Ελληνικά κέρδη και ζημίαι από την αμερικανοτουρκική κρίση

Ελληνικά κέρδη και ζημίαι από την αμερικανοτουρκική κρίση

O «ψυχρός πόλεμος» μεταξύ ΗΠΑ-Τουρκίας, το φλερτ Ερντογάν-Πούτιν και η απειλή κατάρρευσης της τουρκικής οικονομίας, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα. Πόσο μπορεί να αντέξει η τουρκική οικονομία στο δυτικό πρέσινγκ; Οι μετασεισμοί ήδη αποτυπώνονται στη διεθνή σκακιέρα, αλλά και ειδικά στην Ελλάδα. Εξάλλου, στον εγχώριο πολιτικό σύστημα επικρατεί έντονος προβληματισμός για τις ενδεχόμενες παρενέργειες από την αμερικανοτουρκική κρίση.

Νεφέλη Λυγερού

Η βουτιά του ελληνικού χρηματιστηρίου και η εκτόξευση του επιτοκίου των ελληνικών ομολόγων ήταν μόνο μία πρόγευση για το πως η Ελλάδα μπορεί να επηρεαστεί πολυεπίπεδα από την αναταραχή στη γείτονα χώρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νέα αυτή κατάσταση δεν συνοδεύεται και από σημαντικά οφέλη. Είναι προφανές πως από την εξέλιξη των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί σε καθοριστικό βαθμό και η διαμόρφωση των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε περίπτωση αμερικανοτουρκικής ρήξης θα επηρεαστεί και ο ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή. Εκ των πραγμάτων η Ελλάδα στο δυτικό σύστημα ασφαλείας θα μετατραπεί από χώρα δεύτερης γραμμής σε χώρα πρώτης γραμμής. Μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν παράγοντας εξισορρόπησης της παραδοσιακής τουρκικής επεκτατικής πίεσης.

Κίνδυνος κατάρρευσης
Είναι εμφανές ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα απεύχεται μια κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας. Για την Ελλάδα, ο βασικός χρηματοοικονομικός ομφάλιος λώρος με τη γείτονα χώρα είχε κοπεί νωρίτερα, με την αποχώρηση της Εθνικής Τράπεζας από το τουρκικό τραπεζικό σύστημα. Σε καθεστώς παγκοσμιοποίησης, όμως, η ελεύθερη πτώση της τουρκικής λίρας ενδέχεται να διαχύσει αποσταθεροποιητικές τάσεις στις διεθνείς αγορές και βέβαια να επηρεάσει την εύθραυστη ελληνική οικονομία.

Στο αλληλένδετο αυτό οικονομικό-πολιτικό περιβάλλον, η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξέφρασε την ανησυχία της για πιθανή μετάδοση της κρίσης μέσω του τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης, στην Ισπανία και ακολούθως στην Ιταλία. Αυτές θεωρούνται οι πιο εκτεθειμένες χώρες. Κανείς, όμως, και παρά τις διαβεβαιώσεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι η τουρκική κρίση συμπίπτει με την έξοδο της Ελλάδας από το τρίτο πρόγραμμα στήριξης και την επιστροφή στις αγορές.

Από την άλλη, τα τουρκικά προϊόντα και οι υπηρεσίες, λόγω της υποτίμησης της τουρκικής λίρας έναντι δολαρίου και ευρώ, γίνονται πολύ πιο ανταγωνιστικά. Οι εξαγωγές της ΕΕ και της Ελλάδας προς την Τουρκία εκ των πραγμάτων θα υποχωρήσουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο εξαγωγικό προορισμό της Ελλάδας, με αξία εξαγωγών σχεδόν δύο δισ ευρώ. Καύσιμα-πετρελαιοειδή, βαμβάκι και πλαστικές ύλες είναι τα τρία προϊόντα στις πρώτες θέσεις των ελληνικών εξαγωγών.

Επιπλέον, υπάρχουν εκατοντάδες ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, μεταξύ αυτών η Chipita, τα Πλαστικά Θράκης, η TITAN και άλλες. Τέλος, είναι πιθανό να δημιουργηθεί και ζήτημα με τον τουρισμό. Η Τουρκία αποτελεί μία από τις πιο ανταγωνιστικές χώρες της Ελλάδας στον τομέα αυτό. Η υποτίμηση της λίρας μοιραία θα στρέψει ένα σημαντικό κομμάτι του τουριστικού ρεύματος προς τη γείτονα. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι θα απολαμβάνουν πολύ πιο οικονομικές διακοπές εκεί απ’ ότι στην Ελλάδα.

Η θεωρία για την απρόβλεπτη Τουρκία
Εκτός από τα οικονομικά ζητήματα που προκύπτουν, μία σχολή σκέψης θεωρεί ότι σε περίπτωση που η Τουρκία έρθει σε αμετάκλητη ρήξη με την Ουάσιγκτον, θα είναι ακόμα πιο απρόβλεπτη και άρα πιο επικίνδυνη. Χρησιμοποιούν ως ενδεικτικό παράδειγμα την ένταση που πυροδότησε ο Ερντογάν τους τελευταίους μήνες που βρισκόταν σε διαρκή ένταση με Αμερική και ΕΕ. Την ώρα που η τουρκική λίρα κατακρημνιζόταν, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου κατηγόρησε την Ελλάδα για την όξυνση της έντασης στο Αιγαίο.

Αυτή η σχολή σκέψης, όμως, που παλαιότερα υποστήριζε τη στρατηγική της «εξημέρωσης του θηρίου», έχει διαψευστεί από τα γεγονότα. Όσοι είχαν την πεποίθηση πως η διευκόλυνση ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και η διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών σε ευρωπαϊκό πλαίσιο θα μετέτρεπαν την Τουρκία από απειλή σε φιλικό γείτονας θα πρέπει να αναθεωρήσουν. Ο χρόνος απέδειξε ότι η Τουρκία δαγκώνει όπως και να έχει. Σε περίπτωση που έρθει σε ρήξη με τις ΗΠΑ, ο Ταγίπ Ερντογάν θα σκεφτεί πολύ πριν προχωρήσει σε κάποιον τυχοδιωκτισμό εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου.
Πρόσδεση στο αμερικάνικο άρμα

Η παραδοσιακή στρατηγική της Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε ανέκαθεν μεροληπτικά την Τουρκία έναντι της Ελλάδας, επειδή θεωρούσε ότι σημαντικότερη τη γεωστρατηγική σημασία της για το δυτικό σύστημα ασφαλείας. Ο Ερντογάν, όμως, δοκίμασε τα όρια της αμερικανικής ελίτ που διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική, αλλά και του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Αμερικανοί αντιλήφθηκαν πως η Τουρκία απομακρύνεται σταθερά και με γοργά βήματα από τη Δύση και ως εκ τούτου δεν αποτελεί αξιόπιστη σύμμαχο.

Αλλαγή γεωπολιτικού χάρτη
Αυτό επηρέασε τον όλον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής και του ρόλου όλων των χωρών σε αυτόν. Εδώ και μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολόγηση του, με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να επενδύουν όλο και περισσότερο στην Ελλάδα. Τα ρήγματα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις άνοιξαν ένα μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες έχουν καταστεί πυλώνες σταθερότητας.

Οι Αμερικανοί έχουν δημόσια εκφραστεί υποστηρικτικά για τις τριμερείς συνεργασίες της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Δεν αποκλείουν, μάλιστα, στο πλαίσιο της επαναξιολόγησης και δική τους άμεση εμπλοκή. Είναι ενδεικτικό ότι πλησιάζει η επισημοποίηση της αναβαθμισμένης αμυντικής σχέσης ΗΠΑ-Κυπριακής Δημοκρατίας, αν και η Ουάσιγκτον δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει πώς αυτό θα γίνει. Ένα δεύτερο θετικό μήνυμα είναι η άρση του εμπάργκο όπλων σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που βρίσκει σημαντική υποστήριξη στο Κογκρέσο.

Παρ’ ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας μπορεί να βγουν ανά πάσα στιγμή από τον πάγο, υπάρχουν Αμερικανοί αξιωματούχοι οι οποίοι υποστηρίζουν ανοιχτά ότι ήταν λάθος όλα αυτά τα χρόνια που οι ΗΠΑ κάθε φορά που ετίθετο θέμα αναβάθμισης των σχέσεων με την Ελλάδα και με τη Λευκωσία, έβαζαν μπροστά το «τι θα πει η Άγκυρα».

Περαιτέρω απομάκρυνση από Ρωσία
Στην περαιτέρω σύσφιγξη των δεσμών μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας οδηγεί, επί του παρόντος, η σκληρή γραμμή των οικονομικών κυρώσεων και των πολιτικών πιέσεων που ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ έναντι και των δύο χωρών. Ο Ερντογάν, άλλωστε, είχε υπογραμμίσει την πρόθεσή του να αναζητήσει εναλλακτικά στηρίγματα διεθνώς, πέραν των παραδοσιακών ευρωατλαντικών δεσμών της.

Σε μια περίοδο που οι σχέσεις Αθήνας-Μόσχας βρίσκονται στο ναδίρ, μία τέτοια προοπτική εκ των πραγμάτων είναι εν δυνάμει απειλητική. Γι’ αυτό και η κρίση στις ελληνορωσικές σχέσεις έπρεπε να είχε αποφευχθεί, δεδομένου ότι το Κρεμλίνο είχε αποφύγει να διαταράξει τις σχέσεις του με την Αθήνα και τη Λευκωσία, λόγω του φλερτ με την Άγκυρα. Σε αυτό το πλαίσιο, καθόλου τυχαία δεν πρέπει να θεωρηθεί η πρόσφατη δήλωση του Ρώσου πρωθυπουργού περί «Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».

Η επίσκεψη του Λαβρόφ στην Άγκυρα, δεν είναι διόλου τυχαία. Τουρκία και η Ρωσία δείχνουν στο ΝΑΤΟ ότι ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ τους είναι πολύ πιο αποδοτικός από αυτόν που έχει η Τουρκία με το ΝΑΤΟ. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε το Κρεμλίνο να δει θα ήταν μια στρατηγική ήττα του Ερντογάν που θα τελείωνε το όνειρο της Ρωσίας να εισχωρήσει ενεργειακά από το νότο στην Ευρώπη, καθώς και μέσω της Τουρκίας να έχει για πρώτη φορά στην ιστορία της κάποια ισχυρή παρουσία στον άξονα που αρχίζει από τα Στενά και καταλήγει Ερυθρά Θάλασσα.

Ως εκ τούτου, επιβάλλονται τακτικές κινήσεις αποκλιμάκωσης της κρίσης μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας, παρ’ ότι στην παρούσα φάση οι δύο χώρες ακολουθούν αποκλίνουσες πορείες. Το γεωπολιτικόπαιχνίδι στην περιοχή μας έχει χοντρύνει πολύ και γι’ αυτό η Αθήνα οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Και το τοπίο θα αρχίσει να ξεκαθαρίζει, όταν θα γίνει σαφές πως ακριβώς θα καταλήξουν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις.