Προς ολοταχώς προς την ήττα

Προς ολοταχώς προς την ήττα

Όσο καθυστερούν οι εκλογές τόσο περισσότεροι θα βλέπουν ότι η «απελευθέρωση» από τα Μνημόνια ήταν μια απλή φενάκη. Τόσο θα εξαφανίζονται οι αυταπάτες και θα αυξάνει η οργή. Τόσο θα βουλιάζουμε πιο βαθιά και τόσο η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μεγαλύτερη. Μέχρι και η «Χρυσή Αυγή», δακτυλοδεικτούμενη ως «εγκληματική οργάνωση», θα ξεπεράσει άνετα τα μονοψήφια νούμερα, ψιθυρίζεται σε πανεπιστημιακούς κύκλους αγγλοσαξωνικής χώρας, θεωρητικά ουδέτερης.

Απόστολος Αποστολόπουλος

Αν και τα περί Χρυσής Αυγής δεν τοξεύουν μόνο την κυβέρνηση αλλά σημαδεύουν επίσης την αξιωματική αντιπολίτευση και τα άλλα κόμματα του αποκαλούμενου «συνταγματικού τόξου», την προφανή αδυναμία τους να απορροφήσουν τον συσσωρευμένο θυμό των ψηφοφόρων. Μη εξαιρουμένου του ΚΚΕ και των άλλων εξωκοινοβουλευτικών αριστερών ομάδων, ανίκανων να συγκροτήσουν συμμαχία και πιο ανίκανων να παρουσιάσουν στοιχειώδη λογική πρόταση εξόδου από την κρίση.

Ωστόσο ούτε η αδυναμία εξ αριστερών ούτε η αμηχανία εκ δεξιών φαίνονται ικανές να σώσουν την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο κόσμος είχε τόσο μπουχτίσει ώστε καταψήφισε την κυβέρνηση Σαμαροβενιζέλου αδιαφορώντας για το ότι θα έφερνε τα εγγόνια των κομμουνιστών στα πράγματα. Ο κόσμος δικαιώθηκε απολύτως μιας και οι εν λόγω απόγονοι είχαν στοκ από τις καλύτερες γομολάστιχες απόσβεσης μνήμης. Σε περασμένους καιρούς θα έλεγαν ότι οι Συριζαίοι λησμόνησαν ή ατίμασαν τους προγόνους τους αλλά κανείς δεν δίνει πια σημασία σ’ αυτά. Μετράει μόνο η ανικανότητά τους.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης από το μεγαλύτερο έως τα μικρότερα επιμένουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η εν Ελλάδι Αριστερά, οπότε ο Τσακαλώτος, ο καλύτερος φίλος του κάθε Σόϊμπλε και της κάθε Τρόϊκας εμφανίζεται ως βαμμένος κομμουνιστής και η Τασία εξ αίματος απόγονος της Λούξεμπουργκ. Η αντιπολίτευση αποδίδει την αποτυχία στην αριστερή ιδεολογία, δηλαδή συγκαλύπτει την ανικανότητα των συγκεκριμένων κυβερνώντων.

Με άλλα λόγια, απολίθωμα του παρελθόντος δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, δήθεν κολλημένος σε μια ξεπερασμένη αριστερά αλλά απολίθωμα είναι οι σημερινές αντιπολιτεύσεις γιατί πολεμούν ανεμόμυλους. Είναι βέβαια κι αυτός ένας τρόπος να αποφύγει κανείς να μιλήσει για το αύριο της χώρας, σκοτεινό χωρίς φως στην άκρη του τούνελ. Οπότε οι κυβερνήσεις, στα τυφλά, μοιραία θα έχουν βίο βραχύ και θα πέφτουν με τον λεγόμενο «ξαφνικό θάνατο». Με τη χώρα να παραπαίει.

Εκλογές τον Φθινόπωρο
Η κοινή λογική υπαγορεύει, λοιπόν, εκλογές το Φθινόπωρο. Το θέμα έχει ανοίξει, όπως δείχνουν οι δημόσιοι λόγοι στελεχών και τα εξίσου δημόσια «συντροφικά μαχαιρώματα». Αλλά και η προφανής αδυναμία και αμηχανία να γίνουν κινήσεις κάποιας εμβέλειας, όπως ο ανασχηματισμός. Έτσι έκανε το ΠΑΣΟΚ στα τελευταία του με τον Ανδρέα Παπανδρέου και, ιδίως, με τον Σημίτη. Ακόμα και η παραμικρή κυβερνητική μετακίνηση συναντούσε ανυπέρβλητα εμπόδια. Κυρίως επειδή δεν είχε (ούτε τώρα έχει) πραγματικό αντίκρισμα στην κοινωνία. Ποιος νοιάζεται π.χ. αν ο Φίλης γίνει υπουργός αντί για τον Γαβρόγλου, ή αν φύγει η Κονιόρδου και έρθει η Μαρία η Πενταγιώτισσα;

Δεύτερον, επειδή είναι προφανές ότι ο ανασχηματισμός είναι πρόσχημα εκκαθάρισης λογαριασμών ενόψει ήττας, ίσως μοιραίας. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για «ανασχηματισμό Σκουρλέτη». Από την πρώτη στιγμή, η πρώτη-πρώτη διαρροή (από Μαξίμου) περί ανασχηματισμού έλεγε μόνο ότι θα φύγει ο Σκουρλέτης και θα πάει στο κόμμα. Το υπόλοιπο «ρεπορτάζ» ήταν σάλτσα αυτής της μοναδικής είδησης που επαναλαμβάνεται κατά κόρον έως σήμερα. Και πάλι, όμως, το ερώτημα είναι ποιος νοιάζεται; Τι θα αλλάξει και για ποιον;

Το τρίτο είναι (ως επιχείρημα) η έλλειψη στελεχών, ιδίως προθύμων στελεχών να μπουν στην κυβέρνηση. Αυτό ως ένα σημείο είναι αληθές. Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα πάει στο καράβι που βουλιάζει επειδή τόσο καιρό καπετάνιος και πλήρωμα το πήγαιναν στα βράχια; Ακόμα και οι λιγούρηδες της εξουσίας διστάζουν. Αντίστροφα οι πρόθυμοι μπορεί να αποδειχθούν φίδια. Να πλαισιώσουν επίδοξους διαδόχους.

Να επιδιώξουν αλλαγή συσχετισμών, να αποδυναμωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να δημιουργηθεί μια ευρεία «Δημοκρατική Παράταξη», ανύπαρκτη σήμερα, όπως συμβουλεύουν δημοσίως τον Τσίπρα ορισμένοι, καθ’ υπαγόρευση ίσως του ίδιου του φιλοηγετικού πυρήνα ώστε να φοβηθούν οι επίδοξοι αμφισβητίες του πρωθυπουργού πως μαγειρεύονται άλλα κέντρα εξουσίας. Τον Τσίπρα δεν αγάπησαν ποτέ οι κατά κανόνα στενόκαρδοι, μέτριας διανοητικής και ανύπαρκτης πολιτικής εμβέλειας κομματικοί, πάντα πρόθυμοι, όμως, να ακολουθήσουν τον ηγέτη, όπως κάνει, άλλωστε, παντού και πάντα σε όλα τα μήκη και πλάτη η κομματική ή κρατική γραφειοκρατία, αριστερή ή δεξιά.

Συνοψίζοντας έχει ανοίξει ταυτόχρονα ο προεκλογικός αγώνας και η μάχη ηγεσίας, παραμονής ή εκδίωξης του Τσίπρα. Ο καθένας παίρνει θέση μάχης με δεδομένο την εκλογική ήττα. Συζητιέται μόνο το εύρος της ήττας. Και από αυτό δεν θα κριθεί μόνο η παραμονή του Τσίπρα στην κομματική ηγεσία ούτε καν αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα μείνει ενιαίος ή αν θα διασπαστεί, πράγμα που δεν είναι απίθανο αν το εκλογικό αποτέλεσμα αποκλείει άμεση και πάντως ορατή προοπτική επανόδου στην εξουσία. Το κρίσιμο είναι ότι οι εκλογές είναι πολύ πιθανόν να εγκαινιάσουν περίοδο αστάθειας σε μια στιγμή μεταστροφών και ανακατατάξεων. Σε μια στιγμή όπου μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά εκτελούν πτήσεις από την Κύπρο ως το Αιγαίο και τη Θράκη.