Φορολογική κλίμακα με ανώτατο συντελεστή 50%

Φορολογική κλίμακα με ανώτατο συντελεστή 50%

  • |

Την πρότασή του για τις αλλαγές στη φορολογία, παρέδωσε σήμερα το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης στους επικεφαλής των Θεσμών. Σύμφωνα με αρμόδιο κυβερνητικό παράγοντα, στην πρόταση περιλαμβάνονται οι νέες προτεινόμενες κλίμακες και οι συντελεστές τους, με ανώτατο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος 50%, αν και, όπως διευκρινίστηκε, υπήρχαν εισηγήσεις και για υψηλότερο φορολογικό συντελεστή. Στην πρόταση δεν περιλαμβάνονται αλλαγές στην έκτακτη εισφορά, ενώ από το σύνολο των αλλαγών προβλέπεται η είσπραξη επιπλέον εσόδων 300 εκατομμυρίων ευρώ σε ετήσια βάση. Αλλαγές στη φορολογία των αγροτών δεν περιλαμβάνονται. Η πρόταση της κυβέρνησης αναμένεται να συζητηθεί αύριο σε νέα συνάντηση με τους επικεφαλής των Θεσμών. Στόχος της κυβέρνησης, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί, είναι η ανακατανομή του φορολογικού βάρους υπέρ των χαμηλών εισοδημάτων και η μεταφορά του στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια. Οι αλλαγές που θα συμφωνηθούν με τους επικεφαλής των Θεσμών θα περιληφθούν σε φορολογικό νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στη Βουλή. Όπως ήδη έχουν επισημάνει τα dikaiologitika.gr, η κυβέρνηση επιθυμεί η επικείμενη αναμόρφωση της φορολογίας εισοδήματος να κινηθεί προς την κατεύθυνση της συγχώνευσης των τριών διαφορετικών κλιμάκων φορολόγησης που ισχύουν σήμερα για τις τρεις βασικές πηγές εισοδήματος – από μισθωτή εργασία, από ακίνητα και από επιχειρηματικές (και γεωργικές) δραστηριότητες – σε δύο βασικές κλίμακες ή ακόμη και σε μία ενιαία κλίμακα και την ταυτόχρονη μεταφορά των φορολογικών επιβαρύνσεων από τα χαμηλά και τα μεσαία στα υψηλά εισοδήματα. Ωστόσο, οι δανειστές είναι πιο συντηρητικοί και δεν τίθενται υπέρ τόσο ριζικών ανατροπών. Τάσσονται υπέρ της διατήρησης των τριών ισχυουσών κλιμάκων και της επιβολής τροποποιήσεων που θα αυξάνουν τα φορολογικά βάρη για όλα τα εισοδήματα από ακίνητα και απο γεωργικές δραστηριότητες καθώς επίσης και για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους με μεσαία και υψηλά εισοδήματα. Σήμερα, η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι το ετήσιο εισόδημα κάθε πηγής φορολογείται αυτοτελώς. Συγκεκριμένα: α) Το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις φορολογείται με 22% μέχρι το επίπεδο των 25.000 ευρώ, με 32% από το επίπεδο των 25.001 έως το επίπεδο των 42.000 ευρώ και με 42% πάνω από το επίπεδο των 42.000 ευρώ. Από τον φόρο που προκύπτει με βάση την κλιμακωτή αυτή φορολόγηση εκπίπτει ποσό 2.100 ευρώ εφόσον το ετήσιο εισόδημα είναι μέχρι 21.000 ευρώ. Η έκπτωση του ποσού αυτού ισοδυναμεί με αφορολόγητο όριο 9.545 ευρώ. Για εισοδήματα άνω των 21.000 ευρώ, η έκπτωση των 2.100 ευρώ μειώνεται κατά 100 ευρώ για κάθε 1.000 ευρώ ετησίου εισοδήματος και τελικά μηδενίζεται στο επίπεδο ετησίου εισοδήματος των 42.000 ευρώ. β) Το εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή από την ατομική άσκηση εμπορικής επιχείρησης, επιχείρησης παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριου επαγγέλματος, φορολογείται με 26% από το πρώτο ευρώ και μέχρι το όριο των 50.000 ευρώ, ενώ πάνω από το όριο αυτό ο συντελεστής αυξάνεται στο 33%. γ) Το εισόδημα από γεωργική δραστηριότητα φορολογείται από το πρώτο ευρώ και στο σύνολό του με 13%. δ) Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία φορολογείται με 11% μέχρι τις 12.000 ευρώ και με 33% πάνω από το επίπεδο των 12.000 ευρώ. Ένα από τα σενάρια αλλαγών που έχει αποφασίσει να προτείνει στους εκπροσώπους των δανειστών η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών προβλέπει την εφαρμογή μιας ενιαίας φορολογικής κλίμακας με δύο παραλλαγές, μία για όσους φορολογούμενους εισπράττουν πάνω από το 50% του συνολικού τους εισοδήματος από μισθωτή εργασία ή συντάξεις και μία για όσους το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού εισοδήματος προέρχεται από άλλες πηγές, δηλαδή από ακίνητα ή από επιχειρηματικές-γεωργικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με το σενάριο αυτό, η κλίμακα για τους φορολογούμενους με