Οι νέες αλλαγές στα εργασιακά ενταγμένες στη λογική των αντιμεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου

Οι νέες αλλαγές στα εργασιακά ενταγμένες στη λογική των αντιμεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου

  • |

Άρθρο για το εργασιακό νομοσχέδιο από τον πρόεδρο της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Ι. Η ιστο­ρία ρύθ­μι­σης της ερ­γά­σι­μης ημέ­ρας όπως και του ύψους της ερ­γα­τι­κής αμοι­βής κρύ­βει μέσα τους μα­κραί­ω­νους αγώ­νες με­τα­ξύ των κα­τό­χων των μέσων πα­ρα­γω­γής και των ερ­γα­τών.

Χριστόφορος Σεβαστίδης*

Το αί­τη­μα για το 8ωρο, που γεν­νή­θη­κε για πρώτη φορά μετά τον Αμε­ρι­κα­νι­κό εμ­φύ­λιο πό­λε­μο, απαι­τή­θη­κε ανοι­χτά και μα­ζι­κά στην απερ­γία της Πρω­το­μα­γιάς του 1886, όταν οι εφη­με­ρί­δες της Νέας Υόρ­κης δή­λω­ναν ότι το κί­νη­μα ήταν ανα­τρι­χια­στι­κό και αχα­λί­νω­το και θα έφερ­νε μεί­ω­ση των μι­σθών, φτώ­χεια και κοι­νω­νι­κή υπο­βάθ­μι­ση ενώ θα έσπρω­χνε τους ερ­γά­τες σε αλη­τεία, χαρ­το­παι­ξία, βία και αλ­κο­ο­λι­σμό (Ρί­τσαρντ Μπό­γερ- Χέρ­μπερτ Μόρε, Η άγνω­στη ιστο­ρία του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος των ΗΠΑ, σελ. 145). Στα­δια­κά όλο και πε­ρισ­σό­τε­ροι ερ­γα­ζό­με­νοι, όλο και πε­ρισ­σό­τε­ροι κλά­δοι κα­τα­κτού­σαν στις ΗΠΑ το 8ωρο μέσα από τη συν­δι­κα­λι­στι­κή δράση, τους βί­αιους και αι­μα­τη­ρούς αγώ­νες, τους πρό­ω­ρους θα­νά­τους και τα ερ­γα­τι­κά ατυ­χή­μα­τα. Οι αγ­γλι­κοί ερ­γο­στα­σια­κοί νόμοι (Factory- Acts) του δεύ­τε­ρου μισού του 19ου αιώνα προ­δια­γρά­φουν ως μέση ημέρα της εβδο­μά­δας τις 10 ώρες και τις 8 ώρες για το Σάβ­βα­το. Το ανώ­τα­το όριο της ερ­γά­σι­μης ημέ­ρας συ­μπί­πτει σχε­δόν με τα όρια που επέ­βα­λε ήδη από το 1349 το Κα­τα­στα­τι­κό για τους Ερ­γά­τες του Εδουάρ­δου του Γ’. Πα­ρα­τη­ρεί­ται από τότε ότι η ερ­γά­σι­μη ημέρα ανέρ­χε­ται κα­θη­με­ρι­νά σε 24 ώρες αφού αφαι­ρε­θούν οι λίγες ώρες ανά­παυ­σης, χωρίς τις οποί­ες η ερ­γα­σια­κή δύ­να­μη απο­τυγ­χά­νει τε­λεί­ως να επι­τε­λέ­σει εκ νέου την υπη­ρε­σία της. Το 8ωρο επι­βλή­θη­κε ως χρό­νος ανα­γκαί­ος για μόρ­φω­ση, πνευ­μα­τι­κή ανά­πτυ­ξη, ψυ­χα­γω­γι­κή κοι­νω­νι­κή επαφή. Η υπε­ρερ­γα­σία με την πα­ρά­τα­ση της ερ­γά­σι­μης ημέ­ρας δια­πι­στώ­θη­κε ότι προ­κα­λεί την πρό­ω­ρη εξά­ντλη­ση και νέ­κρω­ση της ίδιας της ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης, κα­τά­στα­ση που δεν συ­νέ­φε­ρε ούτε τους ερ­γο­δό­τες. Οι τε­λευ­ταί­οι βρή­καν στην εντα­τι­κο­ποί­η­ση της ερ­γα­σί­ας και στην αυ­ξη­μέ­νη τα­χύ­τη­τα των μη­χα­νών έναν βο­λι­κό τρόπο να συ­μπυ­κνώ­σουν την ίδια ερ­γα­σία σε μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κό διά­στη­μα της ημέ­ρας εξοι­κο­νο­μώ­ντας ταυ­τό­χρο­να ένα μέρος των λει­τουρ­γι­κών τους δα­πα­νών.

Στο κα­τώ­φλι του 20ου αιώνα οι κοι­νω­νι­κοί αγώ­νες της ερ­γα­τι­κής τάξης οδή­γη­σαν τη Διε­θνή Ορ­γά­νω­ση Ερ­γα­σί­ας να υιο­θε­τή­σει στις 29 Οκτω­βρί­ου 1919 την υπ’ αριθ­μό 1 Διε­θνή Σύμ­βα­ση Ερ­γα­σί­ας που πε­ριο­ρί­ζει τις ώρες ερ­γα­σί­ας στις βιο­μη­χα­νι­κές επι­χει­ρή­σεις σε 8 ώρες ημε­ρη­σί­ως και σε 48 εβδο­μα­διαί­ως. Η Ελ­λά­δα κύ­ρω­σε τη Σύμ­βα­ση με το ν. 2269/1920. Στις δε­κα­ε­τί­ες που ακο­λού­θη­σαν οι ρυθ­μί­σεις επε­κτά­θη­καν σε όλους τους επαγ­γελ­μα­τι­κούς κλά­δους και το δι­καί­ω­μα των ερ­γα­ζο­μέ­νων στην ανά­παυ­ση και στον ελεύ­θε­ρο χρόνο απο­τυ­πώ­θη­κε σε διε­θνή κεί­με­να για τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα (Οι­κου­με­νι­κή δια­κή­ρυ­ξη για τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα του 1948, Χάρ­της των Θε­με­λιω­δών Κοι­νω­νι­κών Δι­καιω­μά­των του 1989, Ανα­θε­ω­ρη­μέ­νος Ευ­ρω­παϊ­κός Κοι­νω­νι­κός Χάρ­της).  Με την ΕΓΣΣΕ του 1975 κα­θιε­ρώ­θη­κε ως εβδο­μα­διαί­ος χρό­νος ερ­γα­σί­ας οι 40 ώρες που αντι­στοι­χού­σαν σε πεν­θή­με­ρη ερ­γα­σία ή σε 6 ώρες και 40 λεπτά σε εξα­ή­με­ρη εβδο­μα­διαία απα­σχό­λη­ση, με αυ­ξη­μέ­νη αμοι­βή για κάθε πα­ρα­πά­νω ώρα απα­σχό­λη­σης. Από τις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του 1990 ξε­κί­νη­σε μια αντί­στρο­φη πο­ρεία στα­δια­κής απορ­ρύθ­μι­σης όλων των προ­στα­τευ­τι­κών ρυθ­μί­σε­ων. Στην Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση η Οδη­γία 93/104/ΕΚ που τρο­πο­ποι­ή­θη­κε με την 2000/34/ΕΚ και με­τα­γε­νέ­στε­ρα με την Οδη­γία 2003/88/ΕΚ, κάτω από τις έντο­νες ερ­γο­δο­τι­κές πιέ­σεις για «ευ­ε­λι­ξία» και αυ­ξο­μεί­ω­ση των ωρών απα­σχό­λη­σης ανά­λο­γα με τις επι­χει­ρη­σια­κές ανά­γκες, απο­τε­λεί τη βάση δια­μόρ­φω­σης του χρό­νου ερ­γα­σί­ας.  Το άρθρο 3 της Οδη­γί­ας προ­βλέ­πει ελά­χι­στη διάρ­κεια της ημε­ρή­σιας ανά­παυ­σης τις 11 συ­να­πτές ώρες, ρύθ­μι­ση η οποία με αντί­στρο­φη ανά­γνω­ση επι­τρέ­πει τις 13 ώρες ημε­ρή­σιας ερ­γα­σί­ας. Το άρθρο 16 ει­σά­γει την έν­νοια της «πε­ριό­δου ανα­φο­ράς» με τέ­τοιον τρόπο ώστε η διάρ­κεια της εβδο­μα­διαί­ας ανά­παυ­σης (24ωρο) όπως και η ανώ­τα­τη εβδο­μα­διαία διάρ­κεια ερ­γα­σί­ας (48ωρο) να υπο­λο­γί­ζο­νται πλέον όχι σε στα­θε­ρή εβδο­μα­διαία βάση αλλά εντός μιας πε­ριό­δου 14 ημε­ρών για την πρώτη πε­ρί­πτω­ση και 4 μηνών για την δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση. Τέλος το άρθρο 17 απο­τε­λεί έναν μα­κρο­σκε­λέ­στα­το κα­τά­λο­γο πα­ρεκ­κλί­σε­ων από την όποια προ­στα­σία πα­ρέ­χει η Οδη­γία. Η πικρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της επι­στρο­φής σε ερ­γα­σια­κές συν­θή­κες προη­γού­με­νων αιώ­νων δεν μπο­ρεί να ωραιο­ποι­η­θεί με τις γε­νι­κό­λο­γες δια­κη­ρύ­ξεις και τα ευ­χο­λό­για του προ­οι­μί­ου της Οδη­γί­ας όπως και άλλων διε­θνών κει­μέ­νων περί βελ­τί­ω­σης των συν­θη­κών ερ­γα­σί­ας, θέ­σπι­σης ελά­χι­στων προ­δια­γρα­φών για την ορ­γά­νω­ση του χρό­νου ερ­γα­σί­ας, σε­βα­σμού της γε­νι­κής αρχής της προ­σαρ­μο­γής της ερ­γα­σί­ας στον άν­θρω­πο. Ο ανα­θε­ω­ρη­μέ­νος Ευ­ρω­παϊ­κός Κοι­νω­νι­κός Χάρ­της, που κυ­ρώ­θη­κε στην Ελ­λά­δα με το ν. 4359/2016, συν­δέ­ει με πε­ρισ­σό­τε­ρη ει­λι­κρί­νεια την υπο­χρέ­ω­ση υιο­θέ­τη­σης λο­γι­κής διάρ­κειας της ημε­ρή­σιας και εβδο­μα­διαί­ας απα­σχό­λη­σης με την αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας, δη­λα­δή την αύ­ξη­ση του πο­σο­στού κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων.  Στο ελ­λη­νι­κό ερ­γα­τι­κό δί­καιο η υπε­ρερ­γα­σία (41η -45η ώρα ερ­γα­σί­ας στο πεν­θή­με­ρο και 41η – 48η ώρα ερ­γα­σί­ας στο εξα­ή­με­ρο) όπως και η υπε­ρω­ρία (πέραν της 9ης ώρας ημε­ρη­σί­ως στο πεν­θή­με­ρο και της 8ης ώρας στο εξα­ή­με­ρο) αμεί­βο­νται με επι­πρό­σθε­τη αμοι­βή. Η τάση της διαρ­κούς αύ­ξη­σης του επι­χει­ρη­μα­τι­κού κέρ­δους με συ­μπί­ε­ση του μι­σθο­λο­γι­κού κό­στους οδή­γη­σε στη θε­σμο­θέ­τη­ση της λε­γό­με­νης «διευ­θέ­τη­σης του χρό­νου ερ­γα­σί­ας», δη­λα­δή στη συ­νο­λι­κή απο­τί­μη­ση της ερ­γα­σί­ας σε ευ­ρύ­τε­ρες (της εβδο­μά­δας) χρο­νι­κές πε­ριό­δους χωρίς την κα­τα­βο­λή της επι­πρό­σθε­της αμοι­βής στους ερ­γα­ζο­μέ­νους για την πραγ­μα­το­ποί­η­ση υπε­ρερ­γα­σί­ας και υπε­ρω­ρί­ας.  Οι ρυθ­μί­σεις αυτές της πα­ρα­πά­νω ανα­φε­ρό­με­νης Ευ­ρω­παϊ­κής Οδη­γί­ας, που εξα­σφα­λί­ζουν «ευ­ε­λι­ξία» και με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό κέρ­δους στις επι­χει­ρή­σεις αυ­ξά­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να μέχρι τα ακραία όρια τον ημε­ρή­σιο χρόνο απα­σχό­λη­σης των ερ­γα­ζο­μέ­νων, ει­σή­χθη­σαν στο ελ­λη­νι­κό δί­καιο με το άρθρο 42 του ν. 3986/2011.  Τότε ο νο­μο­θέ­της στην πα­ρά­γρα­φο 7 του άρ­θρου 42 θε­ω­ρού­σε ως ελά­χι­στο όρο δια­σφά­λι­σης των συμ­φε­ρό­ντων των ερ­γα­ζο­μέ­νων την προη­γού­με­νη επι­χει­ρη­σια­κή συλ­λο­γι­κή συμ­φω­νία με­τα­ξύ ερ­γο­δό­τη και εκ­προ­σώ­πων των ερ­γα­ζο­μέ­νων. (βλ ανα­λυ­τι­κά σε Ι. Σκαν­δά­λη, Χρό­νος ερ­γα­σί­ας, σελ. 148 επ).

Το προ­τει­νό­με­νο Σχέ­διο Νόμου προ­χω­ρά­ει με­ρι­κά βή­μα­τα πα­ρα­πέ­ρα. Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη αντι­με­ταρ­ρύθ­μι­ση πραγ­μα­τώ­νε­ται στις δια­τά­ξεις που προ­βλέ­πουν την αύ­ξη­ση της ημε­ρή­σιας ερ­γα­σί­ας στις 10 ώρες χωρίς επι­πλέ­ον αμοι­βή για την υπε­ρω­ρια­κή απα­σχό­λη­ση και χωρίς προη­γού­με­νη συλ­λο­γι­κή συμ­φω­νία. Ο ερ­γα­ζό­με­νος σε μια εποχή αυ­ξη­μέ­νης ανερ­γί­ας, οι­κο­νο­μι­κής ανα­σφά­λειας και εκ­βια­στι­κών δι­λημ­μά­των για την δια­τή­ρη­ση της θέσης ερ­γα­σί­ας του, κα­λεί­ται να προ­τεί­νει ο ίδιος στον ερ­γο­δό­τη του την επι­πλέ­ον απα­σχό­λη­σή του χωρίς επι­πρό­σθε­τη αμοι­βή. Να συ­ναι­νέ­σει εθε­λο­ντι­κά και με δική του πρω­το­βου­λία στην απο­στέ­ρη­ση του ελά­χι­στου χρό­νου για ξε­κού­ρα­ση, μόρ­φω­ση, οι­κο­γε­νεια­κές και κοι­νω­νι­κές επα­φές, «να ζη­τή­σει την συμ­φι­λί­ω­ση της προ­σω­πι­κής με την επαγ­γελ­μα­τι­κή του ζωή». Του «δί­νε­ται η δυ­να­τό­τη­τα», σύμ­φω­να με τις αρχές του νο­μο­σχε­δί­ου που πα­ρου­σί­α­σε το Υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας, να φθεί­ρει τη σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή υγεία του, να με­τα­βλη­θεί σε ζω­ντα­νό εξάρ­τη­μα της επι­χεί­ρη­σης. Ακόμα κι’ αν υπήρ­χε το ιδα­νι­κό για τις επι­χει­ρή­σεις πρό­τυ­πο τέ­τοιου ερ­γα­ζο­μέ­νου, το κοι­νω­νι­κά ου­δέ­τε­ρο Κρά­τος που εν­δια­φέ­ρε­ται να έχει πο­λί­τες υπεύ­θυ­νους, σω­μα­τι­κά και ψυ­χι­κά υγιείς, θα όφει­λε να μην επι­τρέ­ψει τον εξαν­δρα­πο­δι­σμό τους. Η ανέ­ξο­δη για τις επι­χει­ρή­σεις με­τα­φο­ρά των υπε­ρω­ριών σε άλλη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο γί­νε­ται απο­κλει­στι­κά και μόνο προς όφε­λος των ίδιων των επι­χει­ρή­σε­ων ικα­νο­ποιώ­ντας το πάγιο αί­τη­μά τους για ευ­ε­λι­ξία στη δια­μόρ­φω­ση του χρό­νου ερ­γα­σί­ας. Σε πε­ριό­δους «νε­κρές» ή υπο­το­νι­κές για την πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα μιας επι­χεί­ρη­σης, θα απέ­φε­ρε επι­πλέ­ον κέρ­δος το μειω­μέ­νο ωρά­ριο διότι με τον τρόπο αυτό θα μειώ­νο­νταν και τα λει­τουρ­γι­κά έξοδα του ερ­γο­δό­τη. Η υπε­ρέ­ντα­ση του αν­θρώ­πι­νου ορ­γα­νι­σμού για με­γά­λα χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα προ­κα­λεί μό­νι­μη και ανυ­πο­λό­γι­στη φθορά στην σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή υγεία, που δεν απο­κα­θί­στα­ται με τον συμ­ψη­φι­σμό των μειω­μέ­νων ωρών απα­σχό­λη­σης σε άλλη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο.  Απο­κρύ­πτε­ται επί­σης η δυ­να­τό­τη­τα που έχει ο ερ­γο­δό­της να απο­λύ­σει τον ερ­γα­ζό­με­νο μετά το πέρας της πε­ριό­δου αυ­ξη­μέ­νης απα­σχό­λη­σης, έχο­ντας εξοι­κο­νο­μή­σει τις επι­πλέ­ον ώρες απα­σχό­λη­σης χωρίς την πρό­σθε­τη αμοι­βή.

Στην πα­ρου­σί­α­ση του νο­μο­σχε­δί­ου το Υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας θε­ω­ρεί ως μέτρο που απα­ντά στα σύγ­χρο­να προ­βλή­μα­τα την αύ­ξη­ση του επι­τρε­πό­με­νου ορίου των υπε­ρω­ριών στις 150 ώρες το χρόνο σε βιο­μη­χα­νία και λοι­πούς κλά­δους αί­ρο­ντας με τον τρόπο αυτό την διά­κρι­ση των 120 ωρών κατ’ έτος στις μη βιο­μη­χα­νι­κές επι­χει­ρή­σεις και στις 48 ώρες το εξά­μη­νο στη βιο­μη­χα­νία. Η εξί­σω­ση των υπε­ρω­ριών στους δύο δια­φο­ρε­τι­κούς κλά­δους όχι μόνο δεν οδη­γεί στο αριθ­μη­τι­κό όριο της χα­μη­λό­τε­ρης επι­βά­ρυν­σης για τον ερ­γα­ζό­με­νο αλλά ούτε καν στο υψη­λό­τε­ρο. Δη­μιουρ­γεί­ται ένα νέο όριο 25% πιο αυ­ξη­μέ­νο από τον ανώ­τα­το αριθ­μό υπε­ρω­ριών και 50% πε­ρί­που από τον κα­τώ­τα­το, προ­κει­μέ­νου οι επι­χει­ρή­σεις να μην υπο­χρε­ώ­νο­νται σε πρό­σλη­ψη επι­πλέ­ον προ­σω­πι­κού, που οδη­γεί σε αύ­ξη­ση του κό­στους και μεί­ω­ση των κερ­δών αλλά να στη­ρί­ζο­νται στον με­γα­λύ­τε­ρο βαθμό έντα­σης της ερ­γα­σί­ας των ήδη απα­σχο­λου­μέ­νων.

Διευ­ρύ­νε­ται τέλος το κα­θε­στώς της 7ή­με­ρης λει­τουρ­γί­ας σε διά­φο­ρους κλά­δους της βιο­μη­χα­νί­ας (φάρ­μα­κα, εφο­δια­στι­κή αλυ­σί­δα κ.α.) διότι «η απα­γό­ρευ­ση λει­τουρ­γί­ας τις Κυ­ρια­κές εμπο­δί­ζει τη δη­μιουρ­γία νέων θέ­σε­ων ερ­γα­σί­ας». Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η κα­τάρ­γη­ση της Κυ­ρια­κά­τι­κης αρ­γί­ας ωφε­λεί και πάλι τις επι­χει­ρή­σεις οι οποί­ες έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα να κά­νουν χρήση των αυ­ξη­μέ­νων υπε­ρω­ριών με τις οποί­ες θα επι­βα­ρύ­νουν τους ερ­γα­ζό­με­νους και να με­γι­στο­ποι­ή­σουν τα έσοδά τους. Για τον λόγο αυτό αυ­ξά­νο­νται οι υπε­ρω­ρί­ες στις 150 ώρες τον χρόνο. Αντί­θε­τα η κυ­ρια­κά­τι­κη ερ­γα­σία στις βιο­μη­χα­νί­ες δεν συν­δέ­ε­ται με καμία νο­μι­κή υπο­χρέ­ω­ση των ερ­γο­δο­τών να αυ­ξή­σουν ανά­λο­γα τις θέ­σεις ερ­γα­σί­ας.

ΙΙ. Με το νέο νο­μο­σχέ­διο το Υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας ισχυ­ρί­ζε­ται ότι και­νο­το­μεί με την ει­σα­γω­γή της «ψη­φια­κής κάρ­τας ερ­γα­σί­ας» η οποία θα συν­δέ­ε­ται με το σύ­στη­μα ΕΡ­ΓΑ­ΝΗ ΙΙ και θα κα­τα­γρά­φει σε πραγ­μα­τι­κό χρόνο την απα­σχό­λη­ση του ερ­γα­ζο­μέ­νου. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πρό­κει­ται για συμ­μόρ­φω­ση με την από­φα­ση CCOO του Δι­κα­στη­ρί­ου της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης (ΕΕργΔ 2019, σελ. 705 επ) με την οποία έχουν ήδη εναρ­μο­νι­στεί πολ­λές ευ­ρω­παϊ­κές Χώρες. Προ­βλη­μα­τι­σμούς ωστό­σο προ­κα­λεί η επε­ξερ­γα­σία με­γά­λου αριθ­μού προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων που αφο­ρούν όχι μόνο την πα­ρου­σία αλλά και τις συ­νή­θειες των ερ­γα­ζο­μέ­νων τα οποία είναι προ­σβά­σι­μα στις αρ­μό­διες αρχές. Πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ήδη (Μ. Γιαν­να­κού­ρου, ΕΕργΔ 2019, 689 επ (697) ότι «η δυ­να­τό­τη­τα του ερ­γο­δό­τη να κα­τα­γρά­φει ανα­λυ­τι­κά και συ­στη­μα­τι­κά τόσο την πα­ρου­σία όσο και τις απου­σί­ες καθώς και τα δια­λείμ­μα­τα των ερ­γα­ζο­μέ­νων του, πχ για κά­πνι­σμα, του δίνει εξου­σί­ες ελέγ­χου και επι­τή­ρη­σης της συ­μπε­ρι­φο­ράς του ερ­γα­ζο­μέ­νου, που δύ­να­νται αφε­νός να θέ­σουν σε κίν­δυ­νο την προ­σω­πι­κό­τη­τά του, αφε­τέ­ρου να διευ­κο­λύ­νουν την στοι­χειο­θέ­τη­ση λόγων από­λυ­σής του».

ΙΙΙ. Το Υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας πα­ρου­σιά­ζο­ντας τη φι­λο­σο­φία του νέου νο­μο­σχε­δί­ου δια­πι­στώ­νει ότι «δεν υπάρ­χουν ερ­γα­ζό­με­νοι χωρίς επι­χει­ρή­σεις ούτε και επι­χει­ρή­σεις με ερ­γα­ζό­με­νους στα κε­ρα­μί­δια». Για το λόγο αυτό ίσως επι­χει­ρεί­ται να απο­δυ­να­μω­θεί ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο το μο­να­δι­κό μέσο δια­μαρ­τυ­ρί­ας των ερ­γα­ζο­μέ­νων, η απερ­γία: για να δια­σφα­λι­στεί όσο το δυ­να­τό με με­γα­λύ­τε­ρη πι­θα­νό­τη­τα η συ­ναί­νε­ση και ο συμ­βι­βα­σμός των ερ­γα­ζο­μέ­νων σε ρυθ­μί­σεις που αυ­ξά­νουν τον χρόνο απα­σχό­λη­σης πέρα από τα όρια της αν­θρώ­πι­νης αντο­χής και για να καμ­φθεί κάθε εί­δους αντί­δρα­ση και δια­μαρ­τυ­ρία στην ομαλή και απρό­σκο­πτη λει­τουρ­γία των επι­χει­ρή­σε­ων. Σε ένα ήδη απο­νευ­ρω­μέ­νο συ­νταγ­μα­τι­κό δι­καί­ω­μα, που του άφη­σαν το πε­ρί­βλη­μα και του στέ­ρη­σαν την ουσία, σε ένα δι­καί­ω­μα που οι δε­κά­δες συ­νταγ­μα­τι­κοί και αντι­συ­νταγ­μα­τι­κοί νο­μο­θε­τι­κοί πε­ριο­ρι­σμοί το οδη­γούν στην πα­ρα­νο­μία και στην κα­τα­χρη­στι­κό­τη­τα κατά 90%, προ­στί­θε­ται άλλος ένας: Ο ορι­σμός του προ­σω­πι­κού ασφα­λεί­ας στις ΔΕΚΟ σε πο­σο­στό 33% των πα­ρε­χό­με­νων υπη­ρε­σιών. Το Υπουρ­γείο μά­λι­στα δίνει και ένα πα­ρά­δειγ­μα: ότι κατά τις ημέ­ρες της απερ­γί­ας θα πρέ­πει να κυ­κλο­φο­ρεί το 1/3 των συρ­μών στο ΜΕΤΡΟ. Πέρα από την κοινή δια­πί­στω­ση ότι ο κοι­νω­νι­κός αυ­το­μα­τι­σμός και η επί­κλη­ση της γε­νι­κής δυ­σα­ρέ­σκειας -με την ου­σια­στι­κή συμ­βο­λή των ΜΜΕ- λει­τούρ­γη­σε αρ­κε­τά απο­τε­λε­σμα­τι­κά ως μέ­θο­δος κα­τα­συ­κο­φά­ντη­σης των απερ­γιών, ιδίως στις ΔΕΚΟ και στον δη­μό­σιο τομέα, πα­ρα­τη­ρού­με στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση να ει­σά­γε­ται μία εντε­λώς εσφαλ­μέ­νη αντί­λη­ψη της έν­νοιας και του σκο­πού του «προ­σω­πι­κού ασφα­λεί­ας». Ση­μειώ­νε­ται ότι στις πε­ρισ­σό­τε­ρες χώρες δεν υπάρ­χει ρητή νο­μο­θε­τι­κή πρό­βλε­ψη για διά­θε­ση προ­σω­πι­κού ασφα­λεί­ας αλλά θε­ω­ρεί­ται υπο­χρέ­ω­ση σύμ­φυ­τη με την κα­λό­πι­στη άσκη­ση του δι­καιώ­μα­τος απερ­γί­ας. Τα κα­θή­κο­ντα του προ­σω­πι­κού ασφα­λεί­ας έχουν άμεση σχέση με την ασφά­λεια των εγκα­τα­στά­σε­ων της επι­χεί­ρη­σης και την πρό­λη­ψη κα­τα­στρο­φών και ατυ­χη­μά­των. Δεν επι­τρέ­πε­ται συ­νε­πώς στον ερ­γο­δό­τη να ανα­θέ­σει επι­πλέ­ον κα­θή­κο­ντα στους ερ­γα­ζό­με­νους, ούτε να αξιο­ποι­η­θεί το προ­σω­πι­κό ασφα­λεί­ας ως θε­σμο­θε­τη­μέ­νος απερ­γο­σπα­στι­κός μη­χα­νι­σμός ώστε να απο­δυ­να­μω­θεί η πίεση που ασκεί­ται με την απερ­γία. Η πα­ρο­χή ενός επι­πέ­δου λει­τουρ­γί­ας μιας επι­χεί­ρη­σης σε πο­σο­στό 33% δεν συν­δέ­ε­ται με τους πα­ρα­πά­νω σκο­πούς αλλά απο­τυ­πώ­νει έναν αυ­θαί­ρε­το και αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό νο­μο­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό του «ανε­κτού πο­σο­στού απερ­γί­ας» για το Κρά­τος, απο­κα­λύ­πτο­ντας ταυ­τό­χρο­να την πρό­θε­ση μεί­ω­σης της απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας του ερ­γα­τι­κού αγώνα.

Στην αλ­λη­λου­χία των νο­μο­θε­τι­κών πα­ρεμ­βά­σε­ων σε ευ­ρω­παϊ­κό και ελ­λη­νι­κό επί­πε­δο, που ξε­κί­νη­σαν από τις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του 1990, το προ­τει­νό­με­νο Σχέ­διο Νόμου δεν απο­τε­λεί έκ­πλη­ξη. Αδί­κως επι­κρί­νο­νται οι εθνι­κές κυ­βερ­νή­σεις και η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση για κακή νο­μο­θέ­τη­ση. Δεν βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε λαν­θα­σμέ­νη με­τα­φο­ρά ενω­σια­κού δι­καί­ου ή κα­κό­τε­χνη δια­τύ­πω­ση αλλά σε μια συ­νει­δη­τή επι­λο­γή. Ολο­έ­να και με­γα­λύ­τε­ρη απο­μεί­ω­ση ερ­γα­σια­κών δι­καιω­μά­των με κα­τάρ­γη­ση προ­στα­τευ­τι­κών νο­μο­θε­τι­κών ρυθ­μί­σε­ων και θέ­σπι­ση πε­ριο­ρι­σμών που ακυ­ρώ­νουν συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις προς όφε­λος της ευ­ε­λι­ξί­ας και της με­γα­λύ­τε­ρης κερ­δο­φο­ρί­ας των επι­χει­ρή­σε­ων. Γί­νε­ται εύ­κο­λα αντι­λη­πτό ότι η πε­ρί­ο­δος των ισορ­ρο­πιών και των συμ­βι­βα­σμών στο χώρο της ερ­γα­σί­ας έχει πα­ρέλ­θει και ότι δεν είναι εφι­κτή η ταυ­τό­χρο­νη ικα­νο­ποί­η­ση των συ­γκρουό­με­νων συμ­φε­ρό­ντων των κοι­νω­νι­κών αντι­πά­λων. Τα εθνι­κά Κοι­νο­βού­λια και οι Κυ­βερ­νή­σεις έκα­ναν την επι­λο­γή τους.

*Δ.Ν. – Εφέ­της, Πρό­ε­δρος της Ένω­σης Δι­κα­στών και Ει­σαγ­γε­λέ­ων

rproject.gr