Το 2020 και η χειρότερη χρονιά της ιστορίας

Το 2020 και η χειρότερη χρονιά της ιστορίας

  • |

Το πρωτοσέλιδο του Time προβλημάτισε και δίχασε, αλλά το 2020 είναι σίγουρα μια πολύ κακή χρονιά στην εποχή της μετανεωτερικότητας για όλους τους προφανείς λόγους.
 
 
Γιάννης Νικολόπουλος

Είναι το 2020 η χειρότερη χρονιά της ιστορίας εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού και των θυμάτων που αυτή έσπειρε κυρίως στον δυτικό κόσμο και τις κοιτίδες του καπιταλισμού στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική; Το πρωτοσέλιδο του Time που υποστήριζε αυτήν ακριβώς την άποψη προβλημάτισε και δίχασε. Για πολλούς το 2020 δεν είναι το χειρότερο έτος στην ιστορία της ανθρωπότητας, αν αυτό εξεταστεί αποκλειστικά από τη σκοπιά των νεκρών της Covid-19. Μόνο ο πολεμοχαρής, αιματοβαμμένος και σύντομος 20ος αιώνας έχει πολλά και πολύ χειρότερα έτη με τη μαθηματική και αδυσώπητη γλώσσα των δεινών και των θυμάτων που άφησε πίσω του: από τις λάσπες του Βερντέν έως τα κρεματόρια του Άουσβιτς και τις φλεγόμενες ζούγκλες του Βιετνάμ.

Όμως το 2020 είναι αναμφίβολα μια πολύ κακή χρονιά στην εποχή της μετανεωτερικότητας. Οι υγειονομικές προκλήσεις της πανδημίας πηγαίνουν χέρι-χέρι με τις πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες των κυβερνητικών και διακρατικών αποφάσεων που αυτές υποτίθεται ότι πάρθηκαν για να προστατεύσουν το πλήθος και τους πολίτες από τον κορονοϊό. Και σε αυτό το σημείο, το Time βλέπει τα πράγματα μέσα από το πρίσμα των ΗΠΑ που χειμάζονται και πεινούν : στις αρχές του Δεκεμβρίου, τουλάχιστον 50 εκατομμύρια Αμερικανοί βρίσκονταν σε καθεστώς υψηλής διατροφικής επισφάλειας, τα 13 εκατομμύρια εξ αυτών, παιδιά. Είναι μακράν ο χειρότερος αριθμός πεινασμένων ανθρώπων στην Αμερική μετά από το 1932, χρονιά κορύφωσης της Μεγάλης Ύφεσης. Ένας στους έξι Αμερικανούς στην κυριολεξία πεινάει λόγω των συνεπειών της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων στην οικονομία και την κοινωνία. Την ίδια ώρα ορισμένοι κροίσοι του ψηφιακού και κατασκοπευτικού καπιταλισμού, όπως ο Τζεφ Μπέζος, συνέχισαν να αυξάνουν αλματωδώς τις μυθώδεις περιουσίες τους, απολαμβάνοντας και πλήρεις φορολογικές απαλλαγές εισοδήματος και ακίνητης περιουσίας.

Στο πρόσφατο ειδικό νομοσχέδιο για την έκτακτη βοήθεια προς τους ανέργους και τους πληγέντες από την πανδημία, η ομοσπονδιακή αύξηση των δαπανών για διατροφικά προγράμματα μέσω του λεγόμενου SNAP (πρόγραμμα επισιτιστικής βοήθειας και υποστήριξης των φτωχότερων οικογενειών) ξεπερνά τα 13 δισ. δολάρια, ενώ υπάρχει έντονη δημόσια διαμάχη αν αυτά τα κεφάλαια όντως αρκούν στη συγκυρία, και ο απερχόμενος πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ επί μακρόν αρνούνταν να προσυπογράψει τον σχετικό νόμο με αποτέλεσμα να μπλοκαριστεί η εκταμίευση και διάθεση αυτών των κεφαλαίων. Σε συνδυασμό με τα 19.067.146 κρούσματα και τους 336.453 νεκρούς από Covid-19, οι ΗΠΑ σίγουρα έζησαν ένα εφιαλτικό 2020 και κανείς δεν μπορεί να αδικήσει το Time για την υπερβολή του εξωφύλλου του, ειδικά μπροστά στη δραματική ακροβασία της χώρας ανάμεσα στον λοιμό και τον λιμό.

Κατά τα άλλα, αν ανοίγαμε το πλαίσιο εξέτασης της χρονιάς που φεύγει και καταφεύγαμε σε μια “αναχρονιστική” επαναξιολόγηση του 2020, με “παρωχημένες” εκφράσεις και διαπιστώσεις άλλων δεκαετιών, θα τολμούσαμε να πούμε πως ό,τι ζήσαμε από τον Φεβρουάριο έως σήμερα, στο πλαίσιο του “πολέμου” με τον κορονοϊό είχε στοιχεία περισσότερο στρατιωτικού νόμου και αναστολής της δημοκρατίας και της ελευθερίας, παρά επανεφεύρεσης του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και πλατιάς προστασίας και ανακούφισης των πληθυσμών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί, να ανασχεθεί και να καταπολεμηθεί η πανδημία.

Σε γενικές γραμμές, τα εθνικά κράτη προέβησαν σε αρπακολλατζήδικες αντιγραφές το ένα του άλλου, χρησιμοποιώντας για την αντιμετώπιση της πανδημίας τις μόνες υποδομές και μηχανισμούς τους που όχι μόνο δεν έχουν πληγεί από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση του καπιταλισμού, αλλά έχουν ενισχυθεί δομικά και εμπλουτιστεί μεθοδολογικά κατά τρόπο αντικοινωνικό και προκλητικό: τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας.

Τα συστήματα υγείας κατέρρευσαν το ένα μετά το άλλο, αλλά ο κορονοϊός ήταν μόνο το σύμπτωμα που αποκάλυψε τη βαριά εξασθένιση ετών και τα αλλεπάλληλα πλήγματα που έχει υποστεί το ιδιωτικοποιημένο “κράτος” κοινωνικής ασφάλισης, παιδείας και υγείας στον δυτικό κυρίως κόσμο: από το δυσθεώρητο κόστος σπουδών για τους επαγγελματίες της υγείας και της πρόνοιας, λόγω της εμπορευματοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έως τις αναιμικές αντικαταστάσεις του προσωπικού στα νοσοκομεία και την πρωτοβάθμια φροντίδα που απλώς έχουν αποσαθρωθεί και αδυνατούν να ανταπεξέλθουν όχι μόνο στις έκτακτες αλλά και τις τακτικές ανάγκες με πιο κραυγαλέο παράδειγμα τις ΗΠΑ.

Εξοικειωθήκαμε με πρωτοφανείς όρους και εξίσου πρωτάκουστα μέτρα. Το λοκντάουν (lockdown) έγινε η καραμέλα στα χείλη πολλών και η πανάκεια στη φαρέτρα των κυβερνήσεων και των διεθνών οργανισμών. Ελάχιστοι όμως έκαναν τον κόπο να επισημάνουν ότι ο όρος και η μέθοδος των “κλειδώματος” των κοινωνιών από τα εγχειρίδια λειτουργίας των φυλακών και την αργκό που χρησιμοποιούν οι δεσμοφύλακες στα σωφρονιστικά συστήματα των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Λοκντάουν επιβάλλεται στις (ιδιωτικές) φυλακές αυτών των χωρών ως παρεπόμενη και έκτακτη διοικητική ποινή γενικής κλίμακας, όταν τιμωρούνται οι κατάδικοι για μια σειρά από πειθαρχικά αδικήματα συνήθως ήσσονος σημασίας αλλά μαζικού χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα όταν οι φυλακισμένοι έχουν παράπονα για την ποιότητα του φαγητού, διαμαρτύρονται για αυθαιρεσίες της διοίκησης ή τη χρήση βίας από τους δεσμοφύλακες χωρίς προφανή αιτία και την έλλειψη θέρμανσης στα κελιά. Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονίσουμε ότι στις ΗΠΑ, το σωφρονιστικό σύστημα (για την ακρίβεια, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις κράτησης προσώπων) είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα μετά το ομοσπονδιακό και πολιτειακό κράτος και την αλυσίδα πολυκαταστημάτων Walmart, ενώ το 80% των κρατουμένων είναι Αφροαμερικανοί και το 75% των δεσμοφυλάκων λευκοί και κυρίως βετεράνοι των πολέμων στη Μέση Ανατολή.

