Όταν γράφονταν αυτές οι γραµµές, η συριακή κυβέρνηση και οι Συριακές Δηµοκρατικές Δυνάµεις (SDF, η συµµαχία µε κορµό το κουρδικό κόµµα PYD) επιβεβαίωναν την επίτευξη συµφωνίας για τον τρόπο ενσωµάτωσης των δεύτερων στο συριακό κράτος.
Πάνος Πέτρου
Σε αντίθεση µε προηγούµενες, αυτή δείχνει να είναι η οριστική και βάζει τέλος στην ντε φάκτο αυτονοµία της Αυτόνοµης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, δηλαδή του 1/3 του συριακού εδάφους που έλεγχαν οι SDF µετά τη νικηφόρα εκστρατεία τους κατά του Ισλαµικού Κράτους (ISIS) µε τη συνδροµή του αµερικανικού στρατού.
Η συµφωνία επιτεύχθηκε σε ένα οριακό σηµείο, µε τον κυβερνητικό στρατό να έχει στρατοπεδεύσει έξω από τα µεγάλα κουρδικά πληθυσµιακά κέντρα στα βορειοανατολικά και τις SDF να καλούν σε «γενικευµένη κινητοποίηση» τον κουρδικό πληθυσµό εντός κι εκτός Συρίας. Η συµφωνία είναι προϊόν της απροθυµίας και των δύο πλευρών να προχωρήσουν σε γενικευµένο πόλεµο -καθώς η χώρα ακόµα αναρρώνει από 15 χρόνια εµφυλίου. Αυτή η αµοιβαία απροθυµία κράτησε ανοιχτό το δίαυλο των διαπραγµατεύσεων σε όλη τη διάρκεια του 2025, παρά τις εντάσεις και τις δυσκολίες.
Πριν την κρίση
Μια καταρχήν συµφωνία στρατιωτικής-διοικητικής ενοποίησης της Συρίας υπήρχε από τις 10 Μάρτη του 2025. Αλλά η συγκεκριµενοποίηση του τρόπου αποδείχθηκε αντικείµενο πολύ σκληρών διαπραγµατεύσεων. Διοικητικά, υπήρχε ένα ολόκληρο φάσµα επιλογών µε την χαλαρή οµοσπονδία στο ένα άκρο και την πλήρη ενσωµάτωση στο κεντρικό κράτος στο άλλο. Στρατιωτικά, στο ένα άκρο βρισκόταν η υπαγωγή των SDF στο συριακό υπουργείο Άµυνας «ως µπλοκ» και στο άλλο η διάλυσή τους και η προσχώρηση των µαχητών τους στο συριακό στρατό «σε ατοµική βάση».
Οι διαπραγµατεύσεις κατέληξαν πολλές φορές σε «ενδιάµεσες» λύσεις που ανατρέπονταν ή δεν υλοποιούνταν µε τις δυο πλευρές να ανταλλάζουν κατηγορίες. Οι SDF κατήγγειλαν την πίεση της Άγκυρας στον πρόεδρο Αλ Σάρα να υιοθετήσει µαξιµαλιστική γραµµή εναντίον τους, ενώ ο Αλ Σάρα υπονοούσε ότι µια σκληρή πτέρυγα του PKK («τα Όρη Καντίλ») παρεµβαίνει και πιέζει τις SDF να µην υλοποιήσουν τα συµφωνηµένα και να διατηρήσουν το στάτους κβο.
Πέρα από τέτοιες παρεµβάσεις, το µεγαλύτερο πρόβληµα στις συνοµιλίες εµφανίστηκε µετά την κρίση στην επαρχία Σουέιντα. Εκεί, µια τοπική διαµάχη µεταξύ φυλών της περιοχής και µιας πολιτοφυλακής των Δρούζων, προκάλεσε παρέµβαση του κυβερνητικού στρατού που επιχείρησε να βάλει τέλος στην ντε φάκτο αυτονοµίας της επαρχίας. Κυβερνητικές δυνάµεις διέπραξαν εγκλήµατα κατά των Δρούζων, ενώ το Ισραήλ εξαπέλυσε βοµβαρδισµούς κατά του συριακού στρατού αλλά και σε κυβερνητικά κτίρια στη Δαµασκό. Ο Αλ Σάρα απέσυρε τις δυνάµεις του από την Σουέιντα, στο εσωτερικό της οποίας ενισχύθηκε ο ρόλος µιας πολιτοφυλακής που δηλώνει ανοιχτά ότι στοχεύει στην ανεξαρτησία και δεν κρύβει ότι καλωσορίζει την σιωνιστική «προστασία».
