Ντουγρού στη Συγγρού

Ντουγρού στη Συγγρού

  • |

Χαράχθηκε σχεδόν στην ίδια θέση της αρχαίας οδού που συνέδεε την Αθήνα με το λιμάνι του Φαλήρου. Γνωστά αυτά από… πρώτη ματιά. Η Τρίτη Ματιά πρέπει να τα λέει κάπως διαφορετικά. Είναι μια, ας την πούμε, πιο λοξή ματιά. Λοξοκοιτάει.

Η Συγγρού είναι ένας δρόμος, μια μεγάλη, μακριά, φαρδιά και ευθεία λεωφόρος που θαυμάζω από παιδί. Ετσι όπως την έβλεπα, φαντασμαγορική, να λάμπει από ψηλά στο βάθος, καθώς έστριβε την Αμαλίας το λεωφορείο για τα Φάληρα τις Κυριακές. Ηταν μια πρόκληση και μια υπόσχεση η Συγγρού για μας τους πιτσιρικάδες της ξυπολησιάς του καλοκαιριού και της σκαρφαλαρίας στα τραμ· αλλιώτικα τραμ τότε.

Πέτρος Μανταίος

Πολλά χρόνια μετά είδα ότι, όπως έβλεπα τη Συγγρού τότε, δεκαετία του ’50 –πρόκληση και υπόσχεση–, κάπως έτσι την έβλεπε δυο δεκαετίες πρωτύτερα ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο και ανάδοχος της, κυρίως λογοτεχνικής, αλλά με πολλά συμφραζόμενα «Γενιάς του ’30», στο θεωρούμενο «μανιφέστο» αυτής της γενιάς, το «Ελληνικό πνεύμα» (1929), ένα είδος ανοίγματος της ελληνικής κοινωνίας, ιδίως της νεολαίας, στο μοντερνισμό και την καινοτομία.

Σημειώνει σχετικά και μεταφορικά ο Θεοτοκάς: «Η λεωφόρος Συγγρού κυλά μέρα και νύχτα προς την αχτή του Φαλήρου τους νεογέννητους και ανέκφραστους ακόμα ρυθμούς ενός δυνατού λυρισμού που γυρεύει δυνατούς ποιητές. Μια αισθητική μορφώνεται αυθόρμητα μέσ’ στον αέρα που αναπνέουμε. Αυτός ο “πεζός και υλιστικός” αιώνας κρύβει μέσ’ στην ανεξερεύνητη ψυχή του πολύ περισσότερη ποίηση από ό,τι νομίζουν οι δάσκαλοί μας. Αλλά πρέπει κάποιος να λάβει τον κόπο να την ανακαλύψει. Είναι η ώρα κατάλληλη για τολμηρούς σκαπανείς».

Και επεξηγεί, πολύ αργότερα («Το Βήμα», 24.11.2008), η αρχιτεκτόνισσα Φωτεινή Μαργαρίτη: «Με το “τέχνασμα” της λεωφόρου Συγγρού, η γενιά του 1930, όπως αποκάλεσε τη γενιά του ο Γ. Θεοτοκάς, αποπειράται να εισαγάγει τον μοντερνισμό στον ελληνικό χώρο των ιδεών. H ρήξη αφενός με τον νεοκλασικισμό και τον “γερμανισμό” και αφετέρου η αναζήτηση μιας αυτόχθονης παράδοσης σε διάλογο με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή παράδοση είναι οι δυο πόλοι ανάμεσα στους οποίους εκκολάπτεται το άνοιγμα στον μοντέρνο κόσμο».

Μέρες τώρα, κοντά ενάμιση μήνα, που κατηφορίζω με το λεωφορείο για τη θάλασσα, βλέπω και ξαναβλέπω τη Συγγρού, από τη μία κι από την άλλη μεριά, και παρατηρώ, πρώτα μια αρχιτεκτονική πολυμορφία που όμοιά της δεν έχει άλλος δρόμος της Αθήνας και, μετά, τόσες και τέτοιες χρήσεις και λειτουργίες κτιρίων, που αποτυπώνουν όλο το εύρος της σημερινής οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής και πολιτιστικής παρουσίας της Αθήνας και, γενικότερα, της Ελλάδας.

Ο δρόμος ξεκινάει με έναν αρχαίο ναό, του Ολύμπιου Δία, που άρχισε να φτιάχνεται από τον Πεισίστρατο και ολοκληρώθηκε από τον Ρωμαίο Αδριανό· κάπου οκτώ αιώνες δηλαδή. Ομοίως και η Συγγρού, ξεκίνησε με τον τρικουπικό εκσυγχρονισμού, οι εργασίες άρχισαν μετά θάνατον Τρικούπη και ολοκληρώθηκαν προς το τέλος της τελευταίας τετραετίας Βενιζέλου (της καλύτερής του πιστεύω), τότε που ο Θεοτοκάς έγραφε το «Ελληνικό πνεύμα». Στην Ελλάδα ζούμε. Ουδόλως παραξενεύουν κάποιες καθυστερήσεις, από αρχαιοτάτων χρόνων. Οι τωρινοί «λαδώνουν»… δι’ εμβολίων και τους νέους. Αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του Θεοτοκά.

Τον τίτλο μου ενέπνευσε ο γνωστός «Μανώλης Τραμπαρίφας» των Σουγιούλ – Σακελλάριου: «Φουλαριστός τράβα ντουγρού/ στη λεωφόρο του Συγγρού», τότε που υπήρχανε (μύθος, για τους πολλούς, αλλά τέλος πάντων) τα τάλιρα, πάντως κάποιοι οργώνανε τα Φάληρα· τότε και τώρα.

.efsyn.gr