Γκαρσόνια μια ζωή στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας;

Γκαρσόνια μια ζωή στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας;

  • |

Η φράση του Ανδρέα Παπανδρέου ακόμα μας στοιχειώνει. Το 1981 δήλωσε ότι «δεν θα γίνουμε τα καλύτερα γκαρσόνια της Ευρώπης», σαράντα ένα χρόνια μετά όμως η μόνη εύκολη δουλειά που μπορεί να βρει κανείς στην Ελλάδα είναι αυτή του σερβιτόρου.

Ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα άνοιξε πρόσφατα με ειδικό αφιέρωμα της «Καθημερινής» όπου οικονομολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες αναλύουν τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες συνέπειες του υπερ-τουρισμού στη χώρα μας.

Οδυσσέας Κωνσταντινάκος*

Τα άρθρα γνώμης επικεντρώνονται στο εσωτερικό της Ελλάδας αλλά αγνοούν την αρχιτεκτονική της ευρωζώνης που βαθαίνει το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου. Δεν έχω τον χώρο να εξηγήσω γιατί αποτελεί μείζον πρόβλημα η παντοκρατορία του τουρισμού τόσο σε υλικό όσο και σε φαντασιακό επίπεδο, οπότε περιορίζομαι σε δύο γρήγορα επιχειρήματα: πρώτον, η ελληνική οικονομία είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε διεθνή σοκ τα οποία δύνανται να μειώσουν τις τουριστικές ροές (βλ. πανδημίες) και δεύτερον, ο τουρισμός είναι τομέας παραγωγής χαμηλής προστιθέμενης αξίας που απαιτεί ως επί το πλείστον εργαζόμενους με χαμηλή εξειδίκευση. Δεν είναι λογικό να είμαστε οι πιο μορφωμένοι (βλ. στοιχεία του ΟΟΣΑ για το ποσοστό πτυχιούχων) και ταυτόχρονα το πιο δυναμικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας να απαιτεί χαμηλή ή καθόλου εξειδίκευση.

Θα μου πείτε, η χώρα μας είναι όμορφη, ο ήλιος είναι ζεστός και σαν τη Χαλκιδική αλλού δεν έχει. Σύμφωνοι, αλλά υπάρχουν διεθνείς τάσεις που τροφοδοτούν τον υπερ-τουρισμό και ενισχύουν την εξάρτηση στο μονοπάτι που περιχαρείς διαβαίνουμε. Aς δούμε τη μεγάλη εικόνα λοιπόν. Εντός της ευρωζώνης συνυπάρχουν διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης.

Η αισιοδοξία (ή αφέλεια) των πολιτικών ελίτ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 ήταν ότι η ετερογένεια των ευρωπαϊκών οικονομιών θα οδηγούσε ως διά μαγείας σε σύγκλιση και ευημερία. Μέχρι και την κρίση χρέους του 2010, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου βασίζονταν σε ένα μοντέλο εσωτερικής κατανάλωσης μέσω του εξωτερικού δανεισμού και της εισροής ξένων κεφαλαίων. Αντίθετα, η βιομηχανική Γερμανία βασίστηκε σε ένα εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης στέλνοντας προϊόντα υψηλής ποιότητας σε διεθνείς αγορές. Αντίστοιχα, η Ολλανδία ανέπτυξε μια δυναμική οικονομία που βασίζεται σε υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης και στην καινοτομία (π.χ. χημικές διεργασίες, αγροκαλλιέργειες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κ.λπ.). Η μουσική σταμάτησε όταν οι χώρες του Νότου δεν μπορούσαν να δανειστούν με χαμηλά επιτόκια και άρα έπρεπε να βρουν ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης. Σε αυτό το σημείο να πούμε ότι η επιλογή δεν έγινε (αποκλειστικά) από τις εγχώριες πολιτικές ελίτ.

Η λανθασμένη ανάγνωση της κρίσης και η επιρροή προβληματικών ιδεών για τον βέλτιστο οικονομικό μετασχηματισμό των «κακών μαθητών» οδήγησαν σε ένα δόγμα διαχείρισης της κρίσης με τρεις αδιαμφισβήτητους στόχους: απομείωση του δημόσιου χρέους, ισοσκελισμός του προϋπολογισμού και επίτευξη των πλεονασμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο. Οι στόχοι επιτεύχθηκαν με τη στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης, δραστική μείωση μισθών και συντάξεων δηλαδή ώστε να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις και να καταπιέσουμε την εσωτερική κατανάλωση. Το κοινωνικοοικονομικό κόστος αυτής της στρατηγικής είναι γνωστό, θέλω να σταθώ στην έμμεση συνέπεια που είχε, αυτήν του υπερ-τουρισμού.

Δεν γίνεται να είμαστε όλοι εξαγωγείς στην ευρωζώνη και όμως αυτό προσπάθησαν οι Ευρωπαίοι εταίροι να επιβάλουν στις χώρες του Νότου: «Δεν είναι βιώσιμο να δανείζεστε για να καταναλώνετε, άρα θα πρέπει να εξάγετε». Η ανάπτυξη όμως ενός εξαγωγικού μοντέλου εφάμιλλου της Γερμανίας δεν είναι απλή υπόθεση. Οπως φάνηκε, δεν αρκούν χαμηλοί μισθοί και απορρύθμιση της αγοράς εργασίας για να τρέξουν οι επενδυτές. Υστερα από δεκαετίες οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η βιομηχανία του Νότου έχασε από τις αναδυόμενες οικονομίες της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Ο τουρισμός λοιπόν ήταν η εύκολη, και ίσως μοναδική, λύση. Ολες οι υπερχρεωμένες χώρες του Νότου αναγκάστηκαν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους και η Ελλάδα εκμεταλλεύτηκε το μόνο διαθέσιμο αγαθό που υπάρχει σε αφθονία (1).

Αν αυτή η συνθήκη ήταν προσωρινή, τότε δεν θα υπήρχε λόγος ανησυχίας, αλλά χρόνο με τον χρόνο ο όγκος της οικονομίας του τουρισμού μεγεθύνεται και δημιουργεί ακόμη περισσότερα κίνητρα για επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών φιλοξενίας. Πού σταματάει αυτό το σπιράλ μη βιώσιμης ανάπτυξης;

Οπως και τη δουλειά του σερβιτόρου έτσι και την οικονομία του τουρισμού καλό είναι να την κάνει κανείς για λίγο. Οταν συναντάτε σερβιτόρους άνω των τριάντα με ακαδημαϊκές σπουδές και εξειδικευμένες γνώσεις, τότε κάτι πάει στραβά. Οσο καλοβολευόμαστε στο γρήγορο και εύκολο χρήμα του ελληνικού καλοκαιριού τόσο χάνουμε πολύτιμο χρόνο για να διαφοροποιήσουμε την οικονομία μας επενδύοντας σε άλλους δυναμικούς τομείς που θα απορροφήσουν τις στρατιές πτυχιούχων που φεύγουν στο εξωτερικό ή συμβιβάζονται κουβαλώντας έναν δίσκο το καλοκαίρι.

(1) Βλέπε την έρευνα των Reto Bürgisser και Donato Di Carlo στο Journal of Common Market Studies με τίτλο Blessing or Curse? The Rise of Tourism-Led Growth in Europe’s Southern Periphery (2022).

* υπ. διδάκτορας Πολιτικής Οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.