Μαύρα σύννεφα στην οικονομία – Δυσμενές τοπίο περιγράφει η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος

Μαύρα σύννεφα στην οικονομία – Δυσμενές τοπίο περιγράφει η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος

  • |

Κακά μαντάτα για την οικονομία φέρνει η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική στις εκτιμήσεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Διατυπώνει τα διλήμματα που υπάρχουν για την ελληνική οικονομία εν μέσω της ιδιαίτερα δύσκολης συνθήκης που διαμορφώνει η πανδημία ως καταλύτης για κρισιακές τάσεις και αντιφάσεις στο κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την οικονομική κρίση του 2008, με τρία σενάρια: ήπιο, βασικό και δυσμενές.

ΑΝΤΡΙAΝΑ ΒΑΣΙΛA

1. Στο ήπιο σενάριο η εκτίμηση είναι ότι τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης και αναστολής της λειτουργίας πολλών κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας θα αρθούν γρηγορότερα και η μετάβαση στην κανονικότητα θα είναι σχετικά σύντομη, το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 9% το 2020, ενώ θα σημειώσει άνοδο κατά 4,8% το 2021 και 5% το 2022.
Σε αυτή την περίπτωση ουσιαστικά μέσα στο 2022 θα έχει καλυφθεί το αναπτυξιακό χάσμα που δημιούργησε η τρέχουσα κρίση.
2. Στο βασικό σενάριο η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η οικονομική δραστηριότητα θα υποχωρήσει σημαντικά το 2020, με τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ να διαμορφώνεται σε -10%. Το 2021 και 2022 αναμένεται ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας με ρυθμό 4,2% και 4,8% αντίστοιχα.
3. Στο δυσμενές σενάριο, το οποίο υποθέτει ότι οι συνέπειες της πανδημίας θα είναι πιο έντονες και η ανάκαμψη της οικονομίας θα καταστεί δυσκολότερη, το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 11% το 2020 και θα αυξηθεί κατά 3,2% και 4,5% το 2021 και το 2022 αντίστοιχα.
Η έκθεση διαπιστώνει ακόμη την υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, των επενδύσεων αλλά και των εξαγωγών, με τη μείωση των τελευταίων να έρχεται και ως αποτέλεσμα της μείωσης της εξωτερικής ζήτησης.
Διαπιστώνει επίσης ότι το 2020 σταμάτησε η πορεία μείωσης της ανεργίας που είχε καταγραφεί το προηγούμενο διάστημα, αλλά αισιοδοξεί ότι η ανάκαμψη της οικονομίας θα οδηγήσει και σε δημιουργία σημαντικού αριθμού θέσεων εργασίας. Και βέβαια μια τέτοια συνθήκη οικονομικής ύφεσης σημαίνει και ανάλογη υποχώρηση της επενδυτικής δραστηριότητας, ιδίως των ιδιωτικών επενδύσεων.
Ως προς τα οικονομικά, που ούτως ή άλλως το τελευταίο διάστημα έχουν περάσει κάπως σε δεύτερη μοίρα, καθώς έχει δοθεί η δυνατότητα σε όλες τις χώρες να παρεκκλίνουν, η έκθεση εκτιμά ότι το 2020 θα κλείσει με έλλειμμα 7,3%, ενώ για το 2021 η έκθεση παραθέτει την πρόβλεψη του προϋπολογισμού που συζητιέται στη Βουλή για έλλειμμα 3,8%.

Δημόσιο και ιδιωτικό χρέος
Μια συνθήκη ύφεσης όπως αυτή σημαίνει αυξημένο δανεισμό, δυσμενέστερη αναλογία χρέους προς ΑΕΠ και νέες πιέσεις στο ιδιωτικό χρέος.
Σύμφωνα με την έκθεση το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί σε 208,9% του ΑΕΠ το 2020 (από 180,5% του ΑΕΠ το 2019), ενώ το 2021 αναμένεται να αποκλιμακωθεί στο 199,6% του ΑΕΠ λόγω της εκτιμώμενης αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 5,6%.
Αυτό σημαίνει ότι μέρος του τιμήματος που θα πληρώσουμε για την πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα θα είναι η ένταση της συνθήκης υπερχρέωσης. Από την άλλη, όπως επισημαίνει και η έκθεση, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους (ποσοστό περίπου 80%) αποτελείται από δάνεια του επίσημου τομέα και με σχετικά ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής. Αυτό σημαίνει ότι στο άμεσο διάστημα η χώρα δεν θα βρεθεί σε συνθήκη μη βιώσιμου χρέους.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο οίκος Moody’s λαμβάνοντας αυτά τα στοιχεία υπόψη προχώρησε τον Νοέμβριο σε μια αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας μας από B1 σε Ba3.
Από την άλλη, ως προς το ιδιωτικό χρέος στο εσωτερικό της χώρας, η έκθεση επισημαίνει την «ανοιχτή πληγή» όχι μόνο για το τραπεζικό σύστημα, αλλά και για το σύνολο της οικονομίας, που είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ανοίγματα.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) έφτασαν στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2020 σε 58,7 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 9,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2019 και κατά περίπου 48,5 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο. Σήμερα εκπροσωπούν το 35,8% του συνόλου των δανείων. Βεβαίως, σε μεγάλο βαθμό, η εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων ήταν αποτέλεσμα της υπαγωγής μεγάλου μέρους των δανείων σε καθεστώς προσωρινής αναβολής δόσεων, καθώς επί της ουσίας η συνθήκη της ύφεσης επιτείνει το πρόβλημα αυτό.

