο από το Γενάρη του 2025, αποσπώντας σηµαντικές παραχωρήσεις κι ακόµα σηµαντικότερες υποσχέσεις από τον Βενεζουελάνο πρόεδρο και την ηγετική οµάδα.
Αυτές τελικά δεν έσωσαν ούτε τον Μαδούρο από την µαφιόζικη απαγωγή και την αιχµαλωσία, ούτε το Καράκας από τα πλήγµατα του αµερικανικού στρατού.
Η απαγωγή του Μαδούρο ήταν το «τρόπαιο» του Μάρκο Ρούµπιο για να καθησυχάσει τους δεξιούς αντικαθεστωτικούς εµιγκρέδρες της Φλόριντα. Η αποµάκρυνσή του από την εξουσία ήταν προαπαιτούµενο για να προχωρήσουν οι δουλειές, αφού η προπαγάνδα της Ουάσινγκτον τον στιγµάτισε ως «ναρκω-τροµοκράτη» και εξαγωγέα «συµµοριών». Επιπλέον, η επίθεση της 3ης Γενάρη ήταν αναγκαία και ως «µήνυµα» προς την υπόλοιπη Λατινική Αµερική και τον πλανήτη. Γι’ αυτό και οργανώθηκε τόσο «θεαµατικά», ως επίδειξη δύναµης και θρασείας καταπάτησης κάθε κανόνα στις διακρατικές σχέσεις. Η ευρύτερη επιδίωξη του Τραµπ ήταν να αποδείξει ότι δε θα διστάσει σε τίποτα όταν διακηρύσσει ότι «είναι το δικό µας ηµισφαίριο».
Έχοντας στείλει «µήνυµα», ο αµερικανικός ιµπεριαλισµός επιχειρεί τώρα να προωθήσει τα συµφέροντά του στη Βενεζουέλα αποφεύγοντας την περιπέτεια µιας «αλλαγής καθεστώτος».
Μια επιχείρηση «εγκατάστασης» της Κορίνα Μασάδο στην κυβέρνηση θα µπορούσε να προκαλέσει εµφύλια σύγκρουση ή/και να απαιτήσει χιλιάδες Αµερικανούς στρατιώτες στη Βενεζουέλα, ενεργοποιώντας τα αντι-ιµπεριαλιστικά ανακλαστικά του λαού και οδηγώντας σε έναν «ατελείωτο πόλεµο» µε αβέβαιη έκβαση, από αυτούς που επιθυµεί να αποφύγει ο Τραµπ.
Αντίθετα, η (αντιπρόεδρος του Μαδούρο που ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα προέδρου) Ντέλσι Ροντρίγκεζ εξασφαλίζει τη συνέχεια της λειτουργίας ενός άθικτου κρατικού µηχανισµού, του οποίου η ηγεσία έχει «προειδοποιηθεί» από τις 3 Γενάρη και θα αντιµετωπίζει µόνιµα µια απειλή κλιµάκωσης ως «µοχλό» για να συµµορφωθεί.
Με αυτή τη µέθοδο, η αµερικανική κυβέρνηση προχώρησε στην ανοιχτή ληστεία του διαθέσιµου βενεζουελάνικου πετρελαίου που ανέλαβε ήδη να το πουλά η ίδια (!), ενώ σχεδιάζει τα επόµενα βήµατα αποικιακής εκµετάλλευσης της χώρας –µε τον Τραµπ να καλεί τους πετρελαιάδες σε σύσκεψη για να κανονίσουν τη µοιρασιά της µελλοντικής λείας. Εκεί τους κάλεσε να επενδύσουν δισεκατοµµύρια στη Βενεζουέλα, µε στόχο να αυξήσουν κατακόρυφα την παραγωγή της τα επόµενα χρόνια, υποσχόµενος µεγάλα κέρδη. Οι περισσότεροι επιφυλάχθηκαν, επικαλούµενοι την «ανασφάλεια» που τους προκαλεί η προϊστορία της χώρας και το υπάρχον πλαίσιο.
Λίγες µέρες µετά από αυτή τη συνάντηση, και τη µέρα που ο Τραµπ είχε µακρά τηλεφωνική επικοινωνία µε την Ντέλσι Ροντρίγκεζ, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας ανακοίνωσε την πρόθεση να αναθεωρήσει µε φαστ τρακ διαδικασίες τον Οργανικό Νόµο για τους Υδρογονάνθρακες.
Με µια σειρά άρθρων -που δεν έχουµε την έκταση να παραθέσουµε αναλυτικά- το νοµοσχέδιο µετατρέπει την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία σε µια οντότητα που απλά εκχωρεί στις ιδιωτικές επιχειρήσεις άδειες και δικαιώµατα εξόρυξης και εισπράττει (συρρικνωµένους) φόρους, εγκαταλείποντας τον έλεγχο της παραγωγής, του εµπορίου και των εσόδων, ενώ εκχωρεί και νοµικό έδαφος στις επιχειρήσεις, αναγνωρίζοντας τη «διεθνή διαιτησία» στις διαφορές µαζί τους.
Το ξήλωµα της παλιάς νοµοθεσίας παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως αναγκαίο βήµα για να προσελκυθούν τα δισεκατοµµύρια διεθνών επενδύσεων που είναι αναγκαία για να µετατραπεί η Βενεζουέλα σε «γίγαντας της παραγωγής πετρελαίου, δίπλα στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και τη Σαουδική Αραβία».
