Από το Καπιτώλιο στο Οροπέδιο*

Από το Καπιτώλιο στο Οροπέδιο*

  • |

Η σκιά του Γιάνκικου φασισμού πάνω από τη Βραζιλία
του Οσβάλντο Κοτζιόλα
Ο Τραμπ έχει δείξει ότι δεν θα διστάσει, να χρησιμοποιήσει μεθόδους εμφυλίου πολέμου.

Αυτό που συνέβη στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ απέχει πολύ από το να είναι η «αυθόρμητη» και αποδιοργανωμένη αντίδραση μιας απογοητευμένης φασιστικής βάσης ή η τελευταία πνοή ενός πολιτικά τελειωμένου χαρακτήρα (Τραμπ). Ήταν μια σχολαστικά προετοιμασμένη δράση, η ένταση στη Γερουσία υπήρχε ήδη πριν από την ρατσιστική έκρηξη. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τους υποστηρικτές του να κινητοποιηθούν.

Η φασιστική κλιμάκωση δεν λειτούργησε ως «ανεξέλεγκτη» συμμορία, αλλά ως φατρία του κράτους. Όταν ο Τραμπ ζήτησε από τους υποστηρικτές του να ηρεμήσουν και να «πάνε σπίτι», τόνισε ακούσια την παρακρατική φύση της εξέγερσης: ο υποκινητής είχε επίσης αρκετή εξουσία για να οργανώσει την απόσυρση.

Στη δραματική έκκληση που απηύθυνε στην τηλεόραση ο Τζο Μπάϊντεν, του απευθύνθηκε ως εν ενεργεία πρόεδρος, υπενθυμίζοντάς του τις θεσμικές του υποχρεώσεις και απευθύνοντάς του έκκληση να διατάξει την υποχώρηση των «στρατευμάτων» του, χρησιμοποιώντας εθνικά δικτυακά μέσα για το σκοπό αυτό. Τα παρακρατικά στρατεύματα του Τραμπ είχαν νεκρούς, οι οποίοι θα μετατραπούν σε «μάρτυρες» μιας φασιστικής κλιμάκωσης, η οποία έκανε μια πρώτη (μόνο πρώτη) επίδειξη ότι δεν θα διστάσει, να χρησιμοποιήσει μεθόδους εμφυλίου πολέμου.

Η σκιά του Γιάνκικου φασισμού προβάλλει σε όλο τον κόσμο, ειδικά πάνω από τη Λατινική Αμερική, πάνω από τη Βραζιλία. Το πολιτικό έτος 2021 στη Βραζιλία ξεκίνησε στα τέλη του 2020, με τις κτηνωδίες που εξέφρασε ο νυν πρόεδρος της Εκτελεστικής Εξουσίας (κυβέρνησης) να θέσει υπό αμφισβήτηση τη φυλάκιση και τα βασανιστήρια που γνώρισε η πρώην πρόεδρος Ντίλμα Ρουσέφ[1] κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Ολόκληρη το πολιτικό τόξο της Βραζιλίας, από τα δεξιά ως τα αριστερά, κατήγγειλε τις δηλώσεις του Μπολσονάρο: ακόμη και ο υποψήφιος του Μπολσονάρο για την προεδρία της Βουλής, Αρτούρο Λίρα, θεώρησε σωστό να αποστασιοποιηθεί από την προεδρική κτηνωδία. Αυτές οι δηλώσεις δεν οφείλεται, όπως πολλοί υποθέτουν, σε κάποια έλλειψη ελέγχου λόγω της (πραγματικής) ψυχικής και συναισθηματικής αστάθειας του Μπολσονάρο, καθώς είναι η επακόλουθη έκφραση ενός πολιτικού σχεδίου, που τώρα μπάζει από όλες τις πλευρές, για την ανύψωση της Εκτελεστικής Εξουσίας πάνω από τις άλλες εξουσίες της Δημοκρατίας, ως ένα είδος προφασιστικού βοναπαρτισμού, για τον περιορισμό της πολιτικής κρίσης που προέκυψε από την εσωτερική και διεθνή χρεοκοπία του «θεσμικού» πραξικοπήματος του 2016.

