Φασίστα, σου γράφω αυτό το γράμμα

Φασίστα, σου γράφω αυτό το γράμμα

Φασίστα,

σου γράφω αυτό το γράμμα, πιότερο από ανάγκη να με θυμηθώ.

Φασίστα,

με κυνήγησες και με έβρισες, με χτύπησες, με σκότωσες.
Η διαδρομή μου ήταν δύσκολη, φασίστα.
Φτώχεια. Πείνα. Πόλεμος. Θάνατος.
Έζησα στον πόνο. Στη δυστυχία.
Είδα αδέλφια να χάνονται, φίλους, συγγενείς.

Γιάννα Κουκά
Η χώρα μου, άλλο, δεν με άντεχε. Ήταν σκληρή κι άδικη για μένα.
Αναγκάστηκα να φύγω. Μάζεψα όπως-όπως λίγα λεφτά, λίγα ρούχα, πέντε-έξι φωτογραφίες από τα μέρη που έπαιζα μικρός, μια ανεμώνη αποξηραμένη κι ένα μη με λησμόνει και ξεκίνησα.

Περπάτησα. Περπάτησα πολύ, η αλήθεια περπάτησα. Δύσβατα μονοπάτια. Και βουνά. Πανύψηλα βουνά, μες στην καταχνιά. Υγρασία. Πότισα υγρασία. Τα πόδια μου, άλλο δε βάσταγαν. Οι πληγές στα ξυπόλυτά μου δάχτυλα μάτωναν, ξανά και ξανά. Μα έπρεπε, έπρεπε να φτάσω. Μακριά. Μόνο τα σκούπιζα με την άκρη της μπλούζας κι έκανα πως δεν τα έβλεπα.

Φασίστα,

πήρα δυο παιδιά, παραμάσχαλα κι εκεί όπως έβρεχε, δεν είδα τα δάκρυά τους. Ούτε πού πάμε άκουσα. Δεν είχα έτοιμη απάντηση να δώσω. Δεν ήξερα. Πού πάω, δεν ήξερα. Όπου να΄ναι. Μακριά. Έτσι σκέφτηκα.

Φασίστα.

Μπήκα σε μια βάρκα. Μαζί με άλλους. Τόσοι είμαστε που έτσι όπως στοιβαχτήκαμε, νόμιζα πως δεν έχω οξυγόνο. Δεν ανέπνεα. Θα έσκαγα. Ένας από μας, οδήγησε. Πήρε το τιμόνι. Κι ύστερα, η θάλασσα φουρτούνιασε. Πολύ. Κάποιος έκανε εμετό. Κάποιος άλλος έκλαιγε. Άλλος παρακαλούσε για σωτηρία. Κι ένας γλίστρησε. Έπεσε μέσα. Ήταν νύχτα. Δεν τον βρήκαμε. Μα, πίσω, δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε. Τα παιδιά, τα παιδιά που είχα παραμάσχαλα, μελάνιασαν στα χείλη. Έτρεμαν. Κρύωναν. Κι όλο έλεγαν, φοβάμαι, φοβάμαι, φοβάμαι. Πάλι απάντηση δεν είχα. Σταθήκαμε τυχεροί. Μας είδαν. Μας πέταξαν σωσίβια. Κούνησαν τα χέρια τους. Μια λάμπα ψηλά κρατούσαν. Και μας έσωσαν.

Φασίστα.

Σαν βγήκαμε στην ακτή, φίλησα τα πόδια του σωτήρα μου. Κι έκλαψα. Δυνατά. Νομίζω πως μάτωσε το λαρύγγι μου. Μάτωσε, ναι. Έφτυσα αίμα. Μα κανείς δε μίλησε. Είχε σιωπή. Και κρύο. Κανείς δε μίλησε. Κανείς.

Φασίστα.

Με είδες τις προάλλες στην πλατεία. Κι εκεί, ανάμεσα στο πλήθος, με ξεχώρισες. Ανάμεσα στους τόσους με ξεχώρισες. Έτρεξες, μόλις με είδες. Έτρεξες. Πάντα τρέχεις μόλις με βλέπεις, όπου κι αν είμαι, όπου κι αν είσαι. Να με πιάσεις. Μ’ έβρισες. Σκουλήκι, είπες, θα πεθάνω, είπες. Φοβόμουν. Σε φοβόμουν. Μα κουρασμένος ήμουν, πιο γρήγορα δεν μπορούσα να τρέξω και μ’ έφτασες και με χτύπησες και με πόνεσες. Ξανά. Όσες φορές κι αν με χτυπάς, τα χέρια σου πάντα με πονούν. Τα ματωμένα μου δάχτυλα δεν έχουν ακόμα γιάνει.

Φασίστα,

εγώ, εγώ σου μιλώ.
Τούτου του κόσμου ο απελπισμένος.
Εγώ, εγώ,
ο πρόσφυγας, ο μόνιμα κυνηγημένος.

Κουράστηκα… Και φοβάμαι. Και κρυώνω.

Πάντα φουρτούνα τούτη η θάλασσα μου.

artinews.gr