ΔΝΤ για Ελλάδα: Ύφεση 9,5% φέτος, ανάκαμψη 5% το 2021

ΔΝΤ για Ελλάδα: Ύφεση 9,5% φέτος, ανάκαμψη 5% το 2021

  • |

Στο 9,5% από 10% τον περασμένο Απρίλιο, αναμένει την ύφεση στην Ελλάδα το ΔΝΤ στη Δήλωση Συμπερασμάτων του Προσωπικού του στο πλαίσιο της Δεύτερης Αποστολής Μετα-Προγραμματικής Παρακολούθησης και με τον πήχη της ανάκαμψης να τον κρατά χαμηλά στο 5% για την επόμενη χρονιά. Η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό την κάνει ιδιαίτερα ευάλωτη.

Επικροτεί το σχέδιο της ΤτΕ για τα κόκκινα δάνεια, καθώς σύμφωνα με το Ταμείο, η παροχή κρατικών εγγυήσεων για τις τιτλοποιήσεις τραπεζών (Ηρακλής) είναι ευπρόσδεκτη και προχωρά, αλλά δεν αποτελεί ολοκληρωμένη λύση.

Καλεί την κυβέρνηση να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις και να λάβει νέα μέτρα στήριξης για το 2021. Εκτιμά ότι το χρέος είναι βιώσιμο, αλλά ζητεί την ύπαρξη “μαξιλαριού” για το κακό σενάριο πανδημίας.

Αναλυτικά, η Δήλωση Συμπερασμάτων του Προσωπικού του ΔΝΤ:

Το σοκ κορωνοϊού διέκοψε τη μέτρια οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 7,9% το πρώτο εξάμηνο του 2020, μια απότομη πτώση από την ανάπτυξη κατά 1,9% το 2019, καθώς το lockdown επηρέασε σημαντικά την εγχώρια ζήτηση και τον τουρισμό. Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε αισθητά από τον Μάρτιο, παρά τα σημαντικά μέτρα στήριξης της απασχόλησης. Το πρωτογενές έλλειμμα για το 2020 προβλέπεται στο 6,75 %, λόγω τόσο της μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας όσο και των μέτρων τόνωσης της κυβέρνησης.

Η γρήγορη αντίδραση της κυβέρνησης στην πανδημία είναι αξιέπαινη. Η έγκαιρη εφαρμογή των ταξιδιωτικών περιορισμών, η απαγόρευση των δημόσιων εκδηλώσεων και άλλα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης συνέβαλαν στον περιορισμό της αρχικής έξαρσης. Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο κατά κεφαλήν αριθμός κρουσμάτων και το ποσοστό θνησιμότητας παραμένουν χαμηλά, αλλά η πρόσφατη αύξηση των αναφερόμενων κρουσμάτων χρειάζεται προσοχή. Το πακέτο οικονομικής στήριξης είναι αρκετά μεγάλο, έγκαιρο και καταλλήλως αποτελούμενο από κυρίως προσωρινά μέτρα εντός προϋπολογισμού που απευθύνονται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που επλήγησαν. Οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) επέτρεψαν στην Ελλάδα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης, ενώ οι διευκολύνσεις του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (SSM) μετριάζουν τον άμεσο αντίκτυπο της πανδημίας στις τράπεζες.

Η οικονομία αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 9,5% το 2020, προτού ανακάμψει σταδιακά μεσοπρόθεσμα. Η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από τον τουρισμό την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη. Η ανάκαμψη αναμένεται το 2021–22 να φτάσει κατά μέσο όρο αύξηση 5 % ετησίως, υποστηριζόμενη από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και μια ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης. Καθώς το πρόγραμμα θα φθίνει σταδιακά, η ανάπτυξη αναμένεται να επιστρέψει στο μακροχρόνιο δυνητικό ρυθμό του 1%.

Οι σημαντικές αβεβαιότητες και οι αρνητικοί κίνδυνοι συνεχίζουν να θολώνουν τις προοπτικές. Μια παρατεταμένη πανδημία που συνοδεύεται από μια μόνιμη κάμψη στον παγκόσμιο τουρισμό θα επιδεινώσει σημαντικά τις προοπτικές, ενώ μια έγκαιρη ανακάλυψη εμβολίων και η ταχεία κατανομή της μάζας του θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της ανάκαμψης. Οι ενδεχόμενες κυβερνητικές υποχρεώσεις θα μπορούσαν να υλοποιηθούν από νέες και υφιστάμενες κρατικές εγγυήσεις, πιθανή πρόσθετη υποστήριξη σε τράπεζες και επιχειρήσεις στο πλαίσιο ενός δυσμενούς σεναρίου και από συνεχιζόμενες δικαστικές υποθέσεις που αμφισβητούν βασικές μεταρρυθμίσεις του προγράμματος  δημοσιονομικής προσαρμογής. Ένα νέο κύμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) θα μπορούσε να προκύψει στον τραπεζικό τομέα μόλις υποχωρήσουν τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης και οι εποπτικές διευκολύνσεις.

