Οι τρεις Χριστοί που μας ακολουθούν

Οι τρεις Χριστοί που μας ακολουθούν

  • |

Ο Χριστός ως θεσμική, υπαρξιακή και θαυματοποιός οντότητα
 

Μέρες που είναι, σκέφτεται κανείς ότι μεγαλώνοντας, είτε το θέλουμε είτε όχι, τρεις (τουλάχιστον) Χριστοί μας συντροφεύουν.

Θέμης Τζήμας

Ο πρώτος, είναι ο Χριστός-θαυματοποιός: ανταποκρινόμενος στην νεύρωση της παντοδυναμίας της ιδέας, προβάλλει ως η ανακουφιστική, μεταφυσική και ως εκ τούτου υπερφυσική μεσιτεία προς την επαναμάγευση της ζωής. Υπάρχει ένα σχέδιο, το οποίο, έστω και αν δεν μπορούμε να συλλάβουμε, μας νοηματοδοτεί. Ένα σχέδιο με λογικές ακολουθίες, με την πρωτόγονη μάλλον και (ας με διορθώσουν οι ανθρωπολόγοι, αν κάνω λάθος) μαγεία του αίματος κυρίαρχη, θαυματουργικές αποκαλύψεις και νίκες, απέναντι στον πλέον καταθλιπτικό συσχετισμό δύναμης. Αυτός ο Χριστός-θαυματοποιός αποτελεί το κατεξοχήν (και αναγκαίο συχνά, για να θυμόμαστε ολόκληρο τον Μαρξ) όπιο των λαών. Η παρηγοριά η οποία προκύπτει όχι από την ελπίδα αλλά από την βεβαιότητα, εφόσον κανείς μπορεί να την βιώσει, της επανάληψης του θαύματος κατά τρόπο τέτοιο, ώστε είτε να απαντά στο βάσανο της υλικής ζωής είτε προφανώς στην υπαρξιακή αγωνία του μετασχηματισμού της ύλης που ονομάζουμε θάνατο.

Ο Χριστός-θαυματοποιός απαιτεί ωστόσο στο βάθος του βίωμα. Και το βίωμα αυτό, όπως και αν ερμηνεύεται βιολογικά και ψυχαναλυτικά, αφορά μια μειοψηφία. Εξ ου και ενώ η επίκλησή του είναι διαρκής, η πραγματική του πειστικότητα είναι περιορισμένη.

Ο δεύτερος Χριστός είναι ο Χριστός-εξουσιαστής και τιμωρός, ο θεσμικός Χριστός της Εκκλησίας όλων των ειδών. Μας δυναστεύει από τις πρώτες τάξεις του σχολείου. Επιβάλλει μια σειρά από ακατανόητους, καθότι αφύσικους, κανόνες. Κανόνες που αντιστρατεύονται την βιολογική εξέλιξη και ακόμα περισσότερο, την υπέρβαση του βιολογισμού, δηλαδή ό,τι σπουδαιότερο έχει πετύχει ο άνθρωπος και εκείνο που δικαιολογεί ακόμα και την θεολογική προσέγγιση περί του ανθρώπου ως κορωνίδας της δημιουργίας: την λογική, την έρευνα, την αμφισβήτηση, την διεύρυνση του ανθρωπίνου μέτρου, τον ερωτισμό. Τιμωρεί και καλεί να αντιστρατευτούμε όλα εκείνα που μας σηκώνουν πιο ψηλά από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, δηλαδή εκείνα που μας φτιάχνουν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Αυτή η προφανής αντιφατικότητα, συνεργός μιας συγκεκριμένης ιστορικά εξουσιαστικής ρύθμισης και του απόηχου αυτής διαδραμάτισε καίριο ρόλο ιστορικά στον μηχανισμό των νευρώσεων και πλέον φθίνει.

Υπάρχει και ένας τρίτος Χριστός: ο Χριστός του Ρίτσου, του Μίκη, του Χατζιδάκι, του Βάρναλη, του Καζαντζάκη και φυσικά της αξεπέραστης περιγραφής του Χρόνη Μίσσιου – μεταξύ πολλών άλλων. Είναι ο στρατευμένος, ο υπαρξιακός Χριστός. Είναι το παιδί της γειτονιάς, που “τρώει μια πετριά” και “θέλει με το ζόρι” να σώσει αυτούς που δεν θέλουν να σωθούν. Προσοχή: δεν αναφέρομαι στην ουσία των όσων μας μεταφέρουν τα Ευαγγέλια. Αυτή η ανάλυση είναι μια άλλη ιστορία. Τόσο ως προς την ακρίβειά τους, όσο και ως προς την ιστορικότητά τους.

Αναφέρομαι στην στάση ζωής μπροστά στην υπαρξιακή αγωνία. Δεν είναι μόνο το σφιχταγκάλιασμα με το περιθώριο. Ούτε μόνο ότι είναι ακραίος εξτρεμιστής, όταν δηλώνει ξεκάθαρα ότι ήρθε για να διαλύσει οικογένειες και για να καταστρέψει περιουσίες, για να συνταράξει τα θεμέλια της κοινότητας από την οποία προέρχεται δηλαδή. Είναι επιπλέον ότι στρατεύεται σε έναν σκοπό και μάλλον εργαλειοποιεί άμεσα (και σε συνεργασία μαζί του;) έναν μαθητή του, τον Ιούδα, για αυτόν τον σκοπό.

Ακόμα περισσότερο δε είναι η αφηγηματικώς αριστοτεχνική και πολιτικά-υπαρξιακά συγκλονιστική κατάσταση, στον κήπο της Γεθσημανής.

Αυτή η τόσο αμήχανη για τον θεσμικό και θαυματοποιό Χριστό στιγμή, κατά την οποία το παιδί της γειτονιάς, που μπλέχτηκε σε ένα μοιραίο, κοσμικό παιχνίδι, θέλει να ζήσει και να μην πονέσει. Σε αντίθεση με τις εύκολες, εκ των υστέρων κατασκευές, συνήθως από οργανικούς διανοουμένους, κάθε στρατευμένος ήρωας είναι βαθιά ανθρώπινος και στο βαθμό που προλαβαίνει να σκεφτεί και να συλλογιστεί μπροστά στον θάνατο είναι δύσκολο να μην βιώνει την δική του στιγμή της Γεθσημανής. Ο Χρόνης Μίσσιος γράφει στο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς”: “Θυμάμαι πόσο βαθιά πληγώθηκα όταν ύστερα από κάποιους μήνες στην ασφάλεια, με πετάξανε σ’ ένα τζιπ, δεμένο με χειροπέδες παρόλο που δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος, περπάταγα με τα τέσσερα, με φορτώνουν, που λες, σ’ ένα τζιπ για το Γεντί Κουλέ. Ήξερα ότι πάω για θάνατο, μου το ‘χαν πει σ’ όλους τους τόνους στην ασφάλεια. Ήταν Σάββατο απόγευμα, καλοκαίρι. Θα ‘χε μπει για τα καλά ο Ιούλιος. Περνάγαμε απ’ το Βαρδάρι, είχαν σκολάσει τα μαγαζιά, ο κόσμος μυρμήγκιαζε στους δρόμους, φορτωμένος ψώνια. Ακούμπησα τα χέρια μου με τις χειροπέδες στο παραπέτο του τζιπ, μια ματιά, μια ματιά… Ο ένας από τους χαφιέδες με κατάλαβε. «Βλέπεις ρε μαλάκα; Ποιος νοιάζεται για σένα; Λες ότι πας να πεθάνεις γι’ αυτούς, ποιος σε ξέρει; Τους βλέπεις; Κάνουν τα ψώνια τους, θα πάνε σπίτι τους, αύριο στα βαποράκια, Περαία, Μπαξέ, Αρετσού, θάλασσα, παιχνίδι, κορίτσια, ποιος νοιάζεται για σένα, μαλάκα; Πας για εκτέλεση, και είσαι μονάχα δεκάξι χρονών…”.

Ο Χρόνης Μίσσιος έδωσε την δική του απάντηση και ο Χριστός την δική του, επί της ουσίας, αλλά στο επίπεδο της στάσης ζωής είναι η ορμητική επαναφορά στην στράτευση κατά την στιγμή της αμφιβολίας, εκείνη που θεραπεύει τον κίνδυνο της εκ των ένδον κατάρρευσης, λίγο πριν από την ύστατη στιγμή.

