Οταν μια υπερδύναμη καταφεύγει όλο και συχνότερα σε στρατιωτικά μέσα, παρά το υψηλό τους κόστος και την αβεβαιότητα των αποτελεσμάτων τους, αυτό υποδηλώνει μείωση της αποτελεσματικότητας άλλων εργαλείων ισχύος – οικονομικών, πολιτικών ή ακόμα και συμβολικών.
Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να εμπλακούν στην πρόσφατη κλιμάκωση δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε αποκομμένη από μια βαθιά επίγνωση των συνεπειών της – ιδίως όσον αφορά την παγκόσμια οικονομία και τις τιμές της ενέργειας. Οι ΗΠΑ, με την τεράστια θεσμική τους εμπειρία, γνωρίζουν πολύ καλά ότι οποιαδήποτε ένταση στη Μέση Ανατολή –ακόμα και στο πλαίσιο της στρατηγικής τους συνεργασίας με το Ισραήλ– επηρεάζει άμεσα τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, τη διεθνή οικονομική σταθερότητα, αλλά και την ίδια την αμερικανική κοινωνία, όπου ήδη προκαλούνται αντιδράσεις και διαδηλώσεις.
Μαρουάν Εμίλ Τουμπάσι*
Κι όμως, παρά αυτή τη γνώση, η Ουάσινγκτον επέλεξε αυτή την πορεία, τη στιγμή που ορισμένοι από τους συμμάχους της αποστασιοποιούνται και οι φωνές εντός ΗΠΑ που αντιτίθενται στον πόλεμο και στις πολιτικές της εποχής Τραμπ ενισχύονται. Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι: Γιατί η Ουάσινγκτον λαμβάνει μια απόφαση που φαίνεται να έχει υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος για την ίδια της την ηγεμονία;
Η απάντηση, κατά την άποψή μου, έγκειται στο ότι η λήψη αποφάσεων στην Αμερική δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από άμεσους υπολογισμούς κόστους-οφέλους. Αντίθετα, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που αφορά τη διαχείριση της θέσης της Ουάσινγκτον στο διεθνές σύστημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που για δεκαετίες ηγούνταν ενός μονοπολικού κόσμου, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες με βαθιές αλλαγές: την άνοδο της Κίνας, την επιστροφή της Ρωσίας ως διεθνούς δρώντος και την ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων που μπορούν να επιβάλουν νέες ισορροπίες, όπως το Ιράν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική κλιμάκωση μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια επαναβεβαίωσης της αποτρεπτικής ισχύος και περιορισμού του περιθωρίου δράσης των αντιπάλων της. Δεν πρόκειται απλώς για αντίδραση σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά για ένα στρατηγικό μήνυμα προς τον κόσμο: ότι η Ουάσινγκτον παραμένει ικανή να παρεμβαίνει και δεσμευμένη στην προστασία του Ισραήλ, καθώς και ότι δεν θα επιτρέψει την αναδιαμόρφωση των συσχετισμών ισχύος χωρίς τη δική της βούληση.
Ωστόσο, αυτή η στάση αποκαλύπτει μια σημαντική αντίφαση. Η υπερβολική προσφυγή στη στρατιωτική ισχύ –ιδίως σε μια περίοδο όπου η αποτρεπτική ικανότητα άλλων δυνάμεων γίνεται όλο και πιο εμφανής– δεν συνιστά απαραίτητα ένδειξη κορύφωσης της ηγεμονίας. Αντιθέτως, μπορεί να αντανακλά αυξανόμενη ανησυχία για τη φθορά της. Οταν μια υπερδύναμη καταφεύγει όλο και συχνότερα σε στρατιωτικά μέσα, παρά το υψηλό τους κόστος και την αβεβαιότητα των αποτελεσμάτων τους, αυτό υποδηλώνει μείωση της αποτελεσματικότητας άλλων εργαλείων ισχύος – οικονομικών, πολιτικών ή ακόμη και συμβολικών.
Ο κόσμος έχει αλλάξει. Οι κυρώσεις δεν αρκούν πλέον για την επιβολή της βούλησης σε άλλα κράτη. Οι δυτικές συμμαχίες δεν εμφανίζουν την ίδια συνοχή όπως στο παρελθόν, ενώ ορισμένοι σύμμαχοι –ιδίως στην Ευρώπη και στον Κόλπο– υιοθετούν πιο ανεξάρτητες στάσεις, καθοδηγούμενοι από τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Παράλληλα, η παγκόσμια κοινή γνώμη εμφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι στις αμερικανικές πολιτικές και λιγότερο πρόθυμη να αποδεχθεί τα αφηγήματά τους χωρίς κριτική, ενώ και το Ισραήλ αντιμετωπίζει αυξανόμενη διεθνή απομόνωση λόγω των επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου.
Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, η έντονη πολιτική πόλωση, οι αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις και η φθίνουσα εμπιστοσύνη στους θεσμούς ασκούν σημαντική πίεση στους υπευθύνους λήψης αποφάσεων, περιορίζοντας την ικανότητά τους να διαχειριστούν μακροχρόνιες ή ανοιχτές συγκρούσεις. Παρά ταύτα, οι ίδιες αυτές πιέσεις ενδέχεται να ωθήσουν ορισμένα κέντρα εξουσίας σε πιο επιθετικές εξωτερικές πολιτικές, ως μέσο αντιστάθμισης της εσωτερικής φθοράς ή ανακατασκευής της εικόνας ισχύος.
Συνεπώς, αυτό που παρατηρούμε σήμερα δεν είναι το οριστικό τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά μια σύνθετη μεταβατική φάση, κατά την οποία οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαχειριστούν μια σχετική υποχώρηση της ικανότητάς τους να ελέγχουν μονομερώς το διεθνές σύστημα. Πρόκειται για μια στιγμή όπου η επιθυμία διατήρησης της ηγεσίας συγκρούεται με μια νέα πραγματικότητα που θέτει όρια σε αυτήν.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της φάσης δεν είναι μόνο το αυξανόμενο κόστος των πολέμων ή η αστάθεια των ενεργειακών αγορών, αλλά η πιθανότητα οι πολιτικές «αποτροπής της υποχώρησης» να μετατραπούν σε μόνιμη πηγή διεθνούς αστάθειας. Οταν η ισχύς χρησιμοποιείται για να καθυστερήσει ιστορικές μεταβολές αντί να προσαρμοστεί σε αυτές, τότε ολόκληρος ο κόσμος εισέρχεται σε μια κατάσταση παρατεταμένης έντασης.
Συμπερασματικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να δρουν από θέση απόλυτης ισχύος, αλλά από θέση ανήσυχης δύναμης, που αντιλαμβάνεται ότι η εποχή της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας της φθίνει.
Ανάμεσα στην προσπάθεια διατήρησης της ηγεμονίας και την αναγνώριση των νέων διεθνών πραγματικοτήτων, διαμορφώνονται αντιφατικές πολιτικές που οδηγούν τον κόσμο σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Πρόκειται, εν τέλει, για μια φάση «διαχείρισης της υποχώρησης» – όχι το τέλος της ισχύος, αλλά σίγουρα το τέλος της αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών και του στρατηγικού τους συμμάχου, του Ισραήλ.
*Πρώην επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/506964_o-polemos-ftheirei-tin-igemonia-ton-ipa









Σχόλια (0)