Το λοκντάουν έχει διαβαθμίσεις χρόνου, μεθόδων και συνεπειών, αλλά ο γενικός κανόνας προβλέπει πως οι κρατούμενοι παραμένουν κλειδωμένοι στα κελιά τους από 48 ώρες έως μερικές εβδομάδες με ελάχιστο φαγητό και νερό και χωρίς τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα ντους ή τους κοινόχρηστους χώρους συγκέντρωσης, συζήτησης και ψυχαγωγίας. Για τους πλέον απείθαρχους ή όσους χαρακτηρίζονται πρωτεργάτες των διαμαρτυριών, η στέρηση φαγητού, νερού και ύπνου για κάποιες μέρες είναι επίσης κοινός τόπος ανάμεσα στα επιπρόσθετα μέτρα που αποφασίζουν οι διευθυντές και επιβάλλουν οι υπάλληλοι των σωφρονιστικών καταστημάτων.

Στις “εξαιρετικές” περιπτώσεις, όσοι θεωρούνται πρωτοστάτες της “στάσης” οδηγούνται στα boxes (κουτιά) ή στο shoe (παπούτσι), δηλαδή τα κελιά της απομόνωσης όπου στην κυριολεξία θάβονται ζωντανοί για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και ανάλογα με τις διαθέσεις εκδίκησης των δεσμοφυλάκων και της διοίκησης. Μόνο σε όσους κρατουμένους εργάζονται για την καθημερινή λειτουργία της φυλακής, στα πλυντήρια, την καθαριότητα ή τις γραφειοκρατικές διεκπεραιώσεις της, επιτρέπεται η έξοδος από τα κελιά για μερικές ώρες κάθε μέρα και για όσο διάστημα απαιτεί η ολοκλήρωση αυτών των εργασιών.

Ας σκεφτούμε τώρα πόσο λοκντάουν, με ποια μέτρα και με ποιες μεθόδους “φάγαμε με το κουτάλι” τους προηγούμενους δραματικούς μήνες. Και πόση αποτελεσματικότητα από καθαρά υγειονομική σκοπιά, από την οπτική γωνιά της προστασίας της δημόσιας υγείας, είχαν αυτά τα μέτρα. Ο κορονοϊός δεν έπαψε να εξαπλώνεται, δεν σταμάτησε να διαδίδεται, δεν τερμάτισε τη διασπορά του σε κρούσματα και θανάτους. Αντίθετα, δίπλα στη γνωστή και “ορατή” πανδημία της Covid-19, προστέθηκε μια αόρατη και άγνωστη πανδημία σε ψυχικά νοσήματα, διαταραχές ύπνου και διάθεσης, φόβου και πανικού για το τραγικό κοινωνικό παρόν και το αβέβαιο οικονομικό μέλλον.

Μια γενιά ενεργών εργαζομένων, ειδικά στον δυτικό κόσμο και μια γενιά μελλοντικών εργαζομένων, όπως είναι αυτή που σήμερα βρίσκεται στα σχολικά θρανία και τα πανεπιστημιακά έδρανα, έχουν πληγεί καίρια στην ψυχοσωματική τους ισορροπία, υγεία και ανάπτυξη. Αλλά αυτές οι συνέπειες θα κάνουν χρόνο για να εμφανιστούν στην επιφάνεια, εκτός αν πολλαπλασιαστούν τα περιστατικά βίας και επιθέσεων είτε μέσα στην οικιακή εστία είτε στην πρώτη ευκαιρία “επανεκκίνησης” της κοινωνικής ζωής. Όπως συμβαίνει κατά κόρον και στις ιδιωτικές φυλακές των ΗΠΑ όταν αίρεται το εσωτερικό λοκντάουν στους τρόφιμους που ξεσπούν τα σπασμένα νεύρα τους ο ένας στον άλλον και ανά ομάδες ή συμμορίες.

