“Οι πρόσφατες διαμαρτυρίες, που ξέσπασαν μετά την κατάρρευση του νομίσματος και το σοκ των ανατιμήσεων, αποκαλύπτουν πως οι κυρώσεις μετασχημάτισαν την κρατική εξουσία, διευκολύνοντας την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και τη συσσώρευση πλούτου από ημετέρους, αντί να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στους πολίτες.”
αναδημοσίευση από merip.org
Στις 28 Δεκεμβρίου 2025 ξέσπασαν διαμαρτυρίες σε πολλές πόλεις του Ιράν, ως αντίδραση στην κατάρρευση του νομίσματος και στην εκτίναξη του κόστους ζωής. Καθώς η συναλλαγματική ισοτιμία γινόταν όλο και πιο ασταθής, τμήματα του Μεγάλου Παζαριού της Τεχεράνης1 και εμπορικά κέντρα έκλεισαν. Οι ταχύτατες μεταβολές των τιμών κατέστησαν αδύνατες τις εισαγωγές, την τιμολόγηση και το εμπόριο.
Η κυβέρνηση έσπευσε να εφαρμόσει ένα έκτακτο μέτρο από το δημοσιονομικό πακέτο για το οικονομικό έτος 2025–2026: την κατάργηση των προτιμησιακών ισοτιμιών ξένου συναλλάγματος για τα βασικά αγαθά και τις κρίσιμες παραγωγικές εισροές2. Οι αξιωματούχοι παρουσίασαν το μέτρο ως μεταρρύθμιση κατά της διαφθοράς και εξήγγειλαν ότι θα παρέχουν άμεση αποζημίωση μέσω χρηματικών μεταβιβάσεων και στοχευμένης στήριξης στους πολίτες. Στην πράξη, το μέτρο αυτό επέτεινε την ήδη ταχεία άνοδο των τιμών και αποδυνάμωσε περαιτέρω την αγοραστική δύναμη, μετακυλώντας το βάρος στα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο πληθωρισμός τον Δεκέμβριο κυμάνθηκε στο 42%, αλλά το κόστος των βασικών ειδών διατροφής αυξήθηκε πολύ ταχύτερα, κατά 72% σε σύγκριση με το περασμένο έτος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι βασικά αγαθά όπως το ψωμί και τα γαλακτοκομικά ήταν απλησίαστα για μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης. Στις αρχές Ιανουαρίου, η κατάργηση των προτιμησιακών ισοτιμιών που ασκούσε ασφυκτικές πιέσεις στην καθημερινή κατανάλωση, οδήγησε σε κλιμάκωση των διαμαρτυριών και μαζικές κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα για εβδομάδες.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που Ιρανοί αξιωματούχοι προκαλούσαν αναταραχή εισάγοντας πολιτικές που επιβάρυναν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, με το μανδύα της μεταρρύθμισης. Την τελευταία δεκαετία, διαδοχικές κυβερνήσεις παρουσίαζαν την απελευθέρωση των τιμών και τις προσαρμογές του νομίσματος ως απαραίτητα βήματα για τη σταθεροποίηση των αγορών και τον περιορισμό της κερδοσκοπίας εκ των έσω3 και της διαφθοράς. Στην πράξη, αυτές οι πολιτικές λειτούργησαν ως μέτρα λιτότητας, μετατρέποντας τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας από προγράμματα παροχής υπηρεσιών4 σε προγράμματα παροχής χρηματικών επιδομάτων, τα οποία συχνά χάνουν γρήγορα την αξία τους σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού.
Οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων το 2010 και αργότερα το 2019 αποτελούν χαρακτηριστικά προηγούμενα παραδείγματα αυτής της «πολιτικής του σοκ»5, με το δεύτερο να πυροδοτεί μαζική εξέγερση ενάντια στην επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών. Οι αρχές κατέστειλαν βίαια και τις δύο κινητοποιήσεις με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Στην τρέχουσα συγκυρία, η εξέλιξη ήταν η ίδια, αλλά σε μεγαλύτερη ένταση. Αυτή τη φορά, τα συγκαλυμμένα μέτρα λιτότητας εφαρμόστηκαν εν μέσω διαμαρτυριών για την οικονομική πολιτική. Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, εκτιμάται ότι η κυβέρνηση είχε δολοφονήσει χιλιάδες άτομα και είχε επιβάλλει επ’ αόριστον γενικευμένη διακοπή επικοινωνιών (στο διαδίκτυο και την τηλεφωνία). Επρόκειτο για ένα από τα πιο αιματηρά επεισόδια στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας από τις εκκαθαρίσεις πολιτικών αντιφρονούντων τη δεκαετία του 19806.
