40 χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το ΝΑΤΟ [στο Ισπανικό Κράτος]
«Ζούμε στον κόσμο του Νετανιάχου» -Ασιέμ Ελ Ντιφραουί
Μανουέλ Γκαρί, Χάιμε Παστόρ
Σαράντα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 12ης Μάρτη του 1986 για την παραμονή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ήττα της καμπάνιας του «ΟΧΙ», αξίζει να ανακαλέσουμε ότι αυτό συνέβη σε ένα διεθνές πλαίσιο που σημαδευόταν από την εξοπλιστική κούρσα ανάμεσα σε δύο μεγάλα μπλοκ υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, η οποία είχε ως αντανάκλαση την ανάπτυξη πυραύλων στην Ευρώπη, σε σύγκρουση με ένα ισχυρό οικολογικό-ειρηνικό κίνημα που υποστήριζε τον πυρηνικό αφοπλισμό και την αδέσμευτη στάση απέναντι και στα δύο μπλοκ.
Εκείνη την εποχή η προοπτική ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου φαινόταν ως μια πραγματική απειλή. Αυτή δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αλλά ακολούθησε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η εμπέδωση των ΗΠΑ ως μοναδική υπερδύναμη ικανή να εξασφαλίσει την εξάπλωση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης σε όλο τον πλανήτη. Η συνέχεια της ιστορίας είναι αρκετά γνωστή. Πάνω από όλα, η κήρυξη του Παγκόσμιου Πολέμου Κατά της Τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2011, οι επιθέσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και οι καταστροφικές τους συνέπειες, τις οποίες βλέπουμε μέχρι και σήμερα.
Ακολούθησε η Μεγάλη Ύφεση του 2008 και –μαζί της– μια ένταση των γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανταγωνισμών μεταξύ παλιών και νέων μεγάλων δυνάμεων, που έχει οδηγήσει σε μια νέα, ανοιχτή εξοπλιστική κούρσα και έναν πολλαπλασιασμό των πολέμων μέσα στο πλαίσιο μιας πολυδιάστατης και συστημικής κρίσης της οποίας η πιο ακραία και επικίνδυνη εκδήλωση είναι η υπερθέρμανση του πλανήτη.
Αυτή η κρίση συνεχίζει να επιταχύνεται εν μέσω του αγώνα για έλεγχο επί των πόρων –όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο– αλλά και των υποδομών και των εμπορικών δρόμων, όπως βλέπουμε σήμερα στα Στενά του Ορμούζ.
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η επίθεση που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φλεβάρη, και η εξάπλωση του πολέμου σε άλλες χώρες στη Μέση Ανατολή, αντιπροσωπεύουν μια νέα και επικίνδυνη κλιμάκωση, της οποίας τις παγκόσμιες συνέπειες βλέπουμε ήδη.
Σκληρές δηλώσεις όπως αυτές της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, («Η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι ο προστάτης ενός κόσμου που έχει εξαφανιστεί») ή της Διευθύντριας του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, («Σκεφτείτε το αδιανόητο και ετοιμαστείτε για αυτό»), ίσως ενισχύουν την παρατήρηση του Γερμανο-Αιγύπτιου Ασιέμ Ελ Ντιφραουΐ ότι, στην πραγματικότητα, «ζούμε στον κόσμο του Νετανιάχου». Γιατί, πραγματικά, δείχνει προφανές ότι ο Τραμπισμός φιλοδοξεί να αντικαταστήσει την παλιά διεθνή τάξη (αταξία) με μία που μοιάζει όλο και περισσότερο με αυτήν που έχει ενεργοποιήσει ο Ισραηλινός ηγέτης μετά τον Οκτώβρη του 2023, με τη γενοκτονία στη Γάζα να αποτελεί την απόλυτη έκφρασή της.
Το επίκεντρο της δοκιμασίας για αυτό το νέο υπόδειγμα βρίσκεται σήμερα στη Μέση Ανατολή. Παρά τις υποσχέσεις του Αμερικανού ηγέτη στους υποστηρικτές του MAGA, η άμεση εμπλοκή του στην επίθεση κατά του Ιράν στο πλευρό του Νετανιάχου και η τάση προς την στρατιωτική κλιμάκωση σε όλη την περιοχή την οποία προκαλεί, επιβεβαιώνουν ότι δεν του αρκεί το Δυτικό Ημισφαίριο, αλλά φιλοδοξεί να εγκαθιδρύσει ένα εναλλακτικό θεσμικό πλαίσιο στη θέση του ΟΗΕ και των Διεθνών Δικαστηρίων.