Η Βραζιλία εισέρχεται στο 2021 υπό την τριπλή και απειλητική σκιά της ανθρωπιστικής καταστροφής, της κοινωνικής καταστροφής και της θεσμικής κρίσης. Παρά τις διεθνείς και τοπικές προόδους στο εμβόλιο του COVID-19, τα επίσημα θύματα του οποίου υπερβαίνουν ήδη το μοιραίο και συμβολικό αριθμό των 200.000 (λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελλιπής αναφορά, όπως εκτιμάται από τον «ανυποψίαστο» πρώην υπουργό Υγείας, Νέλσον Τάϊτς, θα πρέπει ήδη να πλησιάζει τις 250 χιλιάδες), οι δυνατότητες καταπολέμησης της πανδημίας μειώνονται δραματικά, επειδή η κυβέρνηση Μπολσονάρο έκανε τα πάντα για να αποσυντονίσει την αντιμετώπισή της, υποβάθμισε την υγειονομική κρίση, αποθάρρυνε τη χρήση μασκών και την κοινωνική αποστασιοποίηση και εξάπλωσε την εκστρατεία κατά του εμβολιασμού μέσω ψεύτικων ειδήσεων και φασιστικών εκστρατειών σκοταδιστικής άγνοιας.

Σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, ο ειδικός προϋπολογισμός του 2020 δημιούργησε ένα επίδομα έκτακτης ανάγκης ύψους 600.000 ρεάλ που προστάτευε (άθλια) πάνω από 65 εκατομμύρια άτομα, μια μισθολογική επιδότηση που προστάτευε (παρομοίως άθλια) σχεδόν δέκα εκατομμύρια εργαζόμενους, μέτρα στα οποία εναντιώνονταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία τα εφάρμοσε μόνο με απόφαση της Βουλής ή Δικαστικής Αρχής. Η οικονομική πτώση κατά 4% έως 5% του ΑΕΠ δεν θα είναι μεγαλύτερη μόνο λόγω της ζήτησης που δημιουργούν τα προστατευτικά μέτρα. Με το τέλος αυτού του προϋπολογισμού, 65 εκατομμύρια θα μείνουν χωρίς βοήθεια, δέκα εκατομμύρια χωρίς επίδομα ανεργίας, και όλη αυτή η κατάσταση θα οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό της ανεργίας και της φτώχειας.

Ο Μπολσοναρισμός ήταν ο μεγάλος ηττημένος των δημοτικών εκλογών του Νοεμβρίου 2020. Από τους υποψηφίους των δήμων των πρωτευουσών που υποστηρίχθηκαν δημόσια από τον πρόεδρο, μόνο ο υποψήφιος του στο Ρίο Μπράνκο εξελέγη. Η ενίσχυση του δεξιού «Κέντρου» και η σχετική στασιμότητα της αριστεράς (PT[2]+PSOL[3] δεν αυξήθηκαν εκλογικά σε σχέση με το 2016), τόνισαν αναλυτές στις εκτιμήσεις τους για τις εκλογές, δεν ήταν επίσης η κυρίαρχη νότα. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο και το Σάο Πάολο, η αποχή και τα άκυρα υπερέβησαν κατά πολύ τις ψήφους που έλαβαν οι εκλεγμένοι δήμαρχοι, αντιπροσωπεύοντας το 46,4% και το 41% του συνόλου των ψηφοφόρων, αντίστοιχα.