Η πολιτική οικονομία των κυρώσεων
Οι περισσότερες αναλύσεις για την πολιτική κρίση στο Ιράν παλινδρομούν ανάμεσα σε δύο βολικές, απλουστευτικές αφηγήσεις.
Σύμφωνα με την πρώτη, το πρόβλημα παρουσιάζεται ως ζήτημα διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, ως εάν η ιρανική οικονομία να λειτουργούσε σε κενό, ανεπηρέαστη από τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Η δεύτερη επαναλαμβάνει το κρατικό αφήγημα του Ιράν, ότι μοναδική αιτία των προβλημάτων της χώρας είναι η ιμπεριαλιστική εχθρότητα και οι διεθνείς κυρώσεις. Και οι δύο εκδοχές απλοποιούν υπερβολικά τη σύνθετη πραγματικότητα. Το πιο κρίσιμο ερώτημα είναι πώς οι κυρώσεις έχουν ενσωματωθεί στην πολιτική οικονομία του Ιράν ώστε να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Οι κυρώσεις δεν ανέκοψαν τη στροφή της ιρανικής οικονομίας προς ένα μοντέλο όπου η αγορά αποκτά ολοένα μεγαλύτερο ρόλο. Την αναδιαμόρφωσαν, διευρύνοντας τη διακριτική ευχέρεια του κράτους ως προς το ποιος αποκτά πρόσβαση σε δολάρια, άδειες και δημόσιες συμβάσεις, και δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για κερδοσκοπία εκ των έσω με το πρόσχημα μεταρρύθμισης. Κάθε σοβαρή ανάλυση της κρίσης στο Ιράν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο το εξωτερικό καθεστώς κυρώσεων όσο και τον εσωτερικό μηχανισμό που διαχειρίζεται την κρίση συνδυάζοντας λιτότητα και καταστολή.
Οι κυρώσεις έχουν διαμορφώσει την πολιτική οικονομία του Ιράν από το 1979, με απότομες κλιμακώσεις το 2012, όταν στο στόχαστρο μπήκαν οι τομείς του πετρελαίου και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, το 2018, με την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά και την επανεπιβολή των κυρώσεων, και ξανά στα τέλη του 2025, με την αυτόματη επαναφορά των κυρώσεων7 σε επίπεδο ΟΗΕ και ΕΕ.
Τα τελευταία 15 χρόνια, αυτά τα τιμωρητικά μέτρα μεταφράστηκαν σε χρόνιο πληθωρισμό, κατάρρευση των πραγματικών μισθών και μια βαθύτερη κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής8. Από τα τέλη του 2017, οι αγώνες για επιβίωση μετατρέπονται επανειλημμένα σε ανοιχτές συγκρούσεις: από την εξέγερση του 2017–20189 έως τις διαμαρτυρίες για τα καύσιμα το 2019 και τις επαναλαμβανόμενες, αποκεντρωμένες κινητοποιήσεις στους χώρους εργασίας και στις τοπικές κοινότητες. Επί μία δεκαετία, αναδύεται ένα επίμονο οργανωμένο κύμα εργατικών κινητοποιήσεων, με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών, συνταξιούχων και εργαζόμενων στον πετρελαϊκό και πετροχημικό τομέα10, με αιτήματα που αφορούν σε συμβάσεις εργασίας, μισθούς, συντάξεις και στο κόστος διαβίωσης.
Οι κυρώσεις δεν συνέβαλαν στην κρίση απλώς μειώνοντας τους διαθέσιμους πόρους. Αναδιαμόρφωσαν επίσης το ποιος ωφελείται και με ποιον τρόπο. Δημιουργώντας ελλείψεις σε σκληρό συνάλλαγμα11 και εμποδίζοντας τις καθημερινές διασυνοριακές πληρωμές, διοχέτευσαν το εμπόριο σε αδιαφανή κανάλια, αποδυνάμωσαν το νόμισμα και αποσταθεροποίησαν τον καθορισμό των βασικών τιμών για αγαθά και υπηρεσίες.
Ένα αποτέλεσμα είναι αυτό που πολλοί στο Ιράν αποκαλούν η «οικονομία των ενδιάμεσων»,12 δηλαδή η επέκταση του δικτύου των μεσαζόντων που διατηρούν τις εξαγωγές σε κίνηση —ιδίως του πετρελαίου— παρακάμπτοντας τους περιορισμούς του τραπεζικού συστήματος και του συστήματος SWIFT.
Αυτοί οι μεσάζοντες —συχνά συνδεδεμένοι με κρατικά ή οιονεί κρατικά δίκτυα13— κερδίζουν μέσω προμηθειών, προσαυξήσεων στις ισοτιμίες14 και ελέγχου του χρόνου απελευθέρωσης των πληρωμών, ακόμη και καθυστερώντας ή παρακρατώντας έσοδα από εξαγωγές που υποτίθεται ότι έπρεπε να επαναπατριστούν. Σύμφωνα με επανειλημμένες επίσημες ανακοινώσεις, από το 2018, σημαντικό μέρος του συναλλάγματος από εξαγωγές δεν έχει επαναπατριστεί, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις το ποσοστό αυτό ενδέχεται να αγγίζει και το 30%, ανερχόμενο σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Ένας σχετικός αλλά διακριτός μηχανισμός λειτουργεί στην εγχώρια οικονομία. Το κράτος προσπάθησε να διαχειριστεί την αστάθεια μέσω ενός συστήματος πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών, προτιμησιακού συναλλάγματος15 και εφαρμόζοντας διακριτική ευχέρεια κατά τη διαδικασία χορήγησης αδειών εισαγωγής, μετασχηματίζοντας την πολιτική πρόσβαση σε κέρδος. Έτσι, όταν το σκληρό νόμισμα είναι σπάνιο, το κράτος εφαρμόζει ένα καθεστώς κατανομής που διοχετεύει τα επιδοτούμενα δολάρια και τις άδειες εισαγωγής μέσω ενός συστήματος κρατικών «πυλωρών». Ευνόητο είναι ότι αυτό το σύστημα ευνοεί όσες επιχειρήσεις διαθέτουν πολιτικές διασυνδέσεις και δίνει ευκαιρίες κερδοσκοπίας σε αυτούς που έχουν προσβάσεις σε αυτά τα κρίσιμα σημεία (bottlenecks) κατά τη διαδικασία πρόσβασης σε πόρους ή άδειες, τα οποία περιορίζουν ποιοι μπορούν να συμμετέχουν στην οικονομική δραστηριότητα.
Το σκάνδαλο της εταιρείας Debsh Tea αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μεταξύ 2019 και 2022, η Debsh Tea, ιδιωτική εταιρεία εισαγωγών και παραγωγής, έλαβε δισεκατομμύρια δολάρια σε προτιμησιακό συνάλλαγμα προκειμένου να εισάγει βασικά αγαθά. Στα τέλη του 2023, ιρανικοί ελεγκτικοί φορείς και εκθέσεις που συνδέονταν με τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης αναφέρουν ότι σημαντικό μέρος αυτού του επιδοτούμενου συναλλάγματος δεν χρησιμοποιήθηκε για τις δηλωμένες εισαγωγές, αλλά διοχετεύτηκε σε συναλλαγές στην ελεύθερη αγορά — μετατρέποντας την πρόσβαση σε φθηνά δολάρια σε γρήγορο κέρδος μέσω της διαφοράς μεταξύ της προτιμησιακής και της αγοραίας ισοτιμίας. Έγινε αναφορά σε ποσά άνω των τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία επαρκούσαν να καλύψουν για χρόνια την εθνική ζήτηση για τσάι ή να χρηματοδοτήσουν μεγάλες δημόσιες επενδύσεις.
Δεν γίνεται κάθε περίπτωση εθνικό πρωτοσέλιδο αλλά ο μηχανισμός είναι γνώριμος. Παρόμοιες αμφιλεγόμενες υποθέσεις έχουν εμφανιστεί και στο παρελθόν κατά τη διάρκεια οικονομικών ελέγχων, και αφορούσαν σε υποθέσεις προτιμησιακής πρόσβασης σε ξένο συνάλλαγμα που δεν αντιστοιχούσε στα επαληθευμένα αρχεία εισαγωγών ή σε οποιαδήποτε καταγεγραμμένη επιστροφή των χρημάτων. Μια πολύκροτη υπόθεση είναι η διαμάχη ενώπιον του Ανώτατου Ελεγκτικού Συνεδρίου με αντικείμενο 4,8 δισεκατομμύρια δολάρια σε προτιμησιακό συνάλλαγμα που φέρεται να διατέθηκαν σε εισαγωγείς χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες τεκμηριωμένες εισαγωγές.