Η προσπάθεια της συριακής κυβέρνησης να ενσωµατώσει βίαια µια επαρχία µε την οποία συζητούσε «διευρυµένη αυτονοµία» και -κυρίως- οι σφαγές που διέπραξαν δυνάµεις πιστές στην κυβέρνηση Αλ Σάρα, προκάλεσαν δίκαιους φόβους στις SDF. Ειδικά καθώς ο κυβερνητικός συριακός στρατός έχει ενσωµατώσει στις γραµµές του τον SNA, που στη διάρκεια του εµφυλίου έδρασε ως «πληρεξουσίος» του τουρκικού κράτους και διέπραξε εγκλήµατα στον κουρδικό θύλακα του Αφρίν. Ταυτόχρονα, αντιµέτωπος µε την εξόφθαλµη εργαλειοποίηση µιας «αυτόνοµης περιοχής» από το σιωνιστικό κράτος, ο Αλ Σάρα έκανε στροφή προς την «συγκεντρωτική» επιλογή και µια ενισχυµένη καχυποψία απέναντι στις «οµοσπονδιακές» διακηρύξεις των SDF. Ειδικά καθώς στελέχη της Ισραηλινής κυβέρνησης διατύπωναν ανοιχτά τον στόχο «στρατηγικών σχέσεων µε τις µειονότητες της Συρίας, που αποτελούν φυσικό σύµµαχο», ενώ στελέχη των SDF δεν έκρυβαν -σε δηµόσιες δηλώσεις τους- και τις προσεγγίσεις από το Τελ Αβίβ και την προθυµία να δεχτούν «κάθε βοήθεια από οπουδήποτε».
Όταν τέλειωσε το 2025 και έληξε η προθεσµία για την υλοποίηση της συµφωνίας της 10ης Μάρτη, ξέσπασαν οι µάχες στις κουρδικές συνοικίες στο Χαλέπι που παρέµεναν υπό τον έλεγχο των SDF µετά την ανατροπή του Άσαντ. Η σύγκρουση έληξε µε την απόφαση των SDF να αποχωρήσουν ανατολικά του Ευφράτη, ενώ ο Αλ Σάρα έδωσε εντολή στις δυνάµεις του να κινηθούν προς τον Ευφράτη.
Σε αριθµούς, βαρύ οπλισµό, εκπαίδευση και συνοχή, οι SDF φαίνονταν να πλεονεκτούν έναντι του νεοσύστατου Συριακού Αραβικού Στρατού. Ένας ακόµα λόγος (µαζί µε το φόβο ξένης επέµβασης) που έκανε τον Αλ Σάρα διστακτικό να πάει σε πόλεµο, µετά και το φιάσκο στη Σουέιντα.
Πολιτική ήττα
Η επιτάχυνση και η έκβαση των εξελίξεων κρίθηκε στο πεδίο της πολιτικής.
Η ταχύτητα µε την οποία οι SDF έχασαν τις επαρχίες της Ράκα και της Ντιρ-Ελ-Ζορ δείχνουν την πολιτική αποτυχία του σχεδίου της «Αυτόνοµης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας». Αναλυτές που έχουν δείξει συµπάθεια στο «πείραµα» που επιχείρησε το PYD και εχθρότητα απέναντι στο νέο καθεστώς της Δαµασκού, συγκλίνουν στην περιγραφή µιας «εξέγερσης ενάντια στις SDF», που τις οδήγησε στην αποχώρηση από αυτές τις πλειοψηφικά αραβικές περιοχές. Κάπως έτσι οι SDF έχασαν µέσα σε 2 µέρες περίπου τα 2/3 των εδαφών που έλεγχαν τα τελευταία 10 χρόνια και αναδιπλώθηκαν στην επαρχία της Χασάκα, όπου είναι συγκεντρωµένο το κουρδικό στοιχείο. Στη Ρακα και την Ντιρ-Ελ-Ζορ η είσοδος του κυβερνητικού στρατού έγινε δεκτή ως «απελευθέρωση» από τους ντόπιους πληθυσµούς που ανέχονταν την κυριαρχία του PYD ως «µικρότερο κακό» από τον Άσαντ αλλά ήθελαν να ενοποιηθούν µε τη «νέα Συρία» µετά την πτώση του τυράννου.
