Γενάρης 1919: Όταν ο Βενιζέλος έστελνε στρατό ενάντια στον ρωσικό λαό

Γενάρης 1919: Όταν ο Βενιζέλος έστελνε στρατό ενάντια στον ρωσικό λαό

  • |

Πριν λίγες ημέρες, μεταξύ 3 και 7 Γενάρη, ήταν η «επέτειος» της ελληνικής εκστρατείας των στρατευμάτων του Ελ. Βενιζέλου εναντίον των Μπολσεβίκων και του ρωσικού λαού που έλαβε χώρα τον Γενάρη του 1919. Διαβάστε παρακάτω σχετικό άρθρο του αναγνώστη μας Γιάννη Στάμου.

Το κοσμοϊστορικό γεγονός της επανάστασης του 1917 στη Ρωσία, «οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», όπως τιτλοφορείται η κλασική καταγραφή της από τον Τζον Ριντ (John Reed), λειτούργησε ως καταλύτης για άνευ προηγουμένου εξελίξεις στη διεθνή σκηνή.

Στα δύο αντίθετα άκρα των σχετικά άμεσων αντιδράσεων στην Οκτωβριανή Επανάσταση βρίσκονταν οι κομμουνιστικές εξεγέρσεις και οι δυναμικές εργατικές κινητοποιήσεις από τη μία και ο μαχητικός/ένοπλος αντικομμουνισμός από την άλλη. Από τη μία είχαμε περιπτώσεις όπως της εξέγερσης των Σπαρτακιστών στη Γερμανία (1919) ή της «Κόκκινης διετίας», όπως καθιερώθηκε να λέγεται, στην Ιταλία (1919-1920) και από την άλλη την ανάδυση του φασισμού, κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας του οποίου υπήρξε η βίαιη αντίθεση στον κομμουνισμό και στο διεθνιστικό σοσιαλισμό.

Η έντονη και κατά κανόνα ένοπλη εναντίωση στην αριστερή επαναστατικότητα δεν ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό του φασισμού, του ναζισμού και των συγγενών κινημάτων και καθεστώτων που άρχισαν να αναφύονται ανά την Ευρώπη –και όχι μόνο– μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και στην πορεία της δεκαετίας του ’20 και του ’30. Παρόμοια εχθρότητα έδειξαν οι λεγόμενες φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες καθώς και φιλελεύθεροι ή συντηρητικοί κύκλοι εντός των χωρών στις οποίες οι φασίστες εν τέλει κατέλαβαν την εξουσία, αφήνοντας παράλληλα στο απυρόβλητο τους φασίστες ή κατά περίπτωση στηρίζοντάς τους ως ένα εργαλείο για την καταπολέμηση του εξ αριστερών εχθρού, το οποίο δεν υπέσκαπτε τα θεμέλια του αστικού κράτους και του καπιταλιστικού συστήματος.

Επέμβαση με πρόσχημα τον πόλεμο
Επρόκειτο για μια ανεπίλυτη ένταση μεταξύ των υπερασπιστών του καπιταλισμού και των επίδοξων ανατροπέων του, μια ένταση που εκδηλώθηκε από την αρχή κιόλας του μπολσεβικικού εγχειρήματος.

Η Αντάντ (συμμαχία με κορμό τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία – στη συνέχεια προστέθηκε και η Ρωσική Αυτοκρατορία) δεν υποστήριξε απλά τους «Λευκούς» (τσαρικούς, εθνικιστές και λοιπούς αντεπαναστάτες Ρώσους) εφοδιάζοντάς τους με πολεμικό υλικό, αλλά έστειλε εν τέλει στρατεύματα για να τους βοηθήσει ενάντια στους «Κόκκινους». Ξεκίνησε μάλιστα τις δικές της εκστρατείες κατά των Μπολσεβίκων από την Ευρώπη μέχρι τον Ειρηνικό.