Όταν η κρίση νομιμοποίησης φτάνει στο απροχώρητο, το κράτος προωθεί διορθωτικά πακέτα που παρουσιάζονται ως μεταρρυθμίσεις κατά της διαφθοράς. Στην πράξη, αυτές οι πολιτικές εδραιώνουν τη λιτότητα και προκαλούν απότομα σοκ στις τιμές. Η πολιτική υγείας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η μεταρρύθμιση Daroyar —μια αναμόρφωση των επιδοτήσεων φαρμάκων το 2022— κατάργησε το προτιμησιακό συνάλλαγμα για τα φάρμακα και μετέφερε την επιδότηση σε ένα σύστημα αποζημίωσης μέσω ασφάλισης. Θεωρητικά, οι ασθενείς θα πλήρωναν λιγότερα στο φαρμακείο, ενώ οι ασφαλιστικοί φορείς και το κράτος θα κάλυπταν τη διαφορά. Στην πράξη, η χρηματοδοτική αλυσίδα δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ: οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις και οι ελλείψεις ρευστότητας ενίσχυσαν και δημιούργησαν συστηματικά κενά πρόσβασης σε ασθενείς και φαρμακεία. Παράλληλα, η κυβέρνηση αποκόμισε δημοσιονομικά οφέλη από τις μεταβολές στην ισοτιμία, ενώ οι τράπεζες επωφελήθηκαν καθώς προμηθευτές και εισαγωγείς βασίζονταν όλο και περισσότερο σε δανεισμό υψηλού κόστους. Παρόμοιο μοτίβο ακολούθησε και η πολιτική για τα καύσιμα. Οι αυξήσεις τιμών δικαιολογήθηκαν ως τρόπος χρηματοδότησης στοχευμένης αναδιανομής μέσω χρηματικών μεταβιβάσεων, αλλά σχεδόν αμέσως το ύψος των επιδομάτων δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στον υψηλό πληθωρισμό, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να απορροφούν τη αυξανόμενη αναντιστοιχία ανάμεσα στην ενίσχυση που λάμβαναν και στο πραγματικό κόστος των καυσίμων.
Η απάντηση της κυβέρνησης στη δημοσιονομική κρίση που προκαλούν οι κυρώσεις ακολουθεί τη γνωστή διαδρομή. Αντί να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της μέσω σταθερής δημόσιας χρηματοδότησης, το κράτος βασίζεται στην ιδιωτικοποίηση, στις «ανταλλαγές χρέους με περιουσιακά στοιχεία»16 και σε σχέδια «παραγωγικής αξιοποίησης» (Movaledsazi)17 που μεταφέρουν δημόσια περιουσία σε ιδιωτικά χέρια. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα. Αντί να αποπληρώνει τα χρέη της προς τα ασφαλιστικά ταμεία σε χρήμα, η κυβέρνηση μεταβιβάζει μετοχές κρατικών εταιρειών, αναγκάζοντας ουσιαστικά το σύστημα συντάξεων να χρηματοδοτείται μέσω μερισμάτων, πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων και επενδυτικών αποδόσεων. Αυτή η πολιτική μεταφέρει τον κίνδυνο στους συνταξιούχους, συνδέοντας την επιβίωσή τους με την απόδοση της αγοράς και τον πληθωρισμό αντί με σταθερές, θεσμικά εγγυημένες παροχές.
Έτσι οδηγούμαστε στην πολιτική οικονομία των διεθνών κυρώσεων, όπου η λιτότητα γίνεται εργαλείο διακυβέρνησης και η σπανιότητα δημιουργεί κέρδη για όσους έχουν προνομιακή πρόσβαση. Αντί να προστατεύονται τα νοικοκυριά μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, οι αποκαλούμενες μεταρρυθμίσεις κατά της διαφθοράς μεταφέρουν τα κόστη και τους κινδύνους προς τα κάτω μέσω της υποτίμησης και της κατάργησης των επιχορηγήσεων, διατηρώντας παράλληλα τα συστήματα κατανομής πόρων που ευνοούν τις δικτυωμένες ελίτ. Αυτό το μοτίβο εντοπίζεται συχνά σε αναλύσεις της εποχής των κυρώσεων που εστιάζουν στην ανισότητα και στην κατανομή. Πρόσφατες επίσημες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού διαβιεί σε συνθήκες φτώχειας· αντίστοιχα, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι σχεδόν 10 εκατομμύρια άνθρωποι φτωχοποιήθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία.