Χωρίς τοπικά ερείσµατα στον πληθυσµό, οι SDF µπορούσαν να στηριχθούν µόνο σε ξένη προστασία. Αυτός είναι ο δεύτερος πολιτικός παράγοντας που έκρινε την ταχύτητα της κατάρρευσης. Η επιλογή του Τραµπ να «ποντάρει» στη νέα συριακή κυβέρνηση σήµαινε ότι απέσυρε την αµερικανική ασπίδα, ενώ πιθανότατα άναψε «κόκκινο φως» στους σιωνιστικούς κύκλους που έψαχναν ευκαιρία να παρέµβουν. Το Ιράν (µε το οποίο είχαν υπάρξει επαφές στο παρελθόν) έµεινε διακριτικά απ’ έξω, απασχοληµένο µε δικά του προβλήµατα, ενώ η Ρωσία έστειλε «σήµα» αποσύροντας τους στρατιώτες της από το αεροδρόµιο στην κουρδική πόλη του Καµισλί κι έπειτα συγχαίροντας τον Αλ Σάρα για την αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας.
Χάνοντας και αυτό το «χαρτί», οι SDF ήταν υποχρεωµένες να αναδιπλωθούν στα εδάφη που έχουν πραγµατική κοινωνική γείωση και βάση.
Τέλος, µια πολιτική πρωτοβουλία του Αλ Σάρα στόχευε να αποδυναµώσει τους «αδιάλλακτους» στο κουρδικό κίνηµα και να διευκολύνει µια συµφωνία καθησυχάζοντας τους φόβους που προκαλούσε στον κουρδικό πληθυσµό το κλίµα έξαλλης επιθετικότητας που κυριαρχούσε σε φιλοκυβερνητικούς κύκλους αλλά και ο ρόλος της Τουρκίας
Την ίδια µέρα που ο κυβερνητικός στρατός ξεκινούσε να κινείται προς τα ανατολικά, εξέδωσε ένα προεδρικό διάταγµα που αποτελούσε την πρώτη αναγνώριση των Κουρδικών δικαιωµάτων στην ιστορία της ανεξάρτητης Συρίας: Αυτό αναγνωρίζει την κουρδική ταυτότητα ως τµήµα του κοινωνικού ιστού της Συρίας, ορίζει τα κουρδικά ως επίσηµη γλώσσα µαζί µε τα αραβικά κι επιτρέπει τη διδασκαλία τους σε δηµόσια και ιδιωτικά σχολεία, ανακηρύσσει τη µεγάλη κουρδική γιορτή του Νεβρόζ ως επίσηµη κρατική αργία και κυρίως παραχωρεί υπηκοότητα στους «χωρίς κράτος», διορθώνοντας µια ιστορική αδικία του µπααθικού καθεστώτος που αποστέρησε την υπηκοότητα από χιλιάδες Κούρδους στην επαρχία Χασάκα µετά την απογραφή του 1962.
Η συµφωνία
Έχοντας χάσει την Ράκα και την Ντιρ-Ελ-Ζορ, δηλαδή εδάφη, φράγµατα και πετρελαιοπηγές που χρησιµοποιούσαν οι SDF ως διαπραγµατευτικά χαρτιά τον περασµένο ένα χρόνο, και µε το διάταγµα της 16ης Γενάρη να δείχνει χειρονοµία «καλής θέλησης», η κουρδική ηγεσία αποδέχτηκε τη νέα συµφωνία που πρότεινε ο Αλ Σάρα στις 18 Γενάρη.
Αυτή προβλέπει την «πλήρη διοικητική και στρατιωτική παράδοση της Ράκα και της Ντιρ-ελ-Ζορ στη συριακή κυβέρνηση» και την «ενσωµάτωση της Χασάκα», µε το συριακό κράτος να αναλαµβάνει τον έλεγχο των συνοριακών περασµάτων και των πετρελαιοπηγών, «παίρνοντας υπόψη την ειδική περίπτωση των κουρδικών περιοχών». Οι SDF ενοποιούνται µε τον συριακό στρατό, ενώ η ηγεσία τους δεσµεύεται να αποµακρύνει στελέχη του παλιού καθεστώτος (και να συµβάλει στον εντοπισµό τους) και να αποσύρει εκτός συνόρων µέλη του PKK που δεν είναι Σύριοι πολίτες. Προβλέπεται επίσης να οριστεί συναινετικά κυβερνήτης της Χασάκα που θα αποτελεί «εγγύηση πολιτικής συµµετοχής και τοπικής εκπροσώπησης», ενώ οι SDF θα υποβάλουν και λίστα υποψηφίων για ανώτερες στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις στο συριακό κράτος. Η συµφωνία καλεί σε απόσυρση των βαριών όπλων από το Κοµπάνι και στη δηµιουργία µιας τοπικής δύναµης ασφαλείας «από τους κατοίκους της πόλης», ενώ κάνει λόγο για «ασφαλή και αξιοπρεπή επιστροφή των κατοίκων του Αφρίν και του Σεΐχ Μακσούντ στις εστίες τους».
