Πάρ’ το ρε Λίζα!

Πάρ’ το ρε Λίζα!

  • |

Τώρα, ή μόνο εγώ τα βλέπω έτσι ή έτσι έχουν ή έχουν ακόμα χειρότερα. Οπως και να ‘χουν τα πράγματα, με το συμπάθιο κιόλας, αλλά δεν καταπίνονται, βρε αδερφάκι μου. Ναι, ναι, όπως ακριβώς τα λέω. Δεν πά’ να ‘σαι κι ‘γώ δεν ξέρω ποιος σούπερ ντούπερ διανοητής ή καθηγηταράς με πτυχία και παπύρους και μιλάς με έννοιες βαθυστόχαστες και πανεπιστημιοφόρες -αυτό που συμβαίνει μόνον η εν λόγω έκφραση το περιγράφει στην ολότητα και την καθαρότητά του: βρε δεν! Κολλάει στην καταπιόνα και δεν!

Νόρα Ράλλη

Εξηγούμαι ασκαρδαμυκτί (πάρτε μια διανοουμενίστικη καθαρεύουσα να σας βρίσκεται), με βλέμμα μη βλεφαρίζον και δεόντως ατενίζον (πάρτε και μια δεύτερη): Πλέον ό,τι κινείται γύρω μας, περιβάλλεται από μια μουνταμάρα! Ξεκίνησε ως μουγκαμάρα, έχουν πονέσει οι μασέλες μας απ’ το να μη μιλάμε γιατί βλέπεις «κινδυνεύει το έθνος από τον ιό» κι έχουμε βάλει στην άκρη (την πολύ πολύ, πολύ όμως, άκρη -εκεί, την πίσω δεξιά) πως το έθνος κινδυνεύει από τον υιό. Κι απ’ τον ανιψιό.

Σιωπή τη σιωπή, εγκλεισμό τον εγκλεισμό, παραλογισμό τον παραλογισμό, η μουγκαμάρα έφερε τη μουνταμάρα. Ανθρωποι μονόχρωμοι κι άτονοι κυκλοφορούν το ίδιο άτονα και μονόχρωμα και στο τσακ είμαι να ευχηθώ να μυρίσω έστω ένα χνότο που βρομάει, παρά αυτή τη συνεχόμενη αοσμία που… δεν!

Και δεν μου φτάνει η μονοχρωμίασις, η αοσμοχνοτίασις, η μουροχαυλίασις και η αποχαυνίασις, έχω και τον μόσχο τον σιτευτό πάνω απ’ το κεφάλι μου! Και να πεις να είναι μία η μοσχαροκεφαλή, άντε κάπως παλεύεται -εγώ τα αγαπάω τα μοσχαράκια και μήτε στο στόμα μου δεν τα βάζω, όχι να τα πιάσω κιόλας (στο στόμα μου). Αλλά δεν είναι ένας, δεν είναι δύο, δεν είναι τρεις. Δεν είναι καν χίλιοι δεκατρείς! Βάλε υπουργούς και υπουργοτρόφιμους, βάλε γραμματείς και γραβατικοφόρους, βάλε συμβούλους, ειδικούς και ανειδίκευτους, βάλε δημαρχέσους κι αντιδημαρχέσους, βάλε παρατρεχάμενους και σιναμενοκουνάμενους -μωρέ μόνο την πρωθυπουργική οικογένεια, που έχει πιάσει τα μισά από τα παραπάνω πόστα, να βάλεις, φτάνει και περισσεύει. Κι αυτό το περίσσιο είναι που την κάνει τη δουλειά.

Ποια δουλειά; Την τεμπελοδουλειά. Την εξουσιολάγνα, αδηφάγα και αστυνομικολάγνα. Αυτή τη δουλειά. Με μυαλά αδικαιολόγητα συμπαγή, ασύγκριτα βαριά, επικίνδυνα αιχμηρά. Προς ένα λαό αφύσικα μουγκό, αδιανόητα μουντό, υστερόβουλα τυφλό.

Υστερόβουλα, ναι! Θέλουμε και δεν βλέπουμε. Αντε, την όρεξη για να γίνουν οι σκέψεις λέξεις και οι επιθυμίες χρώματα πες μάς την πήραν. Αλλά η γκαβωμάρα είναι απολύτως οικειοθελής. Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ! Δόξα και τιμή στους έχοντας τη μαύρη τους την τύφλα εκ βαθιάς, ριζωμένης και ακλονήτου πεποιθήσεως.

Παραδείγματος χάλι: Τι κι αν διαφωνούν οι πανεπιστημιακοί; Τι κι αν κάνουν διαλόγους (όσοι έχουν κότσια), βγάζουν ανακοινώσεις (όσοι τολμάνε), μαζεύουν υπογραφές (όσοι νοιάζονται); Ο Συρίγος εκεί! Μένος! Οσο για τον άλλο, μωρέ σαν να ‘χω τη φωνή του στ’ αφτιά μου: «Θέλει αρετήν και τόλμην να τα βάλετε μαζί μου γατάκια!». Του Χρυσοχοΐδη φυσικά. Που μου βγήκε μαζί με την Καμερέως να πουν τι; Λες κι έκανε διάγγελμα ο Παττακός με τον Μάλλιο: Αποφασίζομεν να προσλάβουμε όχι δασκάλους κι εκπαιδευτικούς, αλλά «όργανα ασφαλείας»! Δεν θα σας συνδράμουμε με βιβλία, υπολογιστές και εκπαιδευτικό υλικό, αλλά θα τους εξοπλίσουμε με κάμερες, κλομπ και χημικά. Μήτε κιχ, γατάκια! Σπίτι, εκκλησία, σχολή, σπίτι και στη διαδρομή μόκο.

Και τι εννοείς κύριε απαυτέ μου 1.000 αστυνομικούς μόνο; Πάνω από 150.000 φοιτητές έχουν τα δημόσια πανεπιστήμια. Να μην έχω τον προσωπικό μου ελευθεριοκτόνο; Δεν το δέχομαι! Αυτές είναι πατέντες, κυρία Βούλτεψή μου: εις φοιτητής και το «όργανό» του! Οχι που μου βγήκες στα κανάλια φωνάζοντας: «Και τι να την κάνουμε την πατέντα (για τα εμβόλια); Κορνίζα;».

Ναι, κορνίζα! Δίπλα στο πτυχίο θα την απιθώσω. Πιο δίπλα από το Σύνταγμα, με μόνο τις υποχρεώσεις του πολίτη. Παραδίπλα απ’ τη φωτογραφία που χαμογελούσες, κατακαημένε μου πολίτη εσύ, μια φορά.

…Πάρ’ το ρε Λίζα επιτέλους! Και κάν’ το ό,τι καταλαβαίνεις.

Μα, σε παρακαλώ, όχι κορνίζα!

.efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.