Αυτή η διάχυση του κόστους προς τους πιο ευάλωτους μας δείχνει την ταχύτητα με την οποία εξαπλώνονται τα οικονομικά του σοκ από το κέντρο στην περιφέρεια και το μέγεθος της οργής που προκαλούν. Στις χρόνια περιθωριοποιημένες περιοχές του δυτικού Ιράν, σε πόλεις όπως το Abdanan, η κρίση χτύπησε νωρίτερα και σκληρότερα από ό,τι σε πολλές κεντρικές επαρχίες, αφήνοντας βαθιά υποεπένδυση, υψηλή ανεργία και μακροχρόνια, δομική φτώχεια. Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου κύματος διαμαρτυριών, διαδηλωτές εισέβαλαν σε σούπερ μάρκετ και έσκισαν σακιά ρυζιού, σκορπίζοντας το ρύζι στο πάτωμα και στον δρόμο αντί να το πάρουν μαζί τους. Στα τέλη Δεκεμβρίου, ένα σακί 10 κιλών ρυζιού πωλούνταν για αρκετά εκατομμύρια τομάν18, περίπου όσο ένας μηνιαίος κατώτατος μισθός. Η πράξη αυτή δεν παρέπεμπε τόσο σε κλοπή όσο σε άρνηση και δημόσια καταγγελία ενός συστήματος που μετατρέπει ένα βασικό είδος διατροφής σε πολυτέλεια, απαιτώντας από τους ανθρώπους να αποδέχονται την ταπείνωση ως μέσο καθημερινής υποταγής.
Όταν το κράτος διαχειρίζεται την κρίση μέσω μετακύλισης του σοκ αντί αναδιανομής, η πολιτική γίνεται μέρος του προβλήματος, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Καθώς η οικονομική αστάθεια εντείνεται, το κράτος απαντά με νέα πακέτα λιτότητας που παρουσιάζονται ως μεταρρυθμίσεις. Τα νοικοκυριά δεν βιώνουν αυτά τα μέτρα ως διορθωτικά· τα βιώνουν ως μετακύλιση του κόστους που βαθαίνει την κρίση που βιώνουν καθημερινά στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν. Τα συνήθη κανάλια διαμαρτυρίας και διαμεσολάβησης χάνουν την αξιοπιστία τους. Οι πολίτες μπορούν να απευθυνθούν σε αξιωματούχους και θεσμούς, αλλά οι ίδιοι αυτοί θεσμοί είτε εφαρμόζουν τις επιζήμιες μεταρρυθμίσεις είτε δεν έχουν τη δύναμη να τις ανατρέψουν. Καθώς η νομιμοποίηση υπονομεύεται, η πίεση συσσωρεύεται μέχρι να υπάρξει ένα έναυσμα που θα μετατρέψει την οικονομική δυσχέρεια σε εθνική στιγμή διαμαρτυρίας. Μόλις η διαφωνία ξεφύγει από τα θεσμικά κανάλια, το κράτος την αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο ως διατάραξη της τάξης. Καθώς υπάρχουν όλο και λιγότεροι αξιόπιστοι μηχανισμοί έκφρασης αιτημάτων ή πολιτικής ενσωμάτωσης, η καταστολή γίνεται ρουτίνα επειδή είναι το μόνο εργαλείο που απομένει για τη διατήρηση του ελέγχου.
Εξωτερικά σινιάλα (signaling) 19, εσωτερική κλιμάκωση
Το τωρινό κύμα εξεγέρσεων είναι πιο αιματηρό εξαιτίας της αλληλεπίδρασης εξωτερικής και εσωτερικής κλιμάκωσης.
Οι Ιρανοί δεν είχαν ανάγκη από εξωτερική παρακίνηση για να βγουν στους δρόμους: η κατάρρευση του νομίσματος, οι μισθοί που δεν συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό και η υπονόμευση της καθημερινής επιβίωσης ήταν επαρκείς συνθήκες για να εξεγερθούν. Αυτό που κυρίως συνέβη είναι ότι η εξωτερική κλιμάκωση αύξησε το τίμημα της πολιτικής διαφωνίας με διαφορετικό τρόπο — λιγότερο μέσω υλικής υποστήριξης και περισσότερο μέσω αφήγησης και σινιάλων. Όταν αξιωματούχοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ παρουσιάζουν τις διαμαρτυρίες ως πολεμικό σκηνικό και αλλαγή καθεστώτος, το κράτος μπορεί ευκολότερα να αναπλαισιώσει τη μαζική διαφωνία ως απειλή για την ασφάλεια και να απαντήσει με μορφές καταστολής που θυμίζουν στρατιωτικές τακτικές αντιμετώπισης εξέγερσης,.
