Η ανταποδοτική σύνταξη

Η ανταποδοτική σύνταξη

  • |

Αντιμέτωποι με τα χαμηλά ποσοστά ανταποδοτικότητας είναι πλέον και μετά την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου (ν. 4387/2016) όσοι ασφαλισμένοι επιχειρήσουν να εξέλθουν από την εργασία τους και καταθέσουν αίτηση συνταξιοδότησης.

Με βάση το καινούργιο σύστημα η καταβαλλόμενη σύνταξη χωρίζεται στην εθνική (κυμαίνεται από 241,92 ευρώ έως 384 ευρώ ανάλογα την ηλικία και τα έτη ασφάλισης) και στην ανταποδοτική.

Ωστόσο το σύστημα διασώζει (αλλά προσωρινά) με τον θεσμό της προσωπικής διαφοράς τις συντάξεις που ήδη καταβάλλονται.

Σε κάθε περίπτωση οι μειώσεις στις συντάξεις μπορούν να φτάσουν ακόμη και στο 30%, αν και όλες οι κατηγορίες ασφαλισμένων ανεξαρτήτως ηλικίας ή όρων συνταξιοδότησης θα υποστούν -σύμφωνα με εκτιμήσεις- μείωση από 15%-30% σε σχέση με εκείνους που συνταξιοδοτήθηκαν με παλαιότερους συνταξιοδοτικούς όρους.

Με βάση λοιπόν τον νόμο αλλά και τις εγκυκλίους που έχουν εκδοθεί και τον εξειδικεύουν το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης εξάγεται ως εξής

Αυτοαπασχολούμενοι ΟΑΕΕ:

Για τους μέχρι 31/12/1992 (παλαιούς ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ) ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές για μεν το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του π.δ. 258/2005 και έως την 31/12/2016 θεωρούνται τα ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών επί των οποίων υπολογίζεται το ποσοστό εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης (20%).

Για τους ασφαλισμένους των συγχωνευθέντων στον ΟΑΕΕ Ταμείων, οι οποίοι από 1/1/2002 και μέχρι την ένταξή τους στις ασφαλιστικές κατηγορίες του ΟΑΕΕ – κατέβαλαν μηνιαία συγκεκριμένο ποσό ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία στην οποία υπάγονταν, το μηνιαία καταβαλλόμενο αυτό ποσό ανάγεται σε μηνιαίο εισόδημα με ύψος ασφαλίστρου το 20%.

Για τον χρόνο ασφάλισης από 1/1/2017 και εφεξής ως μηνιαίο εισόδημα νοείται εκείνο επί του οποίου καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές με τον καινούργιο νόμο.

Για τους από 1/1/1993 και εφεξής ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ, είτε αυτοί προέρχονται από τα συγχωνευθέντα στον ΟΑΕΕ Ταμεία είτε ασφαλίστηκαν για πρώτη φορά στον ΟΑΕΕ, ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές νοούνται τα ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών επί των οποίων υπολογίζεται το ποσοστό εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης.

Σε κάθε περίπτωση καταβολής μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών (π.χ. μείωση κατά 30% των ασφαλιστικών εισφορών των από 1/1/1993 νέων ασφαλισμένων του ΤΕΒΕ ή του ΟΑΕΕ βάσει των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 2217/1994 όπως ίσχυε με τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 70 του ν. 3518/2006) έχει ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας επί της οποίας υπολογίζονταν οι ασφαλιστικές εισφορές.

Αυτοαπασχολούμενοι ΕΤΑΑ:

Για τους μέχρι 31/12/1992 ελεύθερους επαγγελματίες του ΕΤΑΑ (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ, Τομέας Ασφάλισης Νομικών) για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη για το χρονικό διάστημα από 1/1/2017 και εφεξής το εισόδημα επί του οποίου έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές βάσει του νέου νόμου, ενώ για τον προγενέστερο χρόνο ασφάλισης η πραγματικά καταβληθείσα μηνιαία ασφαλιστική εισφορά ανάγεται σε μηνιαίο εισόδημα θεωρώντας μηνιαίο ασφάλιστρο ύψους 20%.

Για τους μέχρι 31/12/1992 μισθωτούς του ΕΤΑΑ (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ, Τομέας Ασφάλισης Νομικών), για τον χρόνο ασφάλισης από 1/1/2017 και μετά για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές βάσει του νέου νόμου (άρθρο 38 που αφορά τους μισθωτούς).

Για τον χρόνο ασφάλισης μέχρι 31/12/2016 ως συντάξιμες αποδοχές, ανά Τομέα, λαμβάνονται οι εξής

α) για τους ασφαλισμένους του ΤΣΜΕΔΕ, για τον χρόνο ασφάλισης από 1/1/2002 μέχρι 31/12/2006 η καταβληθείσα εισφορά ανάγεται σε μηνιαίες αποδοχές θεωρώντας μηνιαίο ασφάλιστρο ύψους 20%.

Για τον χρόνο ασφάλισης από 1/1/2007 έως 31/12/2016 λαμβάνονται οι μηνιαίες αποδοχές επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές.

β) για τους ασφαλισμένους του ΤΣΑΥ, δεδομένου ότι ο ασφαλισμένος καταβάλλει ως μηνιαία εισφορά σταθερό ποσό και ο εργοδότης ποσοστιαία εισφορά ύψους 13,33% επί των αποδοχών, αθροίζεται η εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη και το ποσό του αθροίσματος ανάγεται σε μηνιαίες αποδοχές θεωρώντας μηνιαίο ασφάλιστρο ύψους 20%.

γ) για τους ασφαλισμένους του Τομέα Ασφάλισης Νομικών, η μηνιαία εισφορά ανάγεται σε συντάξιμο μισθό θεωρώντας μηνιαίο ασφάλιστρο ύψους 20%.

Στην περίπτωση των εμμίσθων που έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές επί των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, για τον καθορισμό των συντάξιμων αποδοχών συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί επί των ποσών αυτών, και θεωρείται ότι προσαυξάνουν τις μηνιαίες αποδοχές του μήνα που καταβάλλονται.

Τα ποσοστά αναπλήρωσης για μισθωτούς

Υπολογίζεται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ Κλάδου Σύνταξης (επομένως, συμπεριλαμβάνονται τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα αδείας για τα οποία έχουν καταβληθεί εισφορές) για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.

Ο μέσος αυτός όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου είναι το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των αποδοχών του ασφαλισμένου επί των οποίων έχουν καταβληθεί εισφορές (και μέχρι του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών όπως και όπου αυτό προβλεπόταν για τα έτη 2002 και εφεξής) διά του συνολικού χρόνου ασφάλισής του από 1/1/2002 μέχρι την προηγούμενη ημέρα της υποβολής αίτησης συνταξιοδότησης.

Οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος προσαυξάνονται κατά την ετήσια μεταβολή μισθών (θα προσδιοριστεί από την ΕΛΣΤΑΤ).

Η σχετική εγκύκλιος διευκρινίζει ότι για όλους τους μισθωτούς που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ από 1/1/2017 το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών ανέρχεται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, το οποίο με σημερινά δεδομένα ισούται με 586,08 x 10=5.860,8 ευρώ (για όσους έχουν καταβάλει μεγαλύτερα ποσά θα λάβουν προσαύξηση στη σύνταξή τους με βάση το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 4387/2016 ίση με 0,75% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα επιπλέον εισφοράς).