Η μεσοπρόθεσμη δυνατότητα αποπληρωμής του δημοσίου χρέους της Ελλάδας παραμένει επαρκής. Αυτό αντανακλά τις διαχειρίσιμες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες υπό το βασικό σενάριο, που οφείλονται μερικώς στην αυξημένη στήριξη από την ΕΕ και την ΕΚΤ, καθώς και από το σημαντικό μαξιλάρι ρευστότητας.
Μετά από μια αύξηση το 2020, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, αν και παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα συγκριτικά με προηγούμενες προβλέψεις. Η αξιολόγηση του προσωπικού για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας παραμένει αμετάβλητη και θα ενημερωθεί στο πλαίσιο της επόμενης Διαβούλευσης του Άρθρου IV. Η ικανότητα αποπληρωμής του χρέους θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο εάν υλοποιηθούν σημαντικοί αρνητικοί κίνδυνοι, κάτι που θα απαιτούσε ισχυρή προκυκλική δημοσιονομική προσαρμογή και/ή περαιτέρω ενίσχυση από τους ευρωπαίους εταίρους.

Η διατήρηση των διευκολύνσεων και η καλή χρήση του δημοσιονομικού χώρου θα πρέπει να είναι η βραχυπρόθεσμη προτεραιότητα. Με δεδομένο το μεγάλο παραγωγικό κενό και προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης μόνιμης οικονομικής ζημιάς από την πανδημία, οι αρχές θα πρέπει να αποφύγουν μια απότομη δημοσιονομική συστολή το 2021 και να στοχεύσουν σε ένα πρωτογενές έλλειμμα τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ. Η δημοσιονομική υποστήριξη θα πρέπει να είναι εμπροσθοβαρής πριν από την εκταμίευση των πόρων Ταμείου Ανάκαμψης (αναμένεται γύρω στα μέσα του 2021) και ο συνδυασμός δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να βελτιωθεί με προτεραιότητα στις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης, την αντιμετώπιση των Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης, και στην επέκταση των ευκαιριών για την επανακατάρτιση του εργατικού δυναμικού. Η εκτέλεση των δημόσιων επενδύσεων πρέπει να ενισχυθεί για να ενισχυθεί και η αποτελεσματικότητα της χρηματοδότησης του NGEU. Καθώς ο αντίκτυπος του COVID-19 εξαφανίζεται μεσοπρόθεσμα, η δημοσιονομική υποστήριξη προς τις επιχειρήσεις θα πρέπει όλο και περισσότερο να βασίζεται σε αξιολογήσεις βιωσιμότητας.

Ένα ευρύ φάσμα μέτρων στήριξης θα μετριάσει και θα καθυστερήσει την αρνητική επίδραση της πανδημίας στις τράπεζες, αλλά μια συνολική στρατηγική για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων αδυναμιών παραμένει προτεραιότητα. Εκτός από τη νομισματική και εποπτική διευκόλυνση της ΕΚΤ, οι επιδοτήσεις για τα επιτόκια και την πληρωμή ενυπόθηκων δανείων που υιοθετήθηκαν από τις ελληνικές αρχές θα βοηθήσουν την στήριξη τόσο των δανειοληπτών όσο και των τραπεζών κατά την περίοδο 2020-21. Ενώ η παροχή κρατικών εγγυήσεων για τις τιτλοποιήσεις τραπεζών (Ηρακλής) είναι ευπρόσδεκτη και προχωρά, δεν αποτελεί ολοκληρωμένη λύση, καθώς αφήνει ένα σημαντικό ποσό NPE στους ισολογισμούς τραπεζών και δεν αντιμετωπίζει την χαμηλή ποιότητα του τραπεζικού κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη δημιουργία μιας Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική προσθήκη στην εργαλειοθήκη. Η πανδημία θα μπορούσε να προσθέσει περαιτέρω πίεση στον τραπεζικό τομέα και θα μπορούσε να υπονομεύσει τη βελτίωση των ισολογισμών των επιχειρήσεων που σημειώθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία, απαιτώντας αποτελεσματικά εργαλεία για την επίλυση των εταιρικών και οικιακών χρεών. Από αυτή την άποψη, το νέο προσχέδιο του πτωχευτικού κώδικα των αρχών είναι μια υποσχόμενη και έγκαιρη πρωτοβουλία, αν και η εφαρμογή του ως προς την διευκόλυνση των αναδιαρθρώσεων και την ελαχιστοποίηση του ηθικού κινδύνου θα είναι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματικότητά του.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και πρέπει να επιταχυνθούν σε τομείς που μπορούν να εφαρμοστούν με αξιοπιστία. Οι στόχοι και η φιλοδοξία του σχεδίου εθνικής στρατηγικής ανάπτυξης είναι αξιέπαινοι και θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και στην προώθηση της καινοτομίας. Η προώθηση της απλοποίησης διαδικασιών για τις επιχειρήσεις και η ψηφιακή μεταρρύθμιση της Κυβέρνησης επίσης αξίζουν υποστήριξη. Πρόσθετες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να επιτευχθούν στο τρέχον περιβάλλον θα πρέπει να επιταχυνθούν, όπως η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων, η διευκόλυνση της συμμετοχής των γυναικών στην εργασία (μέσω της πρόσβασης σε υπηρεσίες φροντίδας των παιδιών, για παράδειγμα) και η ενίσχυση των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας.

http://www.economy365.gr