Φόρος ατιμίας – στη μνήμη των νεκρών του μπλόκου της Κοκκινιάς, του Δημήτρη Σταμπουλίδη

Φόρος ατιμίας – στη μνήμη των νεκρών του μπλόκου της Κοκκινιάς, του Δημήτρη Σταμπουλίδη

Καλοκαίρι μόνη η γριά.

Είναι και αυτά τα ξύλινα παράθυρα με τις γρίλιες, που δεν κρατάνε ούτε ζέστη ούτε κρύο. Κρατάνε όμως τις μνήμες. Πόσα χρόνια της έλεγε ο γιος της να τα αλλάξει. Δεν το έδωσε αντιπαροχή η γριά το σπίτι. Μεγάλωσε παιδιά, τον ένα τον σπούδασε. Δούλεψε, δούλεψε… Το μόνο που θυμάται από τον εαυτό της είναι πως δούλευε. Δούλευε να μεγαλώσει και να σπουδάσει τα παιδιά της.
Δεν ήθελε να πουλήσει το σπίτι ούτε το μισό οικόπεδο. Οι συγγενείς ακόμα τη βρίζουν. Ο κατασκευαστής ήθελε και τα τρία μικρά οικόπεδα -τα προσφυγικά- για να ανεβάσει μια μεγάλη πολυκατοικία κι έτσι να πάρουν μεγαλύτερα διαμερίσματα οι πρώην ιδιοκτήτες από την αντιπαροχή.

«Όχι δεν το δίνω δεν το πουλάω! Εδώ είναι η μνήμη μου, η ζωή μου».

Μουλάρι η γριά αμετάπειστη και αμετανόητη. Ο μικρός της γιος με τη μηχανή σκοτώθηκε στα 17 χρόνια του και μετά από λίγους μήνες και ο άντρας της. Έτσι ράκος όπως ήταν, δούλευε ηλεκτροσυγκολλητής στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. Ένας σπινθήρας και… τέσσερις νεκροί. Ανθρώπινο λάθος -είπαν- και αποζημίωση μηδέν. Εκεί στη αρχές του ‘80.

Μόνη μεγάλωσε παιδιά, μόνη. Καλοκαίρι ξανά, μόνη η 85χρονη γριά. Χθες τη νύχτα όπως και κάθε ξημέρωμα 17ης Αυγούστου δεν κοιμάται. Μόνο ανάβει το καντήλι ανοίγει τα παραθυρόφυλλα και όλη τη νύχτα ψιθυρίζει:

Ελάτε, κοπιάστε. Σκουπίστε τα μαχαίρια και βάλτε τα στα θηκάρια, όπως και τα όπλα σας. Εσείς μπείτε μέσα να σας τρατάρουμε. Όμως δεν έχουμε ψυχές, τις πήρατε τότε… το 1944. Ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου, τα αγόρια που παίζαμε, όλους τους πήρατε… Όμως μπείτε μόνο εσείς μέσα. Τους άλλους με τις κουκούλες που μιλάνε ελληνικά τους φοβάμαι. Φοβάμαι πώς αν δείξουν τα πρόσωπα τους, θα αντικρίσω τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας. Τη Χίμαιρα τη Μέδουσα το Μινώταυρο, ίσως και τον ίδιο το σατανά. Περάστε εσείς μόνο…

Αυτό το ξημέρωμα η γριά μιλάει με τους νεκρούς της, μιλάει με την εφηβεία της που τη σκότωσαν κι αυτή, μιλάει με τους φονιάδες. Όμως με τίποτα δεν μιλάει με τα ανθρωποειδή που δεν έδειξαν ποτέ το πρόσωπο τους.

Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που δεν πούλησε το σπιτάκι και το μισό οικόπεδο.

Μετά από μερικά χρόνια του δεύτερου κακού που τη βρήκε, δεν τα έβγαζε οικονομικά καθόλου. Τότε εμφανίστηκε ο κύριος Ανέστης. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος της και τον θυμάται σαν τώρα, να παρελαύνει με τη νεολαία του Μεταξά. Όπως και θυμάται τη φωνή του πατέρα του. Ναι! Αυτή τη φωνή είχε πάντα μέσα της:

«Αυτόν εκεί δεξιά και εκείνον πίσω με τη τραγιάσκα»… και έπειτα να μεταφράζει στα Γερμανικά.