Ήταν αρνητικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι με τη συνταγή του λοκντάουν συντάχθηκαν, χωρίς κατά κανόνα ενστάσεις, αστερίσκους ή επιφυλάξεις και δεύτερες σκέψεις, σημαντικές μερίδες και τμήματα της διεθνούς αριστεράς ή ακόμη και του ελευθεριακού κινήματος και του αναρχισμού που κατά τα άλλα διαμαρτύρεται σταθερά και αναδεικνύει με συνέπεια τα κακώς κείμενα μέσα στα σωφρονιστικά καταστήματα και τις ιδιωτικές φυλακές των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση για αυτήν την κραυγαλέα αντίφαση από καμία πολιτική πλευρά έως σήμερα.

Αντίθετα, η ακροδεξιά ειδικά στην Ευρώπη και σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Γαλλία επανήλθε στο διαδίκτυο και τους δρόμους αμφισβητώντας τα απαγορευτικά μέτρα και φορώντας την προβιά της παράταξης που δεν ανέχεται περιορισμούς στην ελευθερία και τη δημοκρατία, αποπειράθηκε να μονοπωλήσει την “αμφισβήτηση”, εφόσον βέβαια αυτή θα οδηγούσε στην διατήρηση του στάτους κβο στην οικονομία και την εκμετάλλευση. Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται από μέρους της για περισσότερες δαπάνες στο κοινωνικό κράτος και τη δημόσια υγεία, δεν είναι αυτό το πεδίο πολιτικής πρότασης και στόχευσης της ακροδεξιάς.

Η πανδημία όχι μόνο δεν έπληξε τη δομή του έθνους-κράτους, αλλά την υπερενίσχυσε. Για μία ακόμη φορά έγινε φανερό ότι η διεθνής “αλληλεγγύη” και “συνεργασία” και ο παγκόσμιος “συντονισμός” μεταξύ υπερεθνικών οργανισμών, κυβερνήσεων και “ειδικών” είναι μια κακοσκηνοθετημένη απάτη, όταν δεν διακυβεύονται κεφάλαια, χρηματικές ροές, επενδύσεις, δίκτυα κεφαλαιοκρατίας και σημαίνοντα λόμπι πίεσης και κερδοφορίας.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πρωταγωνίστησε σε μια παράσταση άλλοτε ένοχης σιωπής και άλλοτε ακατάσχετης φλυαρίας και αλληλοσυγκρουόμενων παραινέσεων και κατευθύνσεων που περισσότερη σύγχυση προκάλεσε παρά λύσεις έδωσε με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις παλινωδίες επί τρεις εβδομάδες μέσα στο καλοκαίρι για τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα των μαζικών τεστ στην κοινότητα ή για την υιοθέτηση και αναίρεση των “βέλτιστων πρακτικών” αντιμετώπισης της κρίσης που άλλοτε προέρχονταν από τη Σουηδία, άλλοτε από την Κίνα, άλλοτε από τη Σιγκαπούρη και άλλοτε από την Ταϊβάν, χωρίς πάλι να προτείνεται ένα ενιαίο πλαίσιο ή συγκεκριμένες και ξεκάθαρες, προσαρμοσμένες στις γεωγραφικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κάθε χώρας, οδηγίες.

“Υπάρχει μόνο ό,τι φαίνεται, και μόνο ό,τι φαίνεται, υπάρχει” έγραφε ο Γκι Ντεμπόρ στην πολύκροτη “Κοινωνία του Θεάματος”. Οι επίσημες στατιστικές, οι καταγεγραμμένες εικόνες της πανδημίας το 2020, οι “απείθαρχοι νέοι” και οι “νουνεχείς” πολίτες ήταν μόνο όσα πέρασαν από τον μεγεθυντικό ή παραμορφωτικό φακό στο διαδίκτυο και την τηλεόραση. Η πανδημία παρέμεινε κατά κύριο λόγο υπόθεση μόνο της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης ή της Αγγλόσφαιρας (ΗΠΑ, Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κ.α.) με επιλεκτικές, αποσπασματικές και συνήθως τρομοκρατικές εικόνες και ανταποκρίσεις από τον υπόλοιπο κόσμο. Πόσοι δυτικοί γνωρίζουν τι ακριβώς συντελείται εν καιρώ πανδημίας και με δραματικούς και απάνθρωπους ρυθμούς σε χώρες της Αφρικής, όπως για παράδειγμα το Κονγκό;

Ο κορονοϊός υπερπροβλήθηκε από όλες τις οθόνες, τηλεοπτικές και ψηφιακές, στους χώρους και τις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου που σχεδόν ομοιόμορφα ποινικοποιήθηκαν με εξαίρεση την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών για το Βόρειο Ημισφαίριο και εξαφανίστηκε αντίστοιχα από την τηλεοπτική και διαδικτυακή κάλυψη στους χώρους εργασίας, στα μέσα συγκοινωνίας και μεταφοράς, στην καπιταλιστική αλυσίδα της μαζικής εκμετάλλευσης και παραγωγής.

Η Νέα Ζηλανδία (και σωστά) έγινε παγκόσμιο πρότυπο αντιμετώπισης της πανδημίας (και από τον συστημικό Bloomberg), αντίθετα η Κούβα “χάθηκε’” από τα ραντάρ της επιλεκτικής, στρατευμένης και εχθρικής προς το νησί της Καραϊβικής και το πολίτευμα του, ενημέρωσης του δυτικού κόσμου. Δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ας σημειωθεί ότι και οι δύο χώρες χρησιμοποίησαν τις ίδιες μεθόδους για την καταπολέμηση της πανδημίας από τα αεροδρόμια έως την εστίαση και ειδικά στις μεγαλύτερες αστικές περιοχές τους (Όκλαντ, Αβάνα). Η Αργεντινή τροποποιεί εκτάκτως το φορολογικό της σύστημα και επιβάλλει φόρο πανδημίας στους πλουσιότερους πολίτες της, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξαναμοιράζουν τη “φτώχεια” και τη διαφθορά του Ταμείου Ανάκαμψης που έχει καταστεί απομυζητικός φορέας-απορροφητήρας των οικονομικών των υποτελών τάξεων στα κράτη-μέλη της. Άλλες προτεραιότητες, άλλη πολιτική βάση, άλλη στοχοθέτηση.

Άλλες, προφανώς θα είναι και οι συνέπειες και τα προβλήματα μόλις ο ιός “καταπολεμηθεί” ή ξεπεραστεί από τις εξελίξεις στην επιστήμη ή την επίτευξη της περίφημης ανοσίας.

Το Time έχει τα δίκια του μέσα στη γραφιστική υπερβολή και τη φουσκωμένη και τελεσιγραφική διαπίστωση με μαύρα γράμματα πως το 2020 ήταν το χειρότερο έτος που υπήρξε ποτέ. Αναρωτιέται όμως κανείς αν θα αναγκαστεί το αμερικανικό περιοδικό να καταφύγει σε ένα ανάλογου ύφους και περιεχομένου εξώφυλλο όταν οι κοινωνικοοικονομικές και υγειονομικές συνέπειες της πανδημίας στους λαούς και τις υποτελείς τάξεις ξεδιπλωθούν και εμφανιστούν στην ολότητα τους, ειδικά οι πρώτες, οξυμένες μέσα στο 2021 ή το 2022. Μήπως και αυτές δεν θα είναι σε αυτήν την περίπτωση και βάσιμα χρονιές υποψήφιες για το απευκταίο βραβείο της χειρότερης όλων των εποχών; Τα προμηνύματα από την Αμερική που λιμοκτονεί είναι κάτι περισσότερο από άσχημα και ανησυχητικά για το μέλλον της ανθρωπότητας στην μετά-την-Covid19 εποχή.

kosmodromio.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.