Η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος ουσιαστικά δείχνει την εικόνα μιας ελληνικής οικονομίας στην κόψη του ξυραφιού. Από τη μια έχουμε όλα τα στοιχεία που δείχνουν μια οικονομία σε βαθιά κρίση, η οποία ήρθε σε μια συγκυρία όπου δεν είχαν ακόμη επουλωθεί στην οικονομία και την κοινωνία οι βαθιές πληγές από την προηγούμενη δεκαετία.
Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε ότι η ελληνική οικονομία δεν πληρώνει μόνο το τίμημα της παγκόσμιας κρίσης αλλά και τις αντιφάσεις του ιδιαίτερου αναπτυξιακού προτύπου με την υπερεξάρτηση από τον τουρισμό, όπως φάνηκε και από το ότι η Ελλάδα δεν είχε την ανάκαμψη του τρίτου τριμήνου του 2020 που κατέγραψαν αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες, αποκτούμε μια εικόνα μιας συνθήκης ιδιαίτερα πιεστικής.
Η συνθήκη αυτή θα γίνει πιο αρνητική εάν συνυπολογίσουμε ότι η Ελλάδα θα κλείσει το 2020 με ενεργά περιοριστικά μέτρα που είναι πιθανό να συνεχιστούν και στην αρχή του 2021, την ώρα που επηρεάζεται και από τα περιοριστικά μέτρα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Τα χρηματοδοτικά εργαλεία
Από την άλλη, στον ορίζοντα βρίσκονται κρίσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία. Πλάι στην προσπάθεια δημιουργίας ρευστότητας στην οποία επιδίδεται επιθετικά η ίδια η ΕΚΤ μέσα από τα προγράμματα επαναγοράς τίτλων – το συνεχιζόμενο APP και το προσανατολισμένο στην πανδημία και τις ανάγκες που δημιουργεί PEPP –, το κομβικό στοιχείο είναι τα κονδύλια από το ταμείο ανάκαμψης ή, πιο σωστά, το χρηματοδοτικό μέσο Next Generation EU (NGEU).
Αυτό για την Ελλάδα θα σημαίνει συνολικά 32 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2026, εκ των οποίων 19,3 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 12,7 δισ. ευρώ δάνεια, τα οποία θα προστεθούν στα κονδύλια που θα αρχίσει σταδιακά να εκταμιεύει η χώρα από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. για την περίοδο 2021-2027).

Πάγιες δυσχέρειες
Είναι σαφές, σύμφωνα με την έκθεση, ότι η ελληνική οικονομία δεν αντιμετωπίζει μόνο τις συγκυριακές επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων. Έρχονται ακόμη στο προσκήνιο:
● Η άνιση κλαδική ανάπτυξη με την υπερανάπτυξη κλάδων των υπηρεσιών όπως ο τουρισμός.
● Το πρόβλημα του κατακερματισμού σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
● Τα ελλείμματα στην παραγωγικότητα και τις υποδομές.
● Οι ελλιπείς συνέργειες ανάμεσα στον χώρο της επιστήμης / έρευνας και της οικονομίας.
● Η δυσκολία να συγκρατηθεί σε μια οικονομία ένα σημαντικό υπαρκτό δυναμικό με υψηλές δεξιότητες.
● Τα προβλήματα ως προς την πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να τονώσουν την καινοτομία και τις επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
● Ο φαύλος κύκλος της χαμηλής παραγωγικότητας, των χαμηλών αμοιβών και τελικά των χαμηλών προσδοκιών.

