Για την αλλαγή του Οικογενειακού Δικαίου

Για την αλλαγή του Οικογενειακού Δικαίου

  • |

Κοινωνική μέριμνα, οικονομική βοήθεια, θεσμοί διαμεσολάβησης

Βρι­σκό­μα­στε λίγα ει­κο­σι­τε­τρά­ω­ρα πριν από την ανάρ­τη­ση προς δη­μό­σια δια­βού­λευ­ση του νο­μο­σχε­δί­ου του Υπουρ­γεί­ου Δι­καιο­σύ­νης για την ανα­μόρ­φω­ση του Οι­κο­γε­νεια­κού Δι­καί­ου. Στο επί­κε­ντρο του δη­μό­σιου δια­λό­γου έχουν τεθεί οι προ­ω­θού­με­νες αλ­λα­γές στο μο­ντέ­λο άσκη­σης της γο­νι­κής μέ­ρι­μνας και επι­μέ­λειας των παι­διών σε πε­ρί­πτω­ση διά­στα­σης ή δια­ζυ­γί­ου των γο­νέ­ων. 

Χρύσα Τσικαλουδάκη

Καθώς το νο­μο­σχέ­διο βαί­νει προς την ολο­κλή­ρω­σή του, η πό­λω­ση γύρω από το ζή­τη­μα της υπο­χρε­ω­τι­κής κοι­νής επι­μέ­λειας (συ­νε­πι­μέ­λειας) κο­ρυ­φώ­νε­ται: από τη μία πλευ­ρά βλέ­που­με συλ­λό­γους και ομά­δες μπα­μπά­δων να τάσ­σο­νται ανα­φαν­δόν υπέρ της νο­μο­θε­τι­κής κα­το­χύ­ρω­σης του κοι­νού και αδιά­σπα­στου των γο­νι­κών ευ­θυ­νών και δι­καιω­μά­των, της εναλ­λασ­σό­με­νης κα­τοι­κί­ας και της ισό­χρο­νης ανα­τρο­φής των παι­διών από τον κάθε γονέα. Από την πλευ­ρά του το φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα στέ­κε­ται κρι­τι­κά απέ­να­ντι στη σχε­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση, δια­τυ­πώ­νο­ντας κρί­σι­μες επι­φυ­λά­ξεις για το τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει σε πραγ­μα­τι­κές συν­θή­κες το νέο μο­ντέ­λο για τις ζωές των γυ­ναι­κών.

Σε προη­γού­με­νο άρθρο εί­χα­με επι­ση­μά­νει ότι το πε­ριε­χό­με­νο που ο Έλ­λη­νας νο­μο­θέ­της σκό­πευε να προσ­δώ­σει στη συ­νε­πι­μέ­λεια δεν είχε επαρ­κώς απο­σα­φη­νι­στεί. Βαί­νο­ντας προς την δη­μό­σια δια­βού­λευ­ση επί του νο­μο­σχε­δί­ου, αρ­χί­ζουν να δια­φαί­νο­νται κα­θα­ρό­τε­ρα οι βα­σι­κοί άξο­νες της με­ταρ­ρύθ­μι­σης. Πρώ­τον, ορί­ζε­ται ότι ο χρό­νος επι­κοι­νω­νί­ας του παι­διού με το γονέα με τον οποίο δεν δια­μέ­νει (υπο­λο­γι­ζό­με­νος σε ετή­σια, σε μη­νιαία είτε εβδο­μα­διαία βάση), δεν μπο­ρεί να είναι μι­κρό­τε­ρος του 1/3 του συ­νο­λι­κού κα­τα­νε­μό­με­νου χρό­νου. Συγ­χρό­νως, ει­σά­γε­ται ρητά στο νόμο η πρό­βλε­ψη για «από κοι­νού και εξί­σου άσκη­ση γο­νι­κής μέ­ρι­μνας» (κάτι που ήδη απο­τε­λεί πάγια σχε­δόν πρα­κτι­κή των δι­κα­στη­ρί­ων), εκτός αν συμ­φω­νη­θεί να ανα­τε­θεί σε έναν από τους γο­νείς. Ει­σά­γε­ται , επί­σης, σε πε­ρί­πτω­ση δια­φω­νί­ας των γο­νέ­ων το στά­διο της δια­με­σο­λά­βη­σης, που αν δεν απο­δώ­σει, η υπό­θε­ση θα οδη­γεί­ται σε δι­κα­στι­κή κρίση.

