Όταν τραβιούνται τα νερά… Του Θανάση Σκαμνάκη

Όταν τραβιούνται τα νερά… Του Θανάση Σκαμνάκη

Ξαναγυρίζουμε σιγά-σιγά. Αλλά δεν κουβαλήσαμε τη θάλασσα.
Μια εικόνα που διακόπτει βιαίως τις ενοράσεις, τους σχεδιασμούς, κάποιες χαρίεσσες αποτυπώσεις των νερών και της αιθρίας, ένα μελανό σημείο στη γεωγραφία μας, με μια Μαρία που την αποχαιρέτησαν την Παρασκευή τόσοι πολλοί φίλοι της. Σε αυτόν τον οδυνηρό αποχαιρετισμό που συντρίβει την κανονικότητα των πραγμάτων. Είναι πολύ δύσκολο να ταιριάξεις τα μαύρα χρώματα σε ρούχα και βλέμματα τόσο πολλών νέων ανθρώπων. Να τους ακους να λένε λυπημένες λέξεις. Δεν είναι του φυσικού τους.

Και γι’ αυτό δεν είχαν μόνο λύπη. Έκαναν σχέδια. Έφυγαν μετά παρέες παρέες, να πάνε να μιλήσουν, και παρηγορήθηκαν, ξανασχεδίασαν τα όσα ήθελαν να κάνουν και ξανακάνανε τους λογαριασμούς με τις ζωές τους, με ένα βάρος που θα είναι δύσκολο να σηκώσουν αλλά δεν θα είναι ασήκωτο εν τέλει.

Καθώς, όπως θα έλεγε και η Μαρία, «τι σχέδια έχουμε τώρα;».

Ας αφήσω, λοιπόν, τα παιδιά. Έχουν πολλά ακόμα να σκεφτούν και να κάνουν.

Και λέω να μιλήσουμε για τις φορές, όπως τώρα, που τραβιούνται τα νερά.

Που ο καιρός δεν ευνοεί ταξίδια – πως θα καθελκυστούν οι βάρκες σε τόσες ξέρες; – και που οι ταξιδευτές, οι ναυτικοί, οι πειρατές και οι τυχοδιώκτες, οι άνεργοι καπετάνιοι και οι ενεργοί σχεδιαστές ταξιδιών, οι παλιοί αντάρτες και οι φιλόδοξοι νεοσσοί, οι, και οι, και οι…, όλοι οι αρμόδιοι και αναρμόδιοι του μέλλοντος, διασχίζουν αμήχανοι το παρόν, δεν ξέρουν ακριβώς τι να κάνουν, κι επειδή δεν έχουν εκπαιδευτεί στις γλώσσες, δεν ξέρουν επίσης και τι να πουν…

Τις φορές που τραβιούνται τα νερά και βγαίνουν φύκια, σπασμένα ξύλα που τα έχει γλείψει η θάλασσα σε εικαστική εκδοχή, σακκούλες και άλλα σκουπίδια, μερικά άμοιρα ψαράκια που δεν πρόλαβαν να ακολουθήσουν το νερό στην απόσυρσή του, και αστερίες, κοχύλια και λοιπά, μια ευκαιρία μελέτης του βυθού!

Οι αστερίες, τα κοχύλια, δεν θα προλάβουν να σκεφτούν την απώλεια της θάλασσας. Θα θεωρήσουν την απόσυρση ως την πάγια θέση τους. Θα μείνουν εκεί. Δεν έχει άλλο στη διαδρομή τους στο βυθό.

Μπορεί σε κάποια καλή εκδοχή να ακολουθήσουν ένα παιδί στο δωμάτιό του, να γίνουν περιδέραιο μιας μικρής, όμορφης ή όχι, να αποτελέσουν μέρος συλλογής. Μπορεί να νοιώσουν αυτή τη νεκρή τους δόξα. Θα ’ναι