Η πολιτική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, οι πολυάριθμες κινητοποιήσεις στη Νότια Αμερική (συμπεριλαμβανομένων των πολυάριθμων κινητοποιήσεων γυναικών από την Αργεντινή που έχουν κερδίσει το δικαίωμα νόμιμης άμβλωσης διά νόμου) έχουν βυθίσει σε κρίση τις δεξιές κυβερνήσεις της Βολιβίας, της Χιλής, του Περού (και απειλούν την Κολομβία), έχουν επίσης αναδιαμορφώσει την πολιτική ατζέντα της Βραζιλίας. Το ενδεχόμενο μομφής κατά του Μπολσονάρο επικεντρώθηκε στην εκλογή της προεδρίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, της μόνης που μπορούσε να εγκρίνει τη διεκπεραίωση αιτήματος μομφής, το οποίο πρόκειται να διεξαχθεί στις αρχές Φεβρουαρίου.

Ο Ροδρίγο Μάγια (DEM[4]) ανακοίνωσε τη συγκρότηση ενός μπλοκ έντεκα κεντρώων, δεξιών και «αριστερών» κομμάτων για την υποβολή υποψηφιότητας για τη προεδρία της Βουλής. Ο υποψήφιος του Κέντρου, Βαλέγια Ρόσι (MDB) θα αντιμετωπίσει τον Αρτούρο Λίρα (PP), ο οποίος έχει την υποστήριξη του Προέδρου Μπολσονάρο και, όπως λέγεται, και 190 βουλευτών. Η ομάδα του Μάγια αποτελείται από τους βουλευτές των DEM, PSDB[5], MDB[6], PSL[7] και Πολίτες, στο κέντρο και στα δεξιά, και PT, PSB[8], PDT[9] και PCdoB[10], PV[11] και Δίκτυο, «στα αριστερά». Το PSOL θα πρέπει να προωθήσει τη δική του υποψηφιότητα, αλλά η υποστήριξή του προς τον Ρόσι κατά του Λίρα στο δεύτερο γύρο είναι κάτι που θα πρέπει να περιμένουμε. Τα έντεκα κόμματα που στηρίζουν το μπλοκ έχουν, συνολικά, 281 βουλευτές. Για να κερδίσουν τις εκλογές στον πρώτο γύρο, απαιτούνται 257 ψήφοι.

Παράλληλα, η Βουλή θα πρέπει να ψηφίσει για την αυτονομία της Κεντρικής Τράπεζας. Το μέτρο αυτό θα είναι αποφασιστικό, διότι αν και η Κεντρική Τράπεζα είναι ήδη ένα «πλάσμα» στα χέρια των συμφερόντων του μεγάλου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, δεν είναι υπό την πλήρη κατοχή του, αφού επιτρέπει την παρέμβαση της Εκτελεστικής Εξουσίας, που ανανεώθηκε με τις εκλογές. Με την αυτονομία της, σύμφωνα με τα λόγια του οικονομολόγου Πάουλο Νογκουέϊρα Μπατίστα Τζούνιορ, θα είναι στο έλεος της «δυσανάλογης επιρροής των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων», γιατί, «μόλις αφαιρεθεί αυτό το αντίβαρο, η κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στην Κεντρική Τράπεζα θα είναι τέλεια και πλήρης. Αυτό που κάποτε ήταν κατοχή ή τοκογλυφία γίνεται ιδιοκτησία, εγγυημένη από το νόμο».

Στην ημερήσια διάταξη του Κοινοβουλίου κυριαρχούν τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων, σε μια χώρα όπου περισσότεροι από 20 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε αδράνεια, 8,5 εκατομμύρια βρίσκονται στην εξ αποστάσεως εργασία, περίπου πέντε εκατομμύρια «αποθαρρύνονται», δεν αναζητούν εργασία και βρίσκονται σε απόγνωση και σχεδόν 14 εκατομμύρια έμειναν άνεργοι. Εκατομμύρια άτομα εξακολουθούν να εργάζονται με υψηλό κίνδυνο τόσο στον τομέα των υπηρεσιών υγείας όσο και στις «ουσιώδεις δραστηριότητες». Πολλοί πέθαναν δουλεύοντας, κυρίως εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας.

Με τη νίκη του Κέντρου στις δημοτικές εκλογές, το μπλοκ αυτό έγινε μπλοκ εξουσίας. Ανεξάρτητα από την άμεση μοίρα της κυβέρνησης Μπολσονάρο, η διαμόρφωση ενός «συμφώνου διακυβέρνησης» βρίσκεται σε εξέλιξη, που κυμαίνεται από ακροδεξιές ομάδες, όπως η PSL, που τώρα στεγάζεται στο Κέντρο, έως το ίδιο το PSOL, περνώντας μέσα από ολόκληρη την αψίδα της δεξιάς, του κέντρου και της «κεντροαριστεράς» (δεδομένου ότι με κάποιο τρόπο το PT πρέπει να καταγραφεί).

Το ζήτημα της μομφής κατά του Μπολσονάρο υπόκειται σε αυτό το σύμφωνο, καθώς η έναρξη μιας κοινοβουλευτικής διαδικασίας μομφής θα δημιουργούσε μια ευρεία πολιτική κρίση, η οποία θα μπορούσε να ευνοήσει τεράστιες κινητοποιήσεις, όπως συμβαίνει στις γειτονικές χώρες, κατά της πιθανότητας μεταμόρφωσης του με παραισθήσεις καπετάνιου σε «βασίλισσα της Αγγλίας» με ημερομηνία λήξης το (2023), η οποία είναι επίσης μια ευκαιρία στο σκοτάδι, επειδή θα μπορούσε να ευνοήσει ακόμη μεγαλύτερες κινητοποιήσεις, για τους αντίθετους λόγους. Υπάρχουν πολλά αιτήματα για απομάκρυνση του προέδρου, τα οποία ο Ροντρίγκο Μάγια επέλεξε να κρατήσει κλειδωμένα στο συρτάρι του, και τώρα θα περάσουν στο διάδοχό του.

Αυτό το αδιέξοδο ρίχνει νερό στο μύλο του Μπολσονάρο, ο οποίος αναπροσάρμοσε το κοινοβουλευτικό μπλοκ του για να προσελκύσει το Κέντρο και τα πολυάριθμα παρόμοια κόμματα. Στην οικονομική πολιτική, δεδομένου ότι οι εκλογικές του διεκδικήσεις είναι αντιφατικές με τη διατήρηση της λιτότητας με κάθε κόστος, τα κύρια προβλήματα είναι η αντίθεση του μεγάλου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε οποιαδήποτε αλλαγή στην πολιτική του υπουργείου οικονομίας υπό τον Πάουλο Γκέντες. Η φασιστική πολιτική βάση του Μπολσονάρο, από την πλευρά της, εμπνευσμένη από το παράδειγμα της βάσης του Τραμπ, προετοιμάζεται για παρόμοιες δράσεις στη Βραζιλία.

Πώς μπορούμε πραγματικά να καταπολεμήσουμε αυτήν την προοπτική; Για την εργατική τάξη (απασχολούμενη ή μη), υπάρχει επείγουσα πολιτική ατζέντα όσον αφορά την απασχόληση, τους μισθούς, την επείγουσα βοήθεια για τους απόρους, την εκπαίδευση και, πάνω απ’ όλα, την υγεία, μέσω καθολικού, άμεσου, ασφαλούς και δωρεάν εμβολιασμού. Για να κερδίσουμε, χρειάζεται πρώτα απ’ όλα ένα πρόγραμμα αντιιμπεριαλιστικό, ενάντια στα ιδιωτικά πολυεθνικά εργαστήρια που κατέχουν πατέντες για τα εμβόλια κατά του Covid (όπου, στην Αργεντινή, απαίτησαν ακόμη και την κατάσχεση φυσικών πόρων ως εγγύηση πληρωμής των δόσεων), μιλάμε δηλαδή για ακύρωση των πατεντών. Και, επίσης, απαιτείται ένα ταξικό πρόγραμμα επειδή ο αγώνας για την απασχόληση, το μισθό και τη δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να υποταχθεί στα συμφέροντα και τη σωτηρία του μεγάλου κεφαλαίου. Και ένα αντιιμπεριαλιστικό και ταξικό πρόγραμμα απαιτεί μια πολιτική δύναμη για να το προωθήσει.

