Οι ωκεανοί υπερθερμαίνονται και ο καιρός φουρκίζεται

Οι ωκεανοί υπερθερμαίνονται και ο καιρός φουρκίζεται

  • |

Καταιγίδες, τυφώνες και έντονες βροχοπτώσεις είναι το αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής και η κλιματική αλλαγή -με τη σειρά της- είναι αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που ευθύνονται και για την υπερθέρμανση των ωκεανών.

Σύμφωνα με τελευταία έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Science και μεταδόθηκε από τα πρακτορεία ειδήσεων, επισημαίνεται ότι η θερμοκρασία των υδάτων των ωκεανών ανεβαίνει επικίνδυνα με ρυθμούς μεγαλύτερους απ’ ό,τι λανθασμένα (όπως αποδεικνύεται με τα νέα δεδομένα) είχε μέχρις στιγμής υπολογιστεί και η πραγματικότητα αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα εντονότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, παγκόσμια.

Βάση Παναγοπούλου

Η υπερθέρμανση των ωκεανών, όμως, θα δημιουργήσει ένα επιπλέον πρόβλημα: στην άνοδο της στάθμης των υδάτων που, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που συλλέχθηκαν και συναξιολογήθηκαν με στοιχεία από ακόμη τέσσερις διαφορετικές έρευνες που εκπονήθηκαν από το 2014 έως το 2017, εκτιμάται ότι θα «ανεβεί» περίπου κατά 30 εκατοστά μέχρι τα τέλη του αιώνα, αριθμός που θα πρέπει να συνυπολογιστεί και στην περαιτέρω αύξηση της στάθμης των νερών που προκαλείται από το λιώσιμο των πάγων.

Εξαιρετικής σημασίας είναι ακόμη η επισήμανση ότι τα ύδατα των ωκεανών αποθηκεύουν θερμότητα τόσο εύκολα που ακόμη και να μπορούσαμε να σταματήσουμε άμεσα την εκπομπή των αερίων του θερμοκηπίου θα χρειάζονταν μερικές δεκαετίες για να «πέσει» η θαλάσσια θερμοκρασία.

Περισσότερο από το 90% της θερμότητας που εκλύεται και εγκλωβίζεται στην ατμόσφαιρα εξαιτίας του φαινομένου του θερμοκηπίου απορροφάται από τα νερά των ωκεανών.

Κι οι ωκεανοί, οι κυρίαρχοι ρυθμιστές του κλίματος του πλανήτη, είναι αυτοί που απορρόφησαν τον μεγαλύτερο όγκο των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής τις τελευταίες δεκαετίες, που όμως πλέον δείχνουν ότι έχουν φτάσει στο όριο της ικανότητάς τους να λειτουργούν ως «απορροφητήρες».

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Guardian, η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Λορ Ζάνα, που ηγήθηκε και δημοσίευσε ακόμη μία έρευνα, δήλωσε ότι: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πιέζουμε πολύ το σύστημα του κλίματος καθώς “ρίχνουμε” συνεχόμενα τεράστιες ποσότητες ενέργειας που απορροφώνται κυρίως από τους ωκεανούς, με αποτέλεσμα την άνοδο της στάθμης των θαλασσών που οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερης έντασης καιρικά φαινόμενα».

Σε άλλη έρευνα, αυτή της National Academy of Sciences των Ηνωμένων Πολιτειών, δίνεται ένας τραγικός αριθμός προκειμένου να γίνει κατανοητό το τι ποσότητες ενέργειας «ξεφορτώνουμε» στους ωκεανούς.

Το σύνολο λοιπόν της ενέργειας που οι ωκεανοί απορρόφησαν στα νερά τους τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια αντιστοιχεί στην ετήσια χρήση ενέργειας που καταναλώθηκε από τους κατοίκους ολόκληρου του πλανήτη, πολλαπλασιασμένη κατά χίλιες φορές.

Από τη μια είναι τραγικά τα στοιχεία, από την άλλη όμως είναι μια ακόμη απόδειξη του πόσο εξαρτιόμαστε από την ευζωία του περιβάλλοντός μας.

Δεν μπορούμε βέβαια να αγνοήσουμε και την παραδοχή ότι η αύξηση της ανόδου της θαλάσσιας θερμοκρασίας μπορεί να επιφέρει αλλαγές στο σύστημα των θαλάσσιων ρευμάτων, γεγονός με απρόβλεπτες επιπτώσεις.

Τραγικότερη ήταν η αντιστοίχιση που έδωσε η περιβαλλοντική επιστήμονας Ντάνα Νουτσιτέλι στη βρετανική Guardian, που δήλωσε ότι η αύξηση της θερμοκρασίας των ωκεάνιων υδάτων -εξαιτίας της επιτάχυνσης της υπερθέρμανσης του πλανήτη-, τη χρονική περίοδο μεταξύ 1990 και 2015, αντιστοιχεί/ισοδυναμεί με την ενέργεια περίπου τριών πυρηνικών βομβών ανά δευτερόλεπτο (αντίστοιχης ισχύος αυτής που έριξαν στη Χιροσίμα)!

Μόλις πέρυσι οι επιστήμονες προειδοποίησαν ότι τα πρώτα δυσάρεστα ορατά αποτελέσματα από την υπερθέρμανση του πλανήτη θα τα δούμε να συμβαίνουν από το 2030 -δηλαδή σε έντεκα χρόνια από σήμερα-, αν δεν λάβουμε άμεσα δραστικά μέτρα.

Μέσα στον περασμένο Δεκέμβριο, το Παρατηρητήριο της Γης της ΝΑSΑ εξέδωσε έρευνα όπου ανακοινώθηκε ότι οι χιονοπτώσεις πάνω από την Ανταρκτική κι επομένως η συσσώρευση χιονιού κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα, μείωσαν την αύξηση της στάθμης των θαλασσών, παγκόσμια, κατά ένα εκατοστό.

Βέβαια δεν παρέλειψαν να τονίσουν ότι η μάζα χιονιού που «κερδήθηκε» από τις χιονοπτώσεις καλύπτει μονάχα το ένα τρίτο των πάγων που ήδη χάνονται στην Ανταρκτική.

«Τα ευρήματά μας δεν πιστοποιούν ότι η Ανταρκτική ανακτά έδαφος. Συνεχίζει να χάνει σε μάζα ακόμη και με τις έξτρα χιονοπτώσεις» δήλωσε ο παγετωνολόγος της ΝΑSΑ, Μπρουκ Μέντλεϊ (Goddard Space Flight Center) και επικεφαλής της έρευνας. «Αναδεικνύουν το γεγονός ότι αν δεν είχαμε κερδίσει αυτό το ένα εκατοστό, μέσα στον εικοστό αιώνα θα είχαμε βιώσει ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της στάθμης της θάλασσας».

efsyn.gr