Κε­ντρι­κό επι­χεί­ρη­μα των υπο­στη­ρι­κτών του νέου μο­ντέ­λου είναι ότι «κα­θιε­ρώ­νε­ται η αρχή της μη διά­κρι­σης με­τα­ξύ των γο­νέ­ων», συμ­βάλ­λο­ντας έτσι στη de facto εξί­σω­ση των δύο φύλων στις οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις και στην άρση των ανα­χρο­νι­στι­κών έμ­φυ­λων στε­ρε­ο­τύ­πων. Με αυτή τη λο­γι­κή, από ορι­σμέ­νους εγκα­λεί­ται και το ίδιο το φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα για την αρ­νη­τι­κή του το­πο­θέ­τη­ση απέ­να­ντι στο νέο νο­μο­σχέ­διο. Ωστό­σο, η ενα­ντί­ω­ση στο μο­ντέ­λο της υπο­χρε­ω­τι­κής συ­νε­πι­μέ­λειας στη βάση του έμ­φυ­λου στε­ρε­ο­τύ­που «γυ­ναί­κα- μη­τέ­ρα» όχι μόνο δεν απη­χεί το λόγο του φε­μι­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος, αλλά είναι και δια­με­τρι­κά αντί­θε­τη με τα αι­τή­μα­τα, τις επι­διώ­ξεις και τους αγώ­νες του. Αυ­το­νό­η­τα, λοι­πόν, η θέση της πλειο­ψη­φί­ας του δεν εκ­κι­νεί από μία τέ­τοια θε­ώ­ρη­ση, αλλά από την αγω­νία για τις δυ­σβά­στα­χτες συ­νέ­πειες που δια­φαί­νε­ται ότι το νέο μο­ντέ­λο θα έχει στις ζωές χι­λιά­δων γυ­ναι­κών, και ιδίως των κοι­νω­νι­κά και οι­κο­νο­μι­κά πιο αδύ­να­μων.

Το γε­νι­κό­λο­γο φι­λε­λεύ­θε­ρο επι­χεί­ρη­μα περί ισό­τη­τας των γο­νέ­ων δεν μπο­ρεί να «κα­θα­γιά­σει» το μέτρο ως γνή­σια εξι­σω­τι­κό και προ­ο­δευ­τι­κό. Κι αυτό γιατί κλεί­νει τα μάτια στην υπαρ­κτή ανι­σό­τη­τα και κα­τα­πί­ε­ση των γυ­ναι­κών: οι γυ­ναί­κες είναι εκεί­νες που αμεί­βο­νται λι­γό­τε­ρο, εκεί­νες στις οποί­ες η ανερ­γία και η ελα­στι­κή ερ­γα­σία εν­δη­μούν, εκεί­νες που κατά κα­νό­να έχουν τους λι­γό­τε­ρους πό­ρους, με απο­τέ­λε­σμα η οι­κο­νο­μι­κή εξάρ­τη­ση από το σύ­ζυ­γο να είναι σύ­νη­θες φαι­νό­με­νο. Συγ­χρό­νως, οι γυ­ναί­κες είναι συχνά τα θύ­μα­τα εξου­σια­στι­κών, το­ξι­κών ή κα­κο­ποι­η­τι­κών σχέ­σε­ων, από τις οποί­ες -ελ­λεί­ψει της πα­ρα­μι­κρής κρα­τι­κής στή­ρι­ξης- είναι εξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λο να (ξε)φύ­γουν. Το μέτρο της υπο­χρε­ω­τι­κής συ­νε­πι­μέ­λειας πλα­σμα­τι­κά λαμ­βά­νει την ισό­τη­τα ως κε­κτη­μέ­νη (!), θέ­το­ντας υπό δια­κύ­βευ­ση θε­τι­κά μέτρα που απο­τέ­λε­σαν κα­τά­κτη­ση των γυ­ναι­κεί­ων κι­νη­μά­των με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα η ανα­λο­γι­κή μεί­ω­ση της δια­τρο­φής που συ­νε­πά­γε­ται η συ­νε­πι­μέ­λεια). Πε­ριο­ρί­ζει, έτσι, ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο την ελευ­θε­ρία των γυ­ναι­κών να τερ­μα­τί­ζουν έναν κα­τα­πιε­στι­κό γάμο, με το ψυ­χο­λο­γι­κό βάρος της με­ρι­κής απώ­λειας του παι­διού να λει­τουρ­γεί εκ­βια­στι­κά στις απο­φά­σεις τους.