Ο Χόρχε Ροντρίγκεζ, αδελφός της Ντέλσι και πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, δικαιολογώντας τις αλλαγές σε µια συνάντηση µε εργάτες στα πετρέλαια, επικαλέστηκε ένα ρητό που απέδωσε στη γιαγιά του: «Δεν έχει σηµασία αν η γάτα είναι άσπρη ή µαύρη, αρκεί να πιάνει τα ποντίκια». Ασφαλώς το ρητό δεν ανήκει στη γιαγιά Ροντρίγκεζ, αλλά στον Ντεγκ Σιαοπίνγκ, για να σηµατοδοτήσει το θρίαµβο του πιο αντιδραστικού «πραγµατισµού» έναντι της «ιδεολογίας», την εποχή που εγκαινίαζε τη στροφή της µετα-µαοϊκής Κίνας στις «µεταρρυθµίσεις» υπέρ της ελεύθερης αγοράς.
Απέναντι στις κατηγορίες για «προδοσία», η Ντέλσι Ροντρίγκεζ επιµένει ότι υλοποιεί την κατεύθυνση που «είχαµε ήδη χαράξει µε τον πρόεδρο Μαδούρο». Έχει ένα δίκιο. Η «Μπολιβαριανή Διαδικασία» είχε πάρει το δρόµο της µετάλλαξης και του εκφυλισµού πολλά χρόνια πριν. Υπερασπιζόµενος τις αλλαγές στο Νόµο για τους Υδρογονάνθρακες, ο βουλευτής Χεσούς Φαρία τόνισε ότι πρόκειται για συνέχεια των «επιτυχηµένων πρακτικών» που έφερε ο Νόµος Κατά του Αποκλεισµού του 2020. Αυτή η νοµοθεσία είχε επιτρέψει στην κυβέρνηση να υπογράφει κρυφά συµβάσεις µε επιχειρήσεις, να ιδιωτικοποιεί πίσω από κλειστές πόρτες και να κάνει παραχωρήσεις στην ντόπια αστική τάξη για να φέρει «ανάπτυξη» (στη διάρκεια της οποίας ο τραγικός κατώτατος µισθός έµεινε παγωµένος για 4 χρόνια). Σήµερα αυτή η πολιτική επεκτείνεται στο πεδίο των υδρογονανθράκων, που υπήρξε κοµβικό οικονοµικά και εµβληµατικό ιδεολογικά για την προϊστορία του «µπολιβαριανισµού».
Από τον εκφυλισµό των προηγούµενων χρόνων ερµηνεύεται και ο «βελούδινος» χαρακτήρας των εξελίξεων αµέσως µετά την 3η Γενάρη. Το ίδιο το βενεζουελάνικο κράτος είχε γίνει πολύ πιο αυταρχικό και διεφθαρµένο, δηλαδή συµβατό µε τη διαχείριση µιας συνθήκης ξένης «κηδεµονίας». Μπροστά στην αµερικανική επιθετικότητα, στεκόταν ένας µηχανισµός πρόθυµος και ανεµπόδιστος να διαπραγµατευτεί µε τον ιµπεριαλισµό για να εξασφαλίσει τη συνέχειά του (χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο ότι θα εξασφαλίσει τελικά και αυτήν…).
Αυτά είχαν διαβρώσει και τη δυνατότητα µιας εργατικής-λαϊκής κινητοποίησης απέναντι στις σηµερινές απαιτήσεις του αµερικανικού ιµπεριαλισµού. Πλάι σε όσους απελπισµένους από την τραγική κατάσταση επί Μαδούρο παρακολουθούν είτε αδιάφορα είτε µε την τραγική αυταπάτη να αλλάξουν τα πράγµατα προς το καλύτερο (!), προστίθεται η απονεύρωση της κοινωνικής βάσης του PSUV, η οποία παρακολουθεί την «ηγεσία» του αντι-ιµπεριαλιστικού αγώνα να ικανοποιεί απαιτήσεις των πετρελαϊκών, να ανοίγει την αµερικανική πρεσβεία και να σφίγγει δηµόσια το χέρι του Διευθυντή της CIA (!), ενώ βοµβαρδίζει εδώ και µήνες τους οπαδούς της µε το σύνθηµα «Η αµφιβολία είναι προδοσία!».
Ο Λουίς Μπονίγια-Μολίνα, συντονιστής της οµάδας διεθνών συµβούλων του Ούγκο Τσάβες το 2004-2006 και διευθυντής του µπολιβαριανού θινκ τανκ «Διεθνές Κέντρο Μιράντα» από το 2006 ως το 2019, οξύς επικριτής των κυβερνήσεων Μαδούρο συνόψισε τα γεγονότα του Γενάρη:
«Η Μπολιβαριανή Διαδικασία έφτασε στην 3η Γενάρη του 2026 ως ένα ζόµπι που τρέφεται µόνο από µια ρητορική που δεν έχει καµιά βάση στην πραγµατικότητα, έχοντας µεταµορφωθεί σε µια τροµακτική καρικατούρα των υποσχέσεων του Συντάγµατος του 1999.
Αυτό που αναρωτιόµασταν όλοι ήταν αν η ιµπεριαλιστική επίθεση στη Βενεζουέλα στις 3 Γενάρη θα µπορούσε να λειτουργήσει ως πυροδότης ενός εσωτερικού επαναστατικού κινήµατος, επικεφαλής του οποίου ίσως τιθόταν το κυβερνητικό κουαρτέτο, επιστρέφοντας στο µονοπάτι που περιέγραφε το Ρεµπουµπλικανικό Σύνταγµα του 1999. Τα γεγονότα που ακολούθησαν δυστυχώς διέλυσαν αυτήν την αυταπάτη».
https://rproject.gr/article/i-venezoyela-ueta-tin-3i-genari









Σχόλια (0)