Εξόριστες μορφές της αντιπολίτευσης, κυρίως ο επίδοξος βασιλιάς Ρεζά Παχλαβί (γιος του έκπτωτου Σάχη του Ιράν στην επανάσταση του 1979), προσπάθησαν να παρουσιάσουν την εξέγερση ως κίνημα μετάβασης και κάλεσαν σε κλιμάκωση, απευθύνοντας επανειλημμένες εκκλήσεις για ξένη παρέμβαση ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή του ως εθνικού ηγέτη. Ταυτόχρονα, Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι υπαινίχθηκαν δημόσια τη δική τους εμπλοκή, κομπάζοντας για «διαθέσιμους πόρους στο πεδίο»,20 μιλώντας χαλαρά για εξοπλισμό διαδηλωτών και υποσχόμενοι ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν». Η στάση αυτή απλώς ενισχύει τον ισχυρισμό του κράτους ότι η πολιτική διαφωνία είναι οργανωμένη ξένη επιχείρηση. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι, με τη σειρά τους, παρουσίασαν τις διαμαρτυρίες ως συνέχεια του 12ήμερου πολέμου με το Ισραήλ τον Ιούνιο του 2025.
Το αποτέλεσμα είναι μια αφήγηση με δύο όψεις που ωφελεί τους πάντες εκτός από τους απλούς Ιρανούς. Από τη μία πλευρά, τα μηνύματα από το εξωτερικό μετατρέπουν την πραγματική λαϊκή δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία σε πεδίο μάχης δια αντιπροσώπου, όπου ο θάνατος γίνεται παράπλευρη απώλεια στον δρόμο προς την αλλαγή καθεστώτος. Από την άλλη, η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετωπίζει κάθε ρητορική περί αλλαγής καθεστώτος ως απόδειξη ότι οι διαδηλωτές είναι τρομοκράτες, κατάσκοποι και πράκτορες του εχθρού, αντί για πολίτες με νόμιμα αιτήματα. Υπό αυτή την έννοια, η αντίδραση του ιρανικού κράτους και η πολιτική των εξωτερικών δυνάμεων μοιράζονται ένα βασικό χαρακτηριστικό: και οι δύο αντιμετωπίζουν τις ζωές των Ιρανών ως αναλώσιμες για τις ανάγκες της εξουσίας και του κέρδους.
Οι διαμαρτυρίες μπορεί να έχουν κατασταλεί προς το παρόν, αλλά οι συνθήκες που τις γέννησαν παραμένουν αμετάβλητες. Υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι το κράτος είναι ικανό ή πρόθυμο να προχωρήσει στις διαρθρωτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά η κρίση της καθημερινής επιβίωσης. Αν και δεν μπορεί να άρει άμεσα τις κυρώσεις, έχει δείξει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη μείωση της έκθεσης των νοικοκυριών στον πληθωρισμό, τον περιορισμό της επισφαλούς διαβίωσης ή την αποκατάσταση της ελάχιστης αξιοπιστίας της κοινωνικής πρόνοιας και της αντιπροσώπευσης. Η νομισματική αστάθεια και η μεταβλητότητα των τιμών αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως κανονικότητα και όχι ως έκτακτη κατάσταση προς επίλυση. Με κάθε εναλλαγή λιτότητας και διαμαρτυρίας, η κρίση βαθαίνει και η άσκηση αυξανόμενης βίας γίνεται η προεπιλεγμένη μέθοδος ελέγχου. Το επόμενο βήμα είναι αβέβαιο, αλλά η κατεύθυνση είναι ήδη ξεκάθαρη.
Όσο η διαχείριση της κρίσης γίνεται με λιτότητα και σφαίρες, όσο οι τρίτοι αντιμετωπίζουν τις ζωές των Ιρανών ως εργαλεία πίεσης και αλλαγής καθεστώτος, το κόστος θα συνεχίσει να αυξάνεται και περισσότεροι άνθρωποι θα πεθαίνουν.
*Η Ida Nikou είναι διδάκτωρ κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Stony Brook.