εισοδήματα προερχόμενα κυρίως από μισθούς ή συντάξεις θα έχει αφορολόγητο όριο 9.550 ευρώ περίπου, όπως και σήμερα, το οποίο όμως θα πρέπει να καλύπτεται με δαπάνες εξοφληθείσες με “πλαστικό χρήμα”. Η κλίμακα των φορολογουμένων, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος δεν προέρχεται από μισθωτή εργασία θα προβλέπει φόρο από το πρώτο ευρώ και μέχρι το επίπεδο των 9.550 ευρώ με συντελεστή 10%-15%. Και στις δύο παραλλαγές της ενιαίας αυτής κλίμακας η κυβέρνηση επιθυμεί να υπάρχει αυξημένη προοδευτικότητα φορολογικών συντελεστών, δηλαδή να υπάρχουν πολλά φορολογικά κλιμάκια και αντίστοιχα πολλοί συντελεστές πάνω από το επίπεδο των 9.550 ευρώ ώστε να επιβαρύνονται με αυξημένους φόρους κυρίως τα υψηλά εισοδήματα. Δεδομένου ότι σήμερα, όσοι αποκτούν εισοδήματα από επιχειρηματικές δραστηριότητες φορολογούνται με 26% από το πρώτο ευρώ των εισοδημάτων τους αυτών, ενώ όσοι αποκτούν εισοδήματα από γεωργικές επιχειρηματικές δραστηριότητες φορολογούνται γι’ αυτά με 13% από το πρώτο ευρώ των εισοδημάτων αυτών, τυχόν εφαρμογή αυτού του σεναρίου θα έχει ως συνέπειες: α) τη μείωση του φορολογικού συντελεστή από το 26% στο 10%-15% για τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τους ελεύθερους επαγγελματίες με ετήσιο εισόδημα μέχρι 9.550 ευρώ β) είτε τη διατήρηση του συντελεστή φορολόγησης του αγροτικού εισοδήματος στο 13% μέχρι το επίπεδο των 9.550 ευρώ, είτε τη μείωση του συντελεστή από το 13% στο 11%-12% για ετήσιο αγροτικό εισόδημα μέχρι 9.550 ευρώ είτε την αύξησή του συντελεστή από το 13% στο 14%-15% για ετήσιο αγροτικό εισόδημα μέχρι 9.550 ευρώ. Πάνω από το επίπεδο ετησίου εισοδήματος των 9.550 ευρώ θα ισχύουν και στις δύο παραλλαγές της ενιαίας κλίμακας ίδιοι συντελεστές φόρου κλιμακούμενοι σε επίπεδα υψηλότερα του 10%-15% και μέχρι το 50%. Ένα δεύτερο, βασικό σενάριο που προωθεί το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει την καθιέρωση δύο φορολογικών κλιμάκων, μία για τα εισοδήματα από μισθούς ή συντάξεις και ακίνητα και μία για τα εισοδήματα από επιχειρηματικές και γεωργικές δραστηριότητες. Τυχόν εφαρμογή του σεναρίου αυτού θα σημάνει: α) τη διατήρηση του αφορολογήτου των 9.550 ευρώ για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους υπό την προϋπόθεση ότι θα καλύπτεται με δαπάνες εξοφληθείσες με “πλαστικό χρήμα” β) τη φορολόγηση των εισοδημάτων από ακίνητα όχι αυτοτελώς με 11% από το πρώτο ευρώ μέχρι τις 12.000 ευρώ και με 33% πάνω από τις 12.000 ευρώ αλλά κατόπιν υπαγωγής τους στην κλίμακα φορολόγησης των μισθωτών και των συνταξιούχων, όπου θα ισχύει αφορολόγητο όριο 9.550 ευρώ που θα πρέπει να καλύπτει με δαπάνες εξοφληθείσες με “πλαστικό χρήμα”. Αυτό θα έχει ως συνέπεια τη σημαντική φορολογική ελάφρυνση όσων εισπράττουν ετήσια εισοδήματα έως 9.550 ευρώ προερχόμενα μόνο από ακίνητα, καθώς στις περιπτώσεις αυτές ο φόρος από 11% θα πέσει στο … 0%. Από την άλλη πλευρά όμως όσοι φορολογούμενοι εισπράττουν εισοδήματα από μισθούς ή συντάξεις και ταυτόχρονα αποκτούν και εισοδήματα από ακίνητα θα επιβαρυνθούν με σημαντικές αυξήσεις φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς τα εισοδήματα από ακίνητα θα αθροίζονται με τα ποσά των μισθών ή των συντάξεων και θα ανεβαίνουν πλέον σε πολύ πιο υψηλά φορολογικά κλιμάκια, όπου οι συντελεστές φόρου θα είναι μεγαλύτεροι του 11% που ισχύει σήμερα μέχρι το επίπεδο των 12.000 ευρώ ετησίου εισοδήματος από ακίνητα. β) τη φορολόγηση των εισοδημάτων από επιχειρηματικές και γεωργικές δραστηριότητες σε μια κλίμακα, στην οποία είτε θα ισχύει συντελεστής 26% από το πρώτο ευρώ, οπότε θα επέλθει πλήρης φορολογική εξομοίωση των αγροτών με τους ασκούντες ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και διπλασιασμός του συντελεστή φορολόγησης από το 13% στο 26%, όπως ήδη προβλέπει το Μνημόνιο ΙΙΙ, είτε θα επέλθουν σημαντικές τροποποιήσεις με την μορφή της καθιέρωσης μεγάλου αριθμού κλιμακίων και συντελεστών ώστε να υπάρχει προοδευτικότητα στη φορολόγηση και μεταφορά φορολογικού βάρους από τα χαμηλά και τα μεσαία στα υψηλά εισοδήματα, όπως επιθυμεί η κυβέρνηση. Στην περίπτωση αυτή ο κατώτατος συντελεστή φόρου θα ανέλθει μεταξύ του 10% και του του 15% και ανώτατος θα φθάνει στο 50%.