Δια του εν λόγω γεγονότος τα Ευαγγέλια δεν περιγράφουν έναν Θεό αλλά έναν στρατευμένο άνθρωπο. Τι σημαίνει άλλωστε το “Πατέρα γιατί με εγκατέλειψες”; Οι θεσμικές, κοσμικές εξουσίες βεβαίως δεν μπορούν εύκολα να δεχτούν μετεωρισμούς. Προτιμούν ηθικές και πολιτικές σταθμίσεις επιπέδου Holywood ή (ακόμα χειρότερα) Καθολικής Εκκλησίας. Αλλά η ύπαρξη ταλαντεύεται, συγκινείται, αγωνιά και επαναστρατεύεται (ή και όχι, κάποτε) όπως ο Χριστός της Γεθσημανής.

Αυτός ο Χριστός διόλου τυχαία, σκιάζεται από τους άλλους δύο. Γιατί είναι ο πιο βαθύς, ο γνήσια ανθρώπινος. Η στράτευση, αναδεικνύεται ως η υψηλότερη μορφή όχι μόνο συλλογικής αλλά και ατομικής ύπαρξης. Ο ήρωας επιλέγει να γίνει ήρωας στρατευόμενος σε ένα ευρύτερο σχέδιο, που απαιτεί θυσία.

Οι (νεο)φιλελεύθεροι δικαιωματιστές θα αναφωνήσουν, ιδού ο πατερναλιστικός αυταρχισμός που περιορίζει τη ζωή και την ταυτότητα, νά τι κάνει η πατριαρχία. Προφανώς, στην εποχή της κοινωνικής διάσπασης του ατόμου, μέσα από τον άκρατο υποκειμενισμό και την εναλλαγή ταυτοτήτων κατά τρόπο τέτοιο, ώστε η ζωή να γλυκαίνει την υποταγή στην εξουσία, ζώντας στις χαραμάδες που η τελευταία παραχωρεί, η στράτευση φαντάζει μονόπλευρα καταπιεστική και η θυσία παράλογη. Το πρόβλημα είναι ότι, αν δεν βολεύεσαι σε χαραμάδες ανοχής, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αυτή είναι και η πηγή της τρομερής σχοινοβασίας: χωρίς υπαρξιακό δόσιμο σε κάτι ανώτερο ακόμα και από τον άνθρωπο ήρωα, δηλαδή από τον άνθρωπο στα καλύτερά του δεν υπάρχει ιστορική επιτάχυνση και επαναπροσανατολισμός. Ο ήρωας όμως συνήθως δεν ζει αρκετά, δεν γράφει αρκετά ώστε να ελέγξει οτιδήποτε μετά από την θυσία του, ακόμα και όταν υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους. Αντικειμενοποιείται ανερυθρίαστα. Ένας φίλος μου από την γενιά των αγωνιστών του Πολυτεχνείου μου το έχει περιγράψει ως “θυσία-τραγωδία-διαπραγμάτευση”.

Εν τέλει, αυτός ο υπαρξιακός Χριστός θα σταθεί μπροστά στον Πιλάτο έχοντας βρει το κουράγιο του μέσα από την απορρόφησή του από το ευρύτερο σχέδιο. Και θα περιγραφεί και πάλι από τον Χρόνη Μίσσιο, με τον αξεπέραστα λαϊκό και γνήσια βιωματικό του τρόπο: “Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν, να πούμε, σαν τους νομάρχες στις επιτροπές ασφαλείας που μας στέλνανε εξορία, απλώς γιατί δεν κάναμε ό,τι θέλαν αυτοί. Όταν λοιπόν πιάσανε το Χριστό και του τον πήγανε -πάντα οι κουφάλες την ίδια τακτική, να σε σπάσουνε, να τους πεις τι ωραίοι που είστε και τι καλά που τα κάνετε και ότι εγώ είμαι μαλάκας που θέλω να είμαι εγώ, κατάλαβες; Τα ίδια με την καθοδήγα μας. Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος, έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. Δεν λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; Κάνε μια δήλωση, βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα. Δεν λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστε; Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας. Και ο Χριστός τον κοίταγε με κείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του ‘λεγε: Άσε μας, ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι… Ο Πιλάτος το ‘πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδα του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου. Όλες οι ασφάλειες όλου του κόσμου, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν…”

/kosmodromio.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.