Σημειώσεις της μετάφρασης
1 Σ.τ.Μ.: Το Grand Bazaar της Τεχεράνης είναι ένα από τα σημαντικότερα παραδοσιακά εμπορικά κέντρα του Ιράν και ιστορικά έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο όχι μόνο στην οικονομική αλλά και στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Αποτελεί εκτεταμένο δίκτυο αγορών και στοών όπου δραστηριοποιούνται χιλιάδες έμποροι, ενώ οι λεγόμενοι bazaaris (έμποροι του παζαριού) έχουν κατά καιρούς επηρεάσει τις κοινωνικές εξελίξεις, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή πολιτικής κινητοποίησης. Η διακοπή της λειτουργίας του θεωρείται ένδειξη σοβαρής αστάθειας στην αγορά.
2 Σ.τ.Μ.: Προτιμησιακές ισοτιμίες ξένου συναλλάγματος: Εσωτερική οικονομική πολιτική με την οποία το κράτος διαθέτει ξένο νόμισμα σε ευνοϊκότερη τιμή για την εισαγωγή βασικών αγαθών και υλικών παραγωγής· δεν πρόκειται για διακρατική συμφωνία αλλά για μηχανισμό επιδότησης μέσω της ισοτιμίας
3 Σ.τ.Μ.: Ο όρος insider profiteering στο πρωτότυπο αναφέρεται στον προσπορισμό κέρδους χάρη στην προνομιακή πρόσβαση σε πληροφορίες, άδειες ή κρατικούς πόρους.
4 Σ.τ.Μ.: Για παράδειγμα, επιδοτούμενες υπηρεσίες υγείας, τροφίμων ή ενέργειας
5 Σ.τ.Μ.: Απότομες οικονομικές παρεμβάσεις, όπως αυξήσεις τιμών ή κατάργηση επιδοτήσεων, που εφαρμόζονται σε περιόδους κρίσης με άμεσες κοινωνικές επιπτώσεις.
6 Σ.τ.Μ.: Περίοδος εκτεταμένης καταστολής πολιτικών αντιπάλων στα πρώτα χρόνια μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, κατά την εδραίωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπό την ηγεσία του Αγιατολάχ Χομεϊνί.
7 Σ.τ.Μ.: Ο όρος snapback sanctions στο πρωτότυπο αναφέρεται στο μηχανισμό μέσω του οποίου διεθνείς κυρώσεις που είχαν αρθεί μπορούν να επανέλθουν ταχύτατα σε ισχύ, χωρίς νέα πλήρη διαπραγμάτευση, σε περίπτωση που κριθεί ότι παραβιάζονται οι όροι μιας συμφωνίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ιδίως στο πλαίσιο της συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα (2015), όπου προβλεπόταν η δυνατότητα επαναφοράς κυρώσεων του ΟΗΕ και άλλων διεθνών φορέων.
8 Σ.τ.Μ.: Ο όρος «κοινωνική αναπαραγωγή» χρησιμοποιείται στην μαρξιστική θεωρία για να περιγράψει τις υλικές και κοινωνικές διαδικασίες μέσω των οποίων διατηρείται η καθημερινή ζωή και αναπαράγεται η εργατική δύναμη.
9 Σ.τ.Μ.: Αναφέρεται σε κύμα διαδηλώσεων που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2017 από επαρχιακές πόλεις, με αφορμή την ακρίβεια, την ανεργία και την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη τη χώρα. Αποτέλεσε μία από τις πρώτες μεγάλες κοινωνικές εκρήξεις της περιόδου πριν από τις κινητοποιήσεις του 2019.
10 Σ.τ.Μ.: Εργαζόμενοι με προσωρινές ή εργολαβικές συμβάσεις στον πετρελαϊκό και πετροχημικό τομέα, χωρίς σταθερή εργασιακή ασφάλεια, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια αποτελούν σημαντικό κομμάτι των εργατικών κινητοποιήσεων στο Ιράν.
11 Σ.τ.Μ.: Ξένα νομίσματα με διεθνή αποδοχή και σταθερή αξία, κυρίως το δολάριο και το ευρώ, που είναι απαραίτητα για το διεθνές εμπόριο. Στο Ιράν, η πρόσβαση σε σκληρό συνάλλαγμα είναι ζωτικής σημασίας για την εισαγωγή βασικών αγαθών και υλικών παραγωγής, γι’ αυτό και η έλλειψή του επηρεάζει άμεσα τις τιμές και τη διαθεσιμότητα προϊόντων.