Για αυτόν το στόχο, σκοπεύει να στηριχθεί στο νεοϊδρυθέν Συμβούλιο της Ειρήνης και στην αυξανόμενη υποταγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης –με τη Γερμανία στην πρώτη γραμμή αλλά και τη Γαλλία με το πυρηνικό της εξοπλισμό– για να προσδώσει μια υποτιθέμενη νομιμοποίηση σε έναν νέο κόσμο ο οποίος δεν θα σέβεται ούτε καν τους κανόνες που –αν και υπό αμερικανική ηγεμονία (όπως έχει τονίσει ο Πέρι Άντερσον)– εγκαθιδρύθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που χρησιμοποιούταν για να καταδικαστούν οι πόλεμοι των φερόμενων ως εχθρών –όπως ο πόλεμος του Πούτιν ενάντια στο λαό της Ουκρανίας– ανήκει πλέον στο παρελθόν.
Σήμερα, χωρίς προσχήματα που να κρύβουν τα δύο μέτρα και σταθμά, τα πάντα επιτρέπονται στον όλο και πιο άγριο αγώνα μεταξύ παλιών, νέων, μεγάλων και μεσαίων δυνάμεων, εν μέσω αυτού του παιχνιδιού μηδενικού αθροίσματος που έχει αντικαταστήσει την αποτυχημένη «χαρούμενη παγκοσμιοποίηση».
Νέες συμμαχίες ανάμεσα στην κρατική εξουσία και συγκεκριμένες μερίδες του κεφαλαίου (κυρίως των τεχνο-ολιγαρχών στις ΗΠΑ) διαμορφώνονται γύρω από έναν αντιδραστικό και ανταγωνιστικό αυταρχισμό. Η πιο ωμή εκδήλωση αυτής της διαδικασίας είναι αυτή που ακολουθεί η αμερικανική υπερδύναμη μέσω του Τραμπ και της συναλλακτικής διπλωματίας του, που στηρίζεται στο συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος και επιχειρηματικών συμφωνιών.
Πρόκειται για μια πολιτική που, όπως μας υπενθυμίζει ο Ζιλμπέρ Ασκάρ, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια επικαιροποιημένη εκδοχή της παλιάς «διπλωματίας των κανονιοφόρων» του 19ου αιώνα. Για να μην μιλήσουμε για επιστροφή σε ένα παρελθόν που θυμίζει την εποχή της απαρχής του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας.
«Όχι στον πόλεμο, αλλά ναι στο ΝΑΤΟ και τις στρατιωτικές βάσεις;»
Στο φόντο της αυξανόμενης ταύτισης με τις επιταγές του Τραμπ και του Νετανιάχου –μια τάση που συνεχίζεται να εξαπλώνεται κάθε μέρα που περνά– η αντίδραση του Πέδρο Σάντσεζ στην επίθεση στο Ιράν ξεχωρίζει ως η εξαίρεση μεταξύ των ευρωπαϊκών ηγεσιών και τον έχει καταστήσει έναν από τους βασικούς στόχους της οργής του Τραμπ.
Παρόλα αυτά, η άρνησή του να επιτρέψει τη χρήση των βάσεων της Ρότα και της Μορόν, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι σύντομα ακολούθησε η αποστολή ναυτικής δύναμης στην Κύπρο (παρότι αυτή η χώρα δεν είχε ζητήσει καμία στρατιωτική βοήθεια) για την προστασία μιας Βρετανικής στρατιωτικής βάσης, ή οι δηλώσεις αφοσίωσης σε ένα ΝΑΤΟ το οποίο έχει υποταχθεί στον Τραμπ.
Δείχνει έτσι την προθυμία του να αναλάβει τους κινδύνους εμπλοκής στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μέσω μιας επίκλησης του Άρθρου 5 της στρατιωτικής συμμαχίας σε περίπτωση που κάποιο κράτος-μέλος της πληγεί υπό οποιαδήποτε πρόφαση.
