Πέρα στους πέρα κόμπους

Πέρα στους πέρα κόμπους

  • |

Βλακεία σημαίνει να εκπλήσσεσαι. Το ξαναγράφω: Βλακεία σημαίνει να εκπλήσσεσαι.

Από τη μεριά μου κάνω αυτό που μπορώ. Να γράφω και να ξαναγράφω και να ξανα-ματα-γράφω, έως να μας κατσικωθεί στο κεφάλι και βαθιά έως τα πλεμόνια, ώστε να το εισπνέουμε με κάθε μας ανάσα, ό,τι σημαντικό έχει ειπωθεί – σύμφωνα με την πάρτη μου φυσικά. Μουά γράφω, μουά αποφασίζω. Το γαλλικό (ο θεός να το κάνει) δεν είν’ τυχαίο. Προς τιμήν του Ρολάν Μπαρτ είναι. Που σπουδαίος, σπουδαιότατος Γάλλος θεωρητικός ήταν, από τους μεγαλύτερους του 20ού αιώνα. Που πως η γλώσσα δεν είναι κοινωνικά αθώα πρέσβευε. Και που κακό τέλος είχε κι άδικο. Ενα βανάκι τον παρέσυρε στου Παρισιού τσι ρούγες. Τι να σε κάμω, Ρολάν, κοιτάμε σαν περνάμε τους δρόμους, μια δεξιά, μια αριστερά, από μικρή μάς το ’λεγε η μάνα μου. Κι ο Κιουρί (της Κιουρί ο άντρας) έτσι πήγε, στο Παρίσι και πάλι – τι διάολο; Φανάρια δεν έχουν σ’ αυτήν την πόλη;

Νόρα Ράλλη
 

Οπως και να ’χει, ο Ρολάν πολλά πρόλαβε και να πει και να κάνει όσο ζούσε. Αυτό με τη βλακεία, αυτός το είπε. Κι εγώ θα τον εμπιστευτώ. Και δεν θα εκπλαγώ με τίποτα και με την καμία!

Ούτε καν με την πραγματικά καμία, που ακούει στο όνομα Αψογοτάτη. Που, αφού έφαγε τα τσουρέκια που της πήγε ο Μητσοτάρχας από τη Θεσσαλονίκη, που για τσουρέκια πήγε, αλλά είπε πως πήγε να δει και τους πληττόμενους, τους κακόμοιρους τους Θεσσαλονικιούς που πεθαίνουν μωρέ -άκου τώρα!- σαν τις μύγες πάνε και πεθαίνουν κι αρρωσταίνουν σου λέει, σαν μυρμήγκια αρρωσταίνουν και γι’ αυτό πήγε ο δικός σου, για να δείξει ότι είναι κοντά στους πεθαμένους του λαού του, που τόσο κόπο έχει κάνει να τον φτάσει εκεί που τον έχει φτάσει, ωστόσο ο λαός τον πιστεύει ακόμα, γιατί είναι και Μητσοτάρχας και αρχοντογιός και γκρίνουιτς (σε λίγο θα χτυπάει την ώρα και θα κλεινόμαστε στα σπίτια μας) και όλα καλά, πολύ καλά, πάρα πολύ καλά τα ψιλοκαταφέρνει και γι’ αυτό ένα και δυο και τρία τσουρέκια του αξίζουν, αλλά αυτός πήρε μόνο ένα, μη και γίνει η σύνδεση με τα τρία και καταλαβαίνετε…

Αφού λοιπόν η Αψογοτάτη έφαγε το τσουρέκιον τούτον, ως άλλη Αντουανέτα, πήγε και μια βόλτα απ’ το Τατόι, ως άλλες Βερσαλίες, να πάρει τον αέρα της. (Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες). Κι επειδή αυτό το πιλάτες που είπε πριν από λίγες μέρες πως πάει και κάνει στις Νέες τις Υόρκες πολύ, πάρα πολύ, μα πάρα πολύ δυνατή την έχει κάνει, με ένα τσουπ ανεβαίνει και στην Εντούρο άμα λάχει και άσ’ τον Μητσοτάρχα να πηγαίνει με το ποδήλατο. (Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες). Και έτσι, με την Μαρέβα του ευχαριστημένη και τσουρεκομπουκωμένη, βρήκε λίγο χρόνο κι ο αρχοντογιός ο σιτευτός να φωτογραφηθεί με πέντ’ έξι, δεκαέξι (ποιος μετράει μωρέ;) ανθρώπους που πολύ, πάρα πολύ, μα πάρα πολύ χάρηκαν που κάθισε δίπλα τους, χωρίς μάσκα εννοείται (για να φανεί το κυριακοχαμόγελο!), κι έγινε το πολυπόθητο κλικ. (Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες).

Πόση κοινωνική προδοσία, προσωπική αναλγησία, πολιτική αδιαφορία, υπέρκομψη αλαζονεία και περισσή υπεροψία μπορεί να κρύβει μέσα του ένα κλικ;

Μέρες σαν αυτές, με τα δικά του κλικ όλα τα παραπάνω τα ανέδειξε και τα ’κανε Ιστορία. Ο Ντμίτρι Κέσελ, ο Ουκρανός φωτογράφος που βρέθηκε εκεί. Εκεί, όταν ο Αγγελος Εβερτ (ναι, παππούς της γνωστής αντικουμμουνίστριας αντιδημάρχου Μπακογιάννη), αστυνομικός διευθυντής Αθηνών τότε, έδωσε την εντολή (το ’χει παραδεχθεί ο ίδιος) ν’ αρχίσουν να πυροβολούν το άοπλο πλήθος. Που διαδήλωνε, γιατί του τα ’χαν κάμει τσουρέκια και δεν θα κάθονταν άλλο να μετρά το πόσους κόμπους έχει το πουλί του Σκόμπι.

Το πλήρωσε με τη ζωή του. Δεκέμβρη του ’44.

Δεκέμβρης του 2020. Κι εμείς ακόμα μετράμε κόμπους.

.efsyn.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.