Ακόμα και τις δυο φορές που γέννησε δύσκολα, για να αντέξει το πόνο, έφερνε στο μυαλό της αυτή τη φωνή. (Αυτόν εκεί δεξιά κι εκείνον πίσω με τη τραγιάσκα). Έτσι έσφιγγε τα δόντια και άντεχε τους πόνους.

Ο κύριος Ανέστης είχε κάνει πολλά χρήματα. Είχε χτίσει πολυκατοικίες στου Ρέντη, στη Νίκαια, στον Κορυδαλλό, στο Αιγάλεω. Ο κύριος Ανέστης με τον πατέρα ευεργέτη. Σε πολλές εκκλησίες υπάρχει μαρμάρινη πλάκα με δωρεές και από κάτω το όνομα του. Δίχως κουκούλα. Την έβγαλε και σκέπασε με αυτή μάλλον το Ρωμαίο που λόγχισε το Χριστό στο σταυρό.

Ένα πρωί λοιπόν εκεί που ήταν έτοιμη η γιαγιά να συμφωνήσει να πουλήσει, βλέπει μπροστά της το κύριο Ανέστη. Ο κακός χαμός έγινε. Θύμωσε ο γιος της θύμωσαν τα ανίψια της.
«Δεν θέλω να ξεχάσω, μας πήραν τις ζωές, να μας πάρουν και τα σπίτια; Δώδεκα χρονών ήμουν.. Δώδεκα χρονών και πέθανα.
Μάζεψαν λέει τους κομμουνιστές.. ξέρεις κάτι γιε μου; μια αγράμματη γυναίκα είμαι δεν έχω διαβάσει τίποτα, ούτε Μαρξ, ούτε τους άλλους που δεν ξέρω πως τους λέτε. Όμως εμένα η ανάγκη με έκανε κομμουνίστρια. Για να ψάχνουν κομμουνιστές αυτοί που μας πέθαιναν στη πείνα, αυτοί που μετά γέμισαν με χρυσό πάνω στα πτώματα, τότε, …ναι. Κάτι καλό συμβαίνει με αυτούς σκέφτηκα. Όταν το τέρας σε φοβάται εσύ είσαι ο Αι Γιώργης.

Δεν πουλάω και να πεθάνω τώρα αυτή τη στιγμή.
Η πατρίδα, η χώρα αγόρι μου έδωσε πολύ αίμα. Αυτό το αίμα κάποιοι το έκαναν χρυσάφι. Αυτή η παράγκα είναι το παράσημο του παππού σου και των θείων σου. Αυτοί οι μαχαλάδες μετά από τόσες δεκαετίες είναι η τιμωρία σε αυτούς που αντιστάθηκαν. Έρχεται τώρα ο Ανέστης και ο κάθε Ανέστης μετά το αίμα μας, να πάρει και τον ιδρώτα όσων μείναμε. Δεν αναρωτιέστε πως ενώ είχαμε την ίδια ζωή, την ίδια αφετηρία, πως αυτοί έκαναν πλούτη;

Να χέσω και την ιστορία που διαβάζετε. Δεν πουλάω και όχι μόνο σε αυτόν. Δεν πουλάω επειδή δεν ξεπουλάω, επειδή αυτό το χαμόσπιτο είναι η μνήμη μου και θα έπρεπε να είναι και η δική σας».

Η γριά σήμερα τα θυμήθηκε όλα αυτά. Η γριά που δεν ήξερε γράμματα, που πάει στην εκκλησία, που δεν είπε με όσα κακά ήρθαν στη ζωή της «Γιατί θεέ μου» επειδή ήξερε το γιατί…

Ήξερε το γιατί, την αιτία των πραγμάτων και δεν ήθελε να ξεχάσει, όπως ξέχασαν τα παιδιά, τα εγγόνια και όπως θα ξεχάσουν δισέγγονα.

Ξημερώνει 17η Αυγούστου. Κοιτάζει από τις γρίλιες.

Κάποτε είχε ακούσει πως η ιστορία μένει πίσω, η ζωή προχωρά και οι μνήμες σβήνουν.
Όμως αυτό που τη τρομάζει είναι πως δεκαετίες τώρα η ιστορία κόβει βόλτες έξω στα σοκάκια, έτοιμη να το ξανακάνει.

Υ.Γ Μια φανταστική ιστορία, μιας καθόλου φανταστικής κρυμμένης πραγματικότητας.

kommon.gr