Η επίσημη επιχειρηματολογία για αυτές τις επεμβάσεις σχετιζόταν με τη σπουδή των Μπολσεβίκων να απεμπλακούν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταργώντας έτσι το Ανατολικό Μέτωπο και επιτρέποντας στις Κεντρικές Δυνάμεις (Αυστροουγγαρία, Γερμανική Αυτοκρατορία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία) να αυξήσουν τις πιέσεις τους στο Δυτικό και το Βαλκανικό Μέτωπο.

Παρότι λοιπόν η εκπεφρασμένη στόχευση της επέμβασης της Δύσης στην επαναστατική Ρωσία ήταν καταρχάς η επαναφορά της Ρωσίας στον πόλεμο και η ανασύσταση του Ανατολικού Μετώπου, οι μεγαλύτερες παρεμβάσεις δεν άρχισαν παρά αφότου οι Κεντρικές Δυνάμεις είχαν υπογράψει ανακωχή και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε και επισήμως τερματιστεί.

Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αποτυχημένη εκστρατεία στην Κριμαία, στην οποία η Ελλάδα εκπροσωπούσε τη σημαντικότερη στρατιωτική δύναμη από την πλευρά της Αντάντ.

Η εκστρατεία είχε στόχο να στηρίξει τους Ρώσους αντεπαναστάτες σε μια περιοχή, όπου η κατάσταση ήταν χαώδης, με διαρκείς ανακατατάξεις, εισβολές και αποχωρήσεις ρωσικών, γερμανικών και άλλων στρατευμάτων, πληθώρα μαχόμενων σχηματισμών και ολότελα ασαφές μέτωπο. Στην πραγματικότητα, και παρά την ονομασία με την οποία καθιερώθηκε στα ελληνικά, οι περισσότερες επιχειρήσεις της έλαβαν χώρα σε περιοχές της νότιας Ρωσίας/σημερινής Ουκρανίας πλησίον αλλά όχι επί της Κριμαίας. Ως εκ τούτου, ως εναλλακτικές ονομασίες για τα ίδια γεγονότα εμφανίζονται όροι όπως «Εκστρατεία στην Ουκρανία» ή «Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία».

Η ιδέα για την έναρξη μιας τέτοιας εκστρατείας είχε συζητηθεί από τη γαλλική πολιτική ηγεσία λίγες μέρες πριν το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δεν υλοποιήθηκε παρά μερικές εβδομάδες αφότου εκείνος είχε και επίσημα τερματιστεί.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε τότε υποβάλει προσφορά για αποστολή ελληνικού στρατού όπου ήθελαν να κάνουν επιχειρήσεις οι ισχυροί της Αντάντ, με σχετική επικοινωνία του με τον Γάλλο πρωθυπουργό Ζωρζ Κλεμανσώ μέσω του Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι.

Αυτή επρόκειτο να είναι η πρώτη στην ιστορία του ελληνικού κράτους συμμετοχή στρατευμάτων σε επιχειρήσεις σε περιοχές τελείως αποκομμένες από την επικράτειά του και χωρίς κάποια απελευθερωτικά χαρακτηριστικά ή επίφαση.

Ο γαλλικός στρατός, που ήταν επικεφαλής της εκστρατείας, έφτασε στην περιοχή ένα μήνα πριν την εμφάνιση των πρώτων ελληνικών μονάδων, το Δεκέμβριο του 1918. Από την πλευρά της Ελλάδας αξιοποιήθηκαν δύο μεραρχίες (2η και 13η) από το Α΄ Σώμα Στρατού, οι οποίες μεταφέρθηκαν από περιοχές της δυτικής Μακεδονίας που είχαν πρόσφατα ανακαταληφθεί από τα βουλγαρικά στρατεύματα. Οι στρατιώτες μεταφέρθηκαν σταδιακά από τη Θεσσαλονίκη, το Σταυρό Θεσσαλονίκης και τις Ελευθερές Καβάλας. Αριθμούσαν σχεδόν 23.500 άνδρες, 400 περίπου από τους οποίους δε θα επέστρεφαν ποτέ, ενώ εκατοντάδες άλλοι τραυματίστηκαν.

Η διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος ανατέθηκε στο στρατηγό Κωνσταντίνο Νίδερ (1865-1943). Με το έργο του Η εκστρατεία της Ουκρανίας (Ιανουάριος – Μάιος 1919), το οποίο έδωσε στη δημοσιότητα μια δεκαετία μετά, ο Νίδερ αποτέλεσε μια από τις βασικές πηγές για τις σχετικές επιχειρήσεις.Όπως και αρκετοί άλλοι από τους αξιωματικούς που έλαβαν μέρος στην εν λόγω εκστρατεία (Γεώργιος Κονδύλης, Νικόλαος Πλαστήρας κ.ά.), θα εμπλεκόταν επίσης στην πολιτική, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, μέσα σε πλαίσια κατά βάση στρατοκρατικά και δικτατορικά, συμμετέχοντας στην κυβέρνηση του Θεόδωρου Πάγκαλου (1925-1926) ως Υφυπουργός Στρατιωτικών.

Οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες ξεκίνησαν από την Ελλάδα στις 3 Ιανουαρίου 1919 (παλιό ημερολόγιο) και αποβιβάστηκαν στην Οδησσό στις 7 Ιανουαρίου. Ενσωματώθηκαν σε άλλες μονάδες υπό την ηγεσία των Γάλλων και συμμετείχαν σε αρκετές μάχες μέσα στον μισό περίπου χρόνο της παρουσίας τους εκεί. Οι σημαντικότερες από αυτές ήταν οι μάχες στη Χερσώνα, το Νικολάγιεφ, το Βασιλίνοβο και τη Μπερεζόβκα, τη Σέρμπκα και το Μπουγιαλίκ, το Τιλιγκιούλ, τη Βεσσαραβία και τη Σεβαστούπολη.

Μια καταδικασμένη εκστρατεία
Η κακή οργάνωση και διενέργεια των επιχειρήσεων φάνηκε κιόλας στην αρχή της εκστρατείας. Δεν υπήρχε κανένα σοβαρό σχέδιο, ενώ παρουσιάστηκαν πολυάριθμα προβλήματα και αστοχίες κατά τη μεταφορά των στρατευμάτων. Δεν υπήρχε μια κεντρική ελληνική διοίκηση, αλλά είχε επιλεχθεί ο διασκορπισμός και η ανάμιξη των ελληνικών μονάδων με άλλες «συμμαχικές» μονάδες υπό τις διαταγές Γάλλων διοικητών. Εν τέλει, η μεταφορά των ελληνικών στρατευμάτων δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ενώ ορισμένες μονάδες έφτασαν στην περιοχή όταν η γενική υποχώρηση είχε ήδη αρχίσει. Πέρα από τα εσωτερικά, οργανωτικά προβλήματα της εκστρατείας, στην αποτυχία συνέτεινε η εχθρότητα του ντόπιου πληθυσμού και η υπεροπλία του Κόκκινου Στρατού, με τα ελληνικά στρατεύματα εξαρχής να αναλώνονται σε σημαντικό βαθμό στη χρήση βίας προς εκφοβισμό των κατοίκων και σε μάχες άμυνας ή οπισθοφυλακής κατά τις υποχωρήσεις.

Η συμμετοχή της Ελλάδας αποτελούσε διαπραγματευτικό χαρτί στην πορεία προς την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και αντιστάθμισμα για την ιδιαιτέρως καθυστερημένη είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1917).

Οι μονάδες αυτές όχι μόνο χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο για την παραχώρηση της Ζώνης της Σμύρνης, αλλά εν συνεχεία μεταφέρθηκαν εκεί για να συνεχίσουν τη στρατιωτική τους δραστηριότητα. Έτσι, όταν τελείωνε το φιάσκο της Κριμαίας, άρχιζε μια νέα περιπέτεια του ελληνικού ιμπεριαλισμού, η οποία τρία χρόνια μετά θα προκαλούσε το οριστικό πλήγμα στις κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, τις οποίες υποτίθεται ότι στόχευε να «απελευθερώσει».

http://net.xekinima.org/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.