Λόγω της πολιτικής διαμόρφωσης και της ιστορίας της Αριστεράς και του βραζιλιάνικου συνδικαλισμού, ο αγώνας για αυτή την οργανωμένη δύναμη περνά μέσα από μια μετωπική πολιτική, μέσα από το αίτημα, πρώτα απ’ όλα, της πολιτικής ρήξης με την αστική τάξη των κοινωνικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων και κινημάτων, της εργατικής τάξης, μιλάμε για την ταξική πολιτική ανεξαρτησία. Σχεδόν όλες οι προτάσεις του «ευρύτερου προοδευτικού (ή αντι-Μπολσονάρο) μετώπου» ή του «αριστερού μετώπου» που αποκαλείται πλατύ χαρακτηρίζονται, αντίθετα, από τη συμπερίληψη πολιτικών εκπροσώπων της αστικής τάξης, δηλαδή από την τάση δημιουργίας γεφυρών προς το μεγάλο κεφάλαιο, που σημαίνει ότι τα μέτωπα αυτά γεννιούνται ευνουχισμένα ως προς τους πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους τους. Πολλοί ακτιβιστές που καταλαβαίνουν πολύ σωστά αυτές τις πολιτικές, ανταποκρίνονται, με πολιτική αποχή, η οποία αφήνει το πεδίο ανοιχτό για προτάσεις ταξικής συνδιαλλαγής.

Ο φασισμός δεν αναστέλλει την ταξική πάλη και μπορεί να νικηθεί μόνο με τις μεθόδους και το πρόγραμμα της ταξικής πάλης. Ούτε ταξική συμφιλίωση ούτε φατριαστική και σεχταριστική αυτοδιακήρυξη: για ένα ταξικό αριστερό μέτωπο που απαιτεί και προωθεί τη ρήξη των εργατικών, αγροτικών και νεολαιίστικών οργανώσεων με την αστική τάξη, με βάση ένα ανεξάρτητο ταξικό πρόγραμμα και δράση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία κατά του φασισμού.

08/01/2021

* Μεταφορική εικόνα τουσυντάκτη. Το αμερικανικό Καπιτώλιο βρίσκεται στο Λόφο του Καπιτωλίου, ενώ τo αντίστοιχo κογκρέσο και η Μπραζίλια, πρωτεύουσα της Βραζιλίας, βρίσκονται στο Κεντρικό Πλάναλτο, ένα υψηλό οροπέδιο 1000 μέτρα.

[1] Η Ντίλμα Βάνα Ρούσεφ 14 Δεκεμβρίου 1947) είναι Βραζιλιάνα οικονομολόγος και πολιτικός, Πρόεδρος της Βραζιλίας από την 1η Ιανουαρίου 2011 ως το 2016. Στενή συνεργάτης του Λουΐς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, εξελέγη πρόεδρος στις προεδρικές εκλογές του 2010, με το Εργατικό Κόμμα (Partido dos Trabalhadores) στο δεύτερο γύρο, στις 31 Οκτωβρίου 2010. Είναι η πρώτη γυναίκα πρόεδρος στην ιστορία της χώρας.

[2] Εργατικό Κόμμα

[3] Κόμμα Σοσιαλισμού και Ελευθερίας

[4] Δημοκράτες, κεντροδεξιό πολιτικό κόμμα

[5] Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Βραζιλίας

[6] Δημοκρατικό Κίνημα Βραζιλίας

[7] Σοσιαλφιλελεύθερο Κόμμα

[8] Σοσιαλιστικό Κόμμα Βραζιλίας

[9] Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα

[10] Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας

[11] Κόμμα Πρασίνων

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.