Παρά την αποδοχή της συµφωνίας, ο συριακός στρατός συνέχισε να κινείται προς τις κουρδικές περιοχές της Χασάκα ως τις 20 Γενάρη, όταν ο Αλ Σάρα δήλωσε ότι ο στρατός του θα µείνει έξω από τα κουρδικά πληθυσµιακά κέντρα, δίνοντας στις SDF προθεσµία 4 ηµερών για να παρουσιάσουν λεπτοµερές σχέδιο για το µηχανισµό υλοποίησης. Αυτή πήρε παράταση δύο εβδοµάδων µε επίσηµη αιτιολογία τη διευκόλυνση της αµερικανικής επιχείρησης µεταφοράς χιλιάδων αιχµαλώτων µελών του ISIS σε φυλακές στο Ιράκ. Αλλά είναι προφανές ότι η παράταση είχε το βλέµµα στο να µην καταρρεύσουν ξανά οι διαπραγµατεύσεις.
Κατακτήσεις για τους Κούρδους
Παρά το τελεσίγραφο, η κυβέρνηση της Δαµασκού γνώριζε ότι η Χασάκα είναι πολύ διαφορετική υπόθεση από την Ράκα και την Ντιρ-Ελ-Ζορ. Ο «διεθνής παράγοντας» τοποθετήθηκε µε µεγαλύτερη αυστηρότητα υπέρ της κατάπαυσης του πυρός, ενώ στην «καρδιά της Ροζάβα» οι SDF µπορούσαν να κινητοποιήσουν µια µαζική και λυσσασµένη άµυνα που θα οδηγούσε σε γενικευµένη αιµατοχυσία, µεγάλη κρίση και πιθανή διεθνοποίηση της σύρραξης.
Αξιοποιώντας αυτήν την πραγµατικότητα, η ηγεσία των SDF απέσπασε ό,τι καλύτερο µπορούσε στον «µηχανισµό υλοποίησης», αξιοποιώντας τις προβλέψεις για «πολιτική εκπροσώπηση και συµµετοχή» (διεκδικώντας θέσεις στο κεντρικό κράτος, αναλαµβάνοντας την κάλυψη των κενών κουρδικών εδρών στη νέα Βουλή, έχοντας λόγο στη διοίκηση της Χασάκα, αλλά και στην οµαλή συγχώνευση εκπαιδευτικών κ.ά. θεσµών της Ροζάβα) και επιτυγχάνοντας µια «µέση λύση» στο στρατιωτικό ζήτηµα: Θα συγκροτηθεί µια νέα στρατιωτική µεραρχία που θα περιλαµβάνει τρεις ταξιαρχίες µαχητών του SDF, ενώ µια ακόµα κουρδική ταξιαρχία θα σχηµατιστεί στο Κοµπάνι, υπαγόµενη στην στρατιωτική διοίκηση της επαρχίας του Χαλεπιού. Αντίστοιχες προβλέψεις «ενσωµάτωσης» µε σχετική διακριτότητα έγιναν για τις κουρδικές δυνάµεις ασφαλείας (Ασαγίς) που θα αναλάβουν τη φύλαξη των πόλεων µε κουρδική πλειοψηφία. Σύµφωνα µε στελέχη των SDF, υπάρχουν προβλέψεις και για το Αφρίν (κουρδικός θύλακας που όµως βρισκόταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης), ενώ κάποια ρεπορτάζ ισχυρίζονται ότι θα αποσυρθούν από εκεί οι κυβερνητικές δυνάµεις που συνδέονταν µε τον SNA.
Πρόκειται για το τέλος του πολιτικού σχεδίου της Αυτόνοµης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, που αποδείχθηκε εξαιρετικά αδύναµο και προβληµατικό και θα απαιτούσε ένα άλλο άρθρο απολογισµού και συµπερασµάτων. Όµως για τον κουρδικό λαό, το προεδρικό διάταγµα της 16ης Γενάρη κατοχυρώνει δικαιώµατα που εκκρεµούσαν για δεκαετίες ενώ η συµφωνία της 18ης Γενάρη διασώζει όψεις σχετικής «αυτονοµίας» και πολιτικής εκπροσώπησης εντός του νέου κράτους. Αυτή η εξέλιξη, χωρίς αιµατοχυσία κι έναν νέο εµφύλιο στην ρηµαγµένη χώρα, µόνο ανακούφιση προκαλεί σήµερα.
Αλλά αυτή η εξέλιξη δεν κλείνει οριστικά το κουρδικό ζήτηµα, ούτε απαντά στο ευρύτερο ερώτηµα της µορφής που θα πάρει τελικά η νέα Συρία…
https://rproject.gr/article/telos-tis-aytonouis-dioikisis-voreias-kai-anatolikis-syrias









Σχόλια (0)