Έτσι, η χρήση του συνθήματος «Όχι στον Πόλεμο» από τον Πέδρο Σάντσεζ –σε μια προσπάθεια να αναβιώσει το πνεύμα των διαδηλώσεων κατά του πολέμου στο Ιράκ το 2003– δείχνει ήδη τις αντιφάσεις της, που προκύπτουν από την συμμετοχή της Ισπανίας στο ΝΑΤΟ και τη συνέχεια της συμφωνίας με τις ΗΠΑ ως προς τη χρήση των στρατιωτικών βάσεων σε Ρότα και Μορόν.
Παρεμπιπτόντως, αυτή η συμφωνία θα έπρεπε να έχει ακυρωθεί εδώ και πολύ καιρό, αν ενεργοποιούταν μια από τις ρήτρες με τις οποίες η κυβέρνηση του Φελίπε Γκονζάλεζ εξασφάλισε το «ΝΑΙ» στο ΝΑΤΟ στο δημοψήφισμα πριν από 40 χρόνια: «Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ισπανία θα μειωθεί προοδευτικά». [3]
Επίσης, τι έκαναν οι ΗΠΑ σε αυτές τις βάσεις και από αυτές τις βάσεις όλα αυτά τα χρόνια αλλά και πιο πρόσφατα; Παρά την αδιαφάνεια και την παραπληροφόρηση, είναι βέβαιο ότι υπήρξαν τμήμα του εφοδιαστικού κι επιχειρησιακού μηχανισμού στρατιωτικής βοήθειας του Τραμπ προς τον γενοκτόνο Νετανιάχου για την καταστροφή της Γάζας. Συνεπώς, υπάρχουν ακόμα περισσότεροι λόγοι να υλοποιηθεί σήμερα αυτή η δέσμευση [κλεισίματος των βάσεων], καθώς βλέπουμε ότι η αμερικανική στρατηγική υπό την ηγεσία του Τραμπ καθοδηγεί μια στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με μόνο στόχο να διαφυλάξει την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική και γεωοικονομική του θέση, όπως και το σχέδιο του Μεγάλου Ισραήλ.
Είναι λοιπόν επείγον να ανοικοδομήσουμε ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα –όπως αυτό που ήδη εκφράστηκε στις πρόσφατες φεμινιστικές διαδηλώσεις στις 8 Μάρτη. Ένα κίνημα που θα είναι έτοιμο να αναβιώσει το «Όχι στον Πόλεμο» του 2003, αλλά και το «Όχι στο ΝΑΤΟ, έξω οι βάσεις» του 1986, όπως και τη διακοπή των δεσμών με το Κράτος του Ισραήλ, μαζί με την απαίτηση για μια ελεύθερη από πυρηνικά, αποστρατιωτικοποιημένη Ευρώπη που δεν θα ταυτίζεται με καμία ιμπεριαλιστική δύναμη ή στρατιωτικό μπλοκ, όπως απαιτούσαμε και 40 χρόνια πριν.
Ένα κίνημα που πρέπει να είναι διεθνιστικό και να δείχνει την αλληλεγγύη του σε όλους τους λαούς του πλανήτη που υπομένουν ιμπεριαλιστική επιθετικότητα –είτε είναι στην Παλαιστίνη, είτε στην Ουκρανία, είτε στη Βενεζουέλα, το Ιράν, το Λίβανο ή την Κούβα– ενώ ταυτόχρονα θα διατηρεί την ανεξαρτησία του και την κριτική του στάση απέναντι στις κυβερνήσεις αυτών των χωρών.
Η κατάσταση αυτή καθιστά πιο αναγκαία από ποτέ τη σύγκλιση των διεθνιστικών προσπαθειών, προκειμένου να δρομολογηθούν πρωτοβουλίες, δράσεις και συζητήσεις και στις πέντε ηπείρους. Ως εκ τούτου, χαιρετίζουμε και υποστηρίζουμε κάθε πρόταση που ενδέχεται να υποβληθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
*Ο Μανουέλ Γκαρί είναι μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού Viento Sur. Υπήρξε μέλος της Επιτροπής Κατά του ΝΑΤΟ και της Εθνικής Συντονιστικής Επιτροπής των Ειρηνιστικών Οργανώσεων.
*Ο Χάιμε Παστόρ είναι πολιτικός επιστήμονος και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Viento Sur. Συμμετείχε στην εκστρατεία για το δημοψήφισμα σχετικά με το ΝΑΤΟ ως ένας από τους εκπροσώπους της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας.
https://rproject.gr/article/pros-ena-neo-palio-kosmo









Σχόλια (0)