Το ταμείο ανάκαμψης
Με αυτή την έννοια έχει ιδιαίτερη σημασία η διαπίστωση της έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος ότι ως προς την αξιοποίηση των πόρων του ταμείου ανάκαμψης:
«Η στόχευση των διαθέσιμων πόρων θα πρέπει να είναι στην υλοποίηση αναπτυξιακών δράσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας που θα αφορούν την εξοικονόμηση ενέργειας, τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, αλλά και την ενίσχυση του τομέα της Υγείας.
Έμφαση θα πρέπει επίσης να δοθεί στην ενίσχυση των πλέον δυναμικών κλάδων και επιχειρήσεων στη μεταποίηση, δηλαδή των επιχειρήσεων που υποκαθιστούν εισαγωγές και των επιχειρήσεων που προωθούν εξαγωγές, των επιχειρήσεων με υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία και των επιχειρήσεων και κλάδων που ήδη έχουν υψηλή συμμετοχή στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.
Επιπλέον σημαντικά κονδύλια θα πρέπει να κατευθυνθούν στην Εκπαίδευση, καθώς μια αύξηση της δαπάνης για την Εκπαίδευση με στόχο τη διεύρυνση και βάθυνση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου κεφαλαίου αναμένεται να έχει σημαντικές πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στο ελληνικό ΑΕΠ και την απασχόληση και να ενισχύσει τη διαδικασία του ψηφιακού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας».
Ανάλογες ωστόσο διατυπώσεις συνόδευσαν και προηγούμενα μεγάλα πακέτα ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, που παρ’ όλα αυτά χρησίμευσαν περισσότερο ως καθαρές ταμειακές εισροές παρά ως εργαλεία παραγωγικού μετασχηματισμού, ιδίως όταν η «απορροφησιμότητα» γινόταν αυτοσκοπός, χωρίς αποτίμηση του αναπτυξιακού ίχνους. Μένει να δούμε εάν αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά.

Τελευταίοι στην Ευρώπη σε λογαριασμούς και αποταμίευση

Στην τελευταία θέση της Ευρώπης ως προς τη δυνατότητα πληρωμής λογαριασμών και αποταμίευσης κατατάσσει τη χώρα μας η έκθεση της Intrum, με τίτλο «European Payment Report 2020». Συγκεκριμένα η έκθεση αναφέρει:
● Έξι στα 10 νοικοκυριά (61%) μένουν χωρίς χρήματα στο τέλος του μηνός.
● Τέσσερα στα 10 (37%) αναγκάζονται να δανειστούν από το ευρύτερο και φιλικό περιβάλλον. Μάλιστα, σχεδόν τα μισά απ’ αυτά τα νοικοκυριά αναγκάζονται να δανείζονται κάθε μήνα.
Η οικονομική ανέχεια έχει προκαλέσει ακόμα έναν «πονοκέφαλο» στους φορολογουμένους, καθώς κάθε μήνα καλούνται να επιλέξουν ποιες υποχρεώσεις θα αφήσουν απλήρωτες. Σύμφωνα με την έκθεση, η πρώτη σκέψη των Ελλήνων είναι να μην πληρώσουν τις δόσεις για πιστωτικές κάρτες και έπειτα τη δόση του δανείου, αλλά και το ενοίκιο.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι το 49% των Ελλήνων (35% στην Ε.Ε.) είδε μείωση στο εισόδημά του λόγω της πανδημίας της Covid-19. Όσοι απάντησαν ότι μειώθηκε το εισόδημά τους ανέφεραν επίσης ότι μείωσαν τις δαπάνες για μη απαραίτητα έξοδα (70%) και έψαξαν για επιπλέον εργασία (31%) για να διαχειριστούν τη μείωση αυτή.
Σύμφωνα με την έκθεση «European Payment Report 2020», τα ελληνικά νοικοκυριά καθυστερούν πληρωμές για να τα βγάλουν πέρα με την εξής σειρά:
● 52% για πιστωτικές κάρτες, υπερανάληψη και προσωπικά δάνεια.
● 40% για στέγαση (δάνειο ή ενοίκιο).
● 28% για θέρμανση, νερό και ηλεκτρικό ρεύμα.
● 14% για Ίντερνετ.
● 8% για δόσεις οχημάτων.
● 2% άλλες υποχρεώσεις.

Επτά στους δέκα αντιμέτωποι με κατασχέσεις
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της εφορίας, η οποία δείχνει ότι εκατομμύρια φορολογούμενοι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, επτά στους δέκα οφειλέτες της εφορίας έχουν έρθει αντιμέτωποι ή απειλούνται με κατασχέσεις.
Τα ίδια στοιχεία για τον μήνα Οκτώβριο αποκάλυψαν πως χρέη στην εφορία έχουν 4.366.874 οφειλέτες, εκ των οποίων 1.780.000 απειλούνται με κατασχέσεις, ενώ αναγκαστικά μέτρα είσπραξης έχουν ήδη επιβληθεί σε 1.290.000 φορολογουμένους. Είναι ενδεικτικό πάντως ότι τον Σεπτέμβριο οι οφειλέτες ήταν 3.867.892. Με τον κίνδυνο κατασχέσεων ζούσαν 1.720.000 φορολογούμενοι, δηλαδή 60.000 λιγότεροι σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2020.
Σύμφωνα με τον «οδηγό» κατασχέσεων της ΑΑΔΕ, από τα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης εξαιρούνται οι οφειλές προς το Δημόσιο έως 500 ευρώ, λογαριασμοί που έχουν δηλωθεί για μισθοδοσία ή είσπραξη συντάξεων με υπόλοιπα έως 1.500 ευρώ, αλλά και τραπεζικές καταθέσεις έως 1.250 ευρώ, μηνιαίως, για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε μόνο ένα πιστωτικό ίδρυμα.

.topontiki.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.