Από την παρακμή του αστισμού στη διοίκηση των κοινών

Από την παρακμή του αστισμού στη διοίκηση των κοινών

  • |

Ο ελληνικός αστισμός, ως ιδεολογική στάση αλλά και πρόταση για το ρυθμιστικό πλαίσιο αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, δεν αποδέχτηκε ποτέ τις ριζικές αλλαγές που υποσχέθηκε η μεταπολίτευση σε ό,τι αφορά τη θεσμική θέση και τον ρόλο της Αριστεράς και του κινήματος των λαϊκών τάξεων.

Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν*

Την εγκαθίδρυση δηλαδή ενός καθεστώτος, όπου η προστασία του κόσμου της εργασίας, η κυριαρχία των συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, το κοινωνικό κράτος για όλους, ο πλουραλισμός της πολιτικής εκπροσώπησης της κοινωνίας, θα ανέτρεπαν τα κύρια χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού συστήματος, οδηγώντας την Ελλάδα στο σημείο όπου βρέθηκαν την επομένη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Η ιστορία της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας από το 1974 ώς τώρα είναι αυτή των διαδοχικών ανατροπών της προσπάθειας υλοποίησης αυτών των υποσχέσεων, αλλά συγχρόνως των διαδοχικών αποτυχιών των σχεδίων ανασυγκρότησης της μορφής της αστικής κυριαρχίας.

Η «εκσυγχρονιστική» έμπνευση από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, για τη συμμαχία του αστισμού με τις ισχυρές συνδικαλιστικές ηγεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα και την εξαγορά τους, επέτρεψε την υλοποίηση μιας νεοφιλελεύθερης στρατηγικής που ενσωμάτωσε τις πελατειακές μεθόδους του μεταπολεμικού καθεστώτος. Αλλά οδήγησε ταχύτατα στην αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού, στην άκαιρη άνθηση του τραπεζικού τομέα και στην απώλεια ελέγχου από την πολιτική ηγεσία μιας οικονομίας που οδηγήθηκε στην κρίση του 2009.

Η κατάρρευση της οικονομίας και των θεσμών προστασίας της εργασίας και της κοινωνίας λόγω των μνημονίων θεωρήθηκε σωτήρια από τον ελληνικό αστισμό, ως υποτιθέμενη ανασυγκρότηση της οικονομίας και εκτεταμένη μεταρρύθμιση των διαδικασιών διαχείρισής της.

Η έλλειψη οποιασδήποτε αντίρρησης και πόσο μάλλον εναλλακτικής πρότασης από το κεφάλαιο και την άρχουσα τάξη ευρύτερα, κυριάρχησε τη στιγμή που το κόστος για την παραγωγή και την κοινωνία ήταν πρωτοφανές με διεθνή κριτήρια και συγκρίσιμο στην Ελλάδα μόνο με ό,τι συνέβη κατά τον παγκόσμιο πόλεμο. Αυτή η στάση δείχνει με σαφή και δραματικό τρόπο ότι ο ελληνικός αστισμός έχει πλέον αποποιηθεί κάθε ιδέα όχι μόνο «ανασυγκρότησης», αλλά και απλά «συγκρότησης», παραμένοντας το άθροισμα μεμονωμένων ιδιωτικών συμφερόντων, που χειροκροτούν κάθε μέσο ή μέτρο με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας και των ιδιαίτερων προνομίων τους, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος για την οικονομία και την κοινωνία.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι συνεχιστής αυτής της πορείας παρακμής του ελληνικού αστισμού βρίσκοντας και αναζητώντας πηγές κερδοφορίας προς χρηματοδότηση και αγνοώντας τις ανάγκες μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και φορέων οικονομικής δραστηριότητας, των μισθωτών, αλλά και των μικρών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και ειδικότερα των αγροτών.

Η αναζωογόνηση του πελατειακού κράτους, η αναμονή των «αναπτυξιακών» επιδράσεων της χρηματοδότησης μεμονωμένων επιχειρήσεων μέσω της «αγοράς», η άγνοια των ζητημάτων της χρηματοδότησης της οικονομίας από τις τράπεζες και της ανεπάρκειας πόρων, ακόμα και μετά το ευρωπαϊκό πρόγραμμα, αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά ενός αποσπασματικού νεοφιλελεύθερου προγράμματος που δεν έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε οποιαδήποτε «ανασυγκρότηση».

Επειτα από αυτή την πορεία του ελληνικού αστισμού, το ζητούμενο παραμένει η μορφή που θα πάρει η αναγνώριση της πολιτικής και θεσμικής δυνατότητας του κόσμου της εργασίας, με την ευρύτερη έννοια, να ορίσει τις ανάγκες του και να τις ικανοποιήσει, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το βιωτικό του επίπεδο, την κοινωνική ασφάλιση και τις κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και τις συνθήκες της ζωής του στο φυσικό περιβάλλον, απέναντι στις ογκούμενες περιβαλλοντικές και υγειονομικές απειλές.

Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους η δυνατότητα κάλυψης αυτών των αναγκών δεν μπορεί να πάρει τη μορφή των φορντικών μεταπολεμικών θεσμών. Πρώτον, η στάση του κεφαλαίου απέναντι στον κόσμο της εργασίας δεν αφορά με κανέναν τρόπο τη σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου. Δεύτερον, ο κόσμος της εργασίας δεν είναι πλέον μια εργατική τάξη συγκεντρωμένη σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες που επιδιώκει να καταλάβει σε αυτό το επίπεδο κυρίως την εξουσία ή να ασκήσει έναν αποφασιστικό έλεγχο. Τρίτον, τα καθοριστικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν αφορούν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού και επομένως διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και ομάδες που πρέπει να τα αντιμετωπίσουν από κοινού.

Η κάλυψη των αναγκών του κόσμου της εργασίας δεν μπορεί να είναι πλέον σήμερα το αποτέλεσμα της αποδοχής του πλαισίου ρύθμισης και διαχείρισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης με βάση τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, όπως στον μεταπολεμικό φορντισμό στην Ευρώπη. Οι θεσμικές λειτουργίες, που έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υπάρχουσες ανάγκες, αποτελούν εκδοχές διοίκησης των κοινών, είτε πρόκειται για τις τοπικές παραγωγικές και αναπτυξιακές επιλογές, είτε για θέματα που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, όπου συμμετέχουν οι ενδιαφερόμενοι πληθυσμοί, μέσω της δραστηριοποίησης όλων των κοινωνικών τάξεων και ομάδων και των κοινωνικών κινημάτων.

Μέσα από την αποδιάρθρωση των παραγωγικών και οικονομικών λειτουργιών, την επέκταση και κλιμάκωση των επιπτώσεων της περιβαλλοντικής κρίσης, αναδεικνύεται η ανάγκη να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο θεσμοί αξιολόγησης των καταστάσεων και λήψης αποφάσεων, που αντιμετωπίζουν τα ζητήματα αυτά ως πεδία κοινών αναγκών, αξιών και στόχων, έξω από την κυριαρχία των συμφερόντων και των συναλλαγών.

Ενα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο απαιτεί πριν απ’ όλα την ύπαρξη θεσμών συγκέντρωσης υπαρκτών γνώσεων και παραγωγής νέων σε θέματα επιστημονικά και άσκησης πολιτικών σχετικά με όλες τις πλευρές των αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών επιλογών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Χρειάζεται επίσης να δημιουργηθούν μονάδες επεξεργασίας των ειδικών σε κάθε τόπο και σε κάθε επίπεδο αναγκαίων επιλογών, επεξεργασίας δηλαδή αναπτυξιακών σχεδίων, όπως και να προβλεφθούν διαδικασίες υιοθέτησης αυτών των σχεδίων από αντιπροσωπευτικά των λαϊκών τάξεων, και ευρύτερα της κοινωνίας, πολιτικά όργανα.

Η λειτουργία και αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου θεσμικού πλαισίου μπορεί σήμερα να βασιστεί στη «γενική διάνοια», την υπαρκτή εκτεταμένη δυνατότητα των εργαζομένων και των πολιτών να συμμετάσχουν με τις γνώσεις τους και τις γνωσιακές ικανότητές τους στη διοίκηση των κοινών. Η «γενική διάνοια» πρέπει να αναγνωριστεί, να καλλιεργηθεί και να αξιοποιηθεί, για να αποτελέσει το γνωσιακό υπόβαθρο ενός ριζοσπαστικού εκδημοκρατισμού.

Η αναγκαιότητα αυτού του τριπτύχου, παραγωγή και διάδοση γνώσεων για το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας, σχεδιασμός της ικανοποίησης των αναγκών, δημοκρατία στη βάση, δεν μπορεί να υπηρετηθεί από τους θεσμούς που κληρονομούμε από το πελατειακό κράτος, ούτε από ένα κόμμα που δεν παίρνει στα σοβαρά αυτές τις απαραίτητες θεσμικές λειτουργίες, που αποτελούν τη βάση της συγκρότησης ενός νέου καθεστώτος, και της ριζικής αμφισβήτησης του καταστροφικού νεοφιλελευθερισμού.

Πρόκειται για δραστηριότητες που πριν απ’ όλα πρέπει να αποτελέσουν θεμελιώδη χαρακτηριστικά των κομματικών λειτουργιών στην Αριστερά, να προσφέρουν τη δυνατότητα στα μέλη να συμμετέχουν σε συζητήσεις σχετικά με την πραγματική δυναμική των εξελίξεων στα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα και τις δυνατές στρατηγικές και άμεσες εναλλακτικές.

Να συγκροτήσουν ομάδες ικανές να γνωρίζουν και να επεξεργάζονται τα τοπικά σύνθετα αναπτυξιακά ζητήματα και να έχουν τη ικανότητα να εμπλέξουν εκπροσώπους όλων των λαϊκών τάξεων σε αυτές τις επεξεργασίες. Πρέπει και μπορεί η Αριστερά να περάσει από την εποχή της αναπαραγωγής ιδεολογικών θέσεων και της μίμησης παρωχημένων θεσμικών σχημάτων στην πληρότητα των επίκαιρων γνώσεων και στην εφευρετικότητα των προγραμματικών προτάσεων.

* Οικονομολόγος

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.