12 Σ.τ.Μ.: Ο όρος Trustee economy στο πρωτότυπο περιγράφει ένα σύστημα οικονομικών συναλλαγών μέσω ενδιάμεσων διαχειριστών, οι οποίοι αναλαμβάνουν να μεταφέρουν ή να κρατούν έσοδα από εξαγωγές και πληρωμές στο εξωτερικό, παρακάμπτοντας τραπεζικούς περιορισμούς που επιβάλλουν οι κυρώσεις.
13 Σ.τ.Μ.: Δίκτυα οργανισμών ή επιχειρήσεων που, αν και τυπικά ιδιωτικά, συνδέονται στενά με κρατικούς μηχανισμούς και διαθέτουν προνομιακή πρόσβαση σε πόρους, άδειες και συμβόλαια. Δεν είναι επίσημα κρατικοί φορείς, αλλά συχνά λειτουργούν ως ενδιάμεσοι στη διαχείριση οικονομικών δραστηριοτήτων. Στο ιρανικό πλαίσιο, τέτοιο ρόλο έχουν συχνά μεγάλα ιδρύματα (bonyads), δηλαδή ισχυροί οικονομικοί οργανισμοί με στενή σχέση με το κράτος που δραστηριοποιούνται σε πολλούς τομείς της οικονομίας χωρίς να ανήκουν τυπικά σε αυτό.
14 Σ.τ.Μ.: Κέρδη που προκύπτουν από τη διαφορά μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης ισοτιμίας συναλλάγματος.
15 Σ.τ.Μ.: Προτιμησιακή (φτηνότερη ή ευκολότερη) πρόσβαση σε ξένο συνάλλαγμα
16 Σ.τ.Μ.: Ο όρος debt-for-asset swaps στο πρωτότυπο αναφέρεται σε μηχανισμό αποπληρωμής χρεών όπου το κράτος, αντί να καταβάλει μετρητά, παραχωρεί μετοχές, ακίνητα ή άλλες κρατικές συμμετοχές. Η πρακτική αυτή χρησιμοποιείται για να καλυφθούν ελλείμματα, αλλά συχνά οδηγεί στη σταδιακή μεταφορά δημόσιου πλούτου εκτός άμεσου κρατικού ελέγχου.
17Σ.τ.Μ.: Ο όρος productive use (Movaledsazi) στο πρωτότυπο περιγράφει την «παραγωγική αξιοποίηση» δημόσιας περιουσίας μέσω πώλησης, παραχώρησης ή μεταβίβασης κρατικών ακινήτων και συμμετοχών σε επιχειρήσεις με στόχο την άντληση άμεσων εσόδων.
18 Σ.τ.Μ.: Άτυπη μονάδα μέτρησης χρημάτων στο Ιράν, που χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή γλώσσα αντί του επίσημου νομίσματος (ριάλ). Ένα τομάν αντιστοιχεί σε δέκα ριάλ. Λόγω του υψηλού πληθωρισμού, οι τιμές αναφέρονται συνήθως σε τομάν για μεγαλύτερη ευκολία.
19 Σ.τ.Μ.: Στις διεθνείς σχέσεις, το signaling που εμφανίζεται στο πρωτότυπο αναφέρεται στις στρατηγικές ενέργειες ή δηλώσεις μέσω των οποίων τα κράτη μεταδίδουν πληροφορίες για τις προθέσεις, τις δυνατότητες και την αποφασιστικότητά τους, με στόχο να επηρεάσουν τη συμπεριφορά άλλων κρατών υπό συνθήκες αβεβαιότητας. Ιδιαίτερη σημασία έχει το costly signaling, δηλαδή τα σήματα που έχουν οικονομικό, πολιτικό ή στρατιωτικό κόστος, επειδή θεωρούνται πιο αξιόπιστα (π.χ μετακίνηση στρατού στα σύνορα). Άλλη μορφή signaling, αποτελεί το cheap talk (σήματα χωρίς πραγματικό κόστος, πχ. δηλώσεις αξιωματούχων), το οποίο αν και λιγότερο αξιόπιστο, επιτρέπει δοκιμή αντιδράσεων χωρίς κλιμάκωση.
20 Σ.τ.Μ.: ο όρος που αναφέρεται στο πρωτότυπο είναι “assets on the ground”, υπονοώντας παρουσία ανθρώπων, δικτύων ή επιχειρησιακών δυνατοτήτων μέσα σε μια χώρα.









Σχόλια (0)