Τι τομές χρεια­ζό­μα­στε στο θεσμό της οι­κο­γέ­νειας

Πέραν της πα­ρα­πά­νω κρί­σι­μης προ­βλη­μα­τι­κής, αυτό που απου­σιά­ζει εκ­κω­φα­ντι­κά από τη δη­μό­σια συ­ζή­τη­ση γύρω από το νο­μο­σχέ­διο είναι το προς ποια κα­τεύ­θυν­ση θέ­λου­με συ­νο­λι­κά να ανα­μορ­φω­θεί το οι­κο­γε­νεια­κό δί­καιο. Πρό­κει­ται για ένα ερώ­τη­μα που «ακου­μπά» την ίδια τη φύση του θε­σμού της οι­κο­γέ­νειας και πώς την αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε. Το «προ­ο­δευ­τι­κό» νο­μο­σχέ­διο της Κυ­βέρ­νη­σης ει­σά­γει μία «ανώ­δυ­νη» με­ταρ­ρύθ­μι­ση, η οποία όχι μόνο δεν αμ­φι­σβη­τεί την «κα­θε­στη­κυία τάξη» των οι­κο­γε­νεια­κών σχέ­σε­ων, αλλά αντί­θε­τα τη δια­τη­ρεί ανέ­πα­φη: τα βάρη και το κό­στος της φρο­ντί­δας (νοι­κο­κυ­ριό, ανα­τρο­φή παι­διών, φρο­ντί­δα ηλι­κιω­μέ­νων) πα­ρα­μέ­νουν στα άτομα, ενώ το κρά­τος απο­σύ­ρε­ται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο. Έτσι, σε συν­θή­κες παν­δη­μί­ας και ενώ συ­νε­χί­ζε­ται επι­θε­τι­κά η διά­λυ­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, η Κυ­βέρ­νη­ση εφευ­ρί­σκει ένα βο­λι­κό άλ­λο­θι.

Η απου­σία προ­ο­δευ­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού στην προ­ω­θού­με­νη με­ταρ­ρύθ­μι­ση είναι εμ­φα­νής, αν το νο­μο­σχέ­διο ιδω­θεί συ­νο­λι­κά. Την ίδια ώρα που επι­φα­νείς υπο­στη­ρι­κτές της συ­νε­πι­μέ­λειας δια­τρα­νώ­νουν την «ωρι­μό­τη­τα» της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας να υιο­θε­τή­σει το μέτρο, ελ­λεί­πει η πα­ρα­μι­κρή ανα­φο­ρά σε ένα αί­τη­μα που έχει εδώ και χρό­νια ωρι­μά­σει μέσα από τις διεκ­δι­κή­σεις των κι­νη­μά­των, αυτό του γάμου και της τε­κνο­θε­σί­ας για τα ομό­φυ­λα ζευ­γά­ρια. (Βλέ­που­με, λοι­πόν, ότι το νο­μο­σχέ­διο της Κυ­βέρ­νη­σης είναι εν­δει­κτι­κό της απρο­θυ­μί­ας να ανα­γνω­ρί­σει ως απο­δε­κτά μο­ντέ­λα οι­κο­γέ­νειας δια­φο­ρε­τι­κά από το «κα­νο­νι­κό» πυ­ρη­νι­κό μο­ντέ­λο με κέ­ντρο απο­κλει­στι­κά το ετε­ρό­φυ­λο ζευ­γά­ρι).

Όπως έχου­με επι­ση­μά­νει ξανά μέσα από την αρ­θρο­γρα­φία μας, η διευ­ρυ­μέ­νη συμ­με­το­χή του κρά­τους στα βάρη της ανα­τρο­φής των παι­διών είναι η υλική προ­ϋ­πό­θε­ση για να απο­τε­λέ­σει η ελεύ­θε­ρη συ­ναί­νε­ση τη βάση των σχέ­σε­ων με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων. Όσο το κρά­τος εξα­κο­λου­θεί να «φορ­τώ­νει» το κό­στος της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής στην ιδιω­τι­κή σφαί­ρα, τόσο θα συ­ντη­ρεί­ται ο υπάρ­χων κα­τα­με­ρι­σμός μέσα στην οι­κο­γέ­νεια, η γυ­ναι­κεία απλή­ρω­τη ερ­γα­σία, οι στε­ρε­ό­τυ­ποι έμ­φυ­λοι ρόλοι. Χρεια­ζό­μα­στε μία κοι­νω­νία, όπου η κά­λυ­ψη των ανα­γκών της οι­κο­γε­νεια­κής φρο­ντί­δας θα γί­νε­ται από το κρά­τος μέσω δη­μό­σιων και δω­ρε­άν δομών και υπη­ρε­σιών (δη­μό­σιοι παι­δι­κοί σταθ­μοί και κέ­ντρα δη­μιουρ­γι­κής απα­σχό­λη­σης, δη­μό­σιες κου­ζί­νες, πλυ­ντή­ρια, γη­ρο­κο­μεία, κ.ό.κ), καθώς και οι­κο­νο­μι­κών ενι­σχύ­σε­ων στους οι­κο­νο­μι­κά αδύ­να­μους γο­νείς. Συγ­χρό­νως, ισό­τι­μη κρα­τι­κή στή­ρι­ξη και νο­μι­κή κα­το­χύ­ρω­ση/ανα­γνώ­ρι­ση θα πρέ­πει να πα­ρέ­χε­ται σε όλες τις μορ­φές οι­κο­γέ­νειας (ετε­ρό­φυ­λα/ ομό­φυ­λα ζευ­γά­ρια σε γάμο ή συμ­βί­ω­ση, μο­νο­γο­νεϊ­κές οι­κο­γέ­νειες, κ.ά,) κό­ντρα σε απο­κλει­σμούς και δυ­σμε­νείς δια­κρί­σεις. Σε όλη τη διάρ­κεια της οι­κο­γε­νεια­κής ζωής και της ανα­τρο­φής των παι­διών θα πρέ­πει να υπάρ­χει πρό­σβα­ση σε δη­μό­σια και δω­ρε­άν ψυ­χο­κοι­νω­νι­κή στή­ρι­ξη (οι­κο­γε­νεια­κή συμ­βου­λευ­τι­κή, υπη­ρε­σί­ες παι­δο­ψυ­χο­λό­γων, ανα­πτυ­ξιο­λό­γων, κοι­νω­νι­κών λει­τουρ­γών ,κ.ό.κ.).

Θε­ω­ρού­με ότι σε αυτή τη λο­γι­κή θα πρέ­πει να ανα­ζη­τη­θεί και η λύση στο ζή­τη­μα της επι­μέ­λειας. Η συ­νερ­γα­σία με­τα­ξύ των γο­νέ­ων που χω­ρί­ζουν δε θα πρέ­πει να επι­βλη­θεί με όρους υπο­χρε­ω­τι­κό­τη­τας, αλλά με την πα­ρο­χή από το κρά­τος των ερ­γα­λεί­ων εκεί­νων που θα εξα­ντλούν τις δυ­να­τό­τη­τες συ­ναί­νε­σης: δω­ρε­άν και δη­μό­σια δια­με­σο­λά­βη­ση επι­κου­ρού­με­νη από κοι­νω­νι­κούς λει­τουρ­γούς και συμ­βού­λους ψυ­χι­κής υγεί­ας, ίδρυ­ση οι­κο­γε­νεια­κών δι­κα­στη­ρί­ων που θα στε­λε­χώ­νο­νται από εξει­δι­κευ­μέ­νους λει­τουρ­γούς και εμπει­ρο­γνώ­μο­νες σε ζη­τή­μα­τα παι­δι­κής κα­κο­ποί­η­σης και εν­δο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας. Τέλος, απαι­τού­με να αλ­λά­ξει ήδη από σή­με­ρα η εγκλη­μα­τι­κή δια­χεί­ρι­ση από τα κρα­τι­κά όρ­γα­να των κα­ταγ­γε­λιών σε­ξι­στι­κής βίας, ώστε η δυ­σκο­λία της από­δει­ξης να μη γίνει το βήμα για την έκ­δο­ση επι­κίν­δυ­νων απο­φά­σε­ων υπέρ του κα­κο­ποι­η­τή.

://rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.