Για τα παρκάκια [πάλι] της Αθήνας

Για τα παρκάκια [πάλι] της Αθήνας

  • |

Ευγενικός ήταν ο ένας εκ των υπαλλήλων του Δήμου Αθηναίων, που κούρευαν το γκαζόν [τη χλόη!] στο παρκάκι απέναντι από το πρακτορείο λεωφορείων στις Τρεις Γέφυρες [Κάτω Πατήσια]. Η γυναίκα ήταν τόσο ξινισμένη, λες και της είχαμε κλέψει τα αρώματά της [ή τις κούκλες της ή το φαγητό της, ξέρω γω…].

Γιώργος Σταματόπουλος

Μας είπε τέλος πάντων ο άντρας, όταν τον ρωτήσαμε γιατί έχουν αφαιρεθεί τα πέντε παγκάκια που υπήρχαν εκεί και ξεκουραζόταν ο κόσμος, ότι τα αφαίρεσαν κατόπιν παραπόνων από τους γείτονες – ότι μαζεύονταν εκεί νεαροί, έπιναν μπίρες και έκαναν φασαρία, τέτοια ώστε δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Ποιοι γείτονες; Αριστερά είναι δημοτικό σχολείο, απέναντι το πρακτορείο, πίσω κενό και μόνο δεξιά είναι ένα διώροφο κτίριο. «Δηλαδή –τολμώ να πω– ένας ιδιότροπος, παλαβωμένος ίσως γείτονας ρυθμίζει την πολιτική του δήμου για τα παγκάκια και για τα μικρά πάρκα γενικότερα»; Με κοιτάζει σαστισμένος. «Τι να σου πω, ρε φίλε, ό,τι μας λένε κάνουμε. Πάρε τηλέφωνο στον δήμο, εάν θέλεις να βρεις άκρη»…

Πού να βρεις άκρη – και τι να την κάνεις, τι τη θέλεις; Είχα πριν από καιρό γράψει γι’ αυτό το παρκάκι – μη φαντάζεστε τίποτα σημαντικό, ένα οικοπεδάκι πέντε επί δέκα είναι με καμιά δεκαπενταριά δέντρα, τα οποία όμως προσφέρουν τη σκιά τους. Είχε τότε αντιδράσει ο υπεύθυνος επί του Πρασίνου του Δήμου Αθηναίων, αλλά δεν έδωσε και καμιά σημασία – απλώς εθίγη και αυτός ότι τάχα μου τον κατηγορούσα ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Και βεβαίως δεν την έκανε καλά τη δουλειά του, συνεχίζει δε να παίζει το ίδιο βιολί της πλημμελούς εργασίας. Αδιαφορούν προκλητικά για τις ανάσες των φτωχών, διότι μόνο φτωχοί και ταξιδιώτες έβρισκαν εκεί λίγες στιγμές ανάπαυλας. Εκτός από τον καπιταλισμό υπάρχει και ο μαζοχισμός εκείνων που βρίσκονται στην εξουσία – μας θέλουν εξαντλημένους και ανήμπορους να αντιδράσουμε εμάς τους φτωχούς και «ανάξιους» να πιούμε το ποτό μας σε ένα καφέ της προκοπής.

Εχει ενδιαφέρον ότι οι υπάλληλοι απλώς εκτελούν εντολές, αρνούνται ή φοβούνται να εκφράσουν τη γνώμη τους. Το λέω αυτό διότι και οι δύο υπάλληλοι του δήμου [παραδόξως και η ξινή γυναίκα] είχαν την ίδια απορία με τη δική μου, αλλά «πού να τρέχεις τώρα, αφού άλλοι αποφασίζουν»; Ελα, ντε. Εχουμε άπαντες καταστεί υπάλληλοι, χωρίς να μπορούμε να πούμε τι δέον γενέσθαι, ακόμη κι εκείνοι που κοκορευόμαστε ότι αντιστεκόμαστε στην υποταγή και την ομοιομορφία· εμείς, οι υπέρμαχοι δήθεν της ελευθερίας και της αισθητικής, της κοινωνικής δικαιοσύνης και πολλών άλλων υπολοίπων δικαιωμάτων. Δεν πρέπει να αγανακτεί κανείς τόσο πολύ, πρέπει όμως να μοιράζεται την οργή του και την απογοήτευσή του με άλλους ανθρώπους, που και αυτοί διακατέχονται από τα ίδια συναισθήματα.

Προφανώς δεν υπάρχουν πλέον οι κοινότητες – ποιες κοινότητες, γειτονιές δεν υπάρχουν, επικοινωνία δεν υφίσταται, αγάπη για το περιβάλλον απουσιάζει. Το θέμα με τα μικρά πάρκα φαίνεται ίσως ασήμαντο, αλλά για μερικούς είναι πολύ σημαντικό – δεν θα γίνει βέβαια ποτέ θέμα στα τηλεοπτικά δελτία ή σε κάποια εκπομπή υπέρ του ανθρώπου [και μάλιστα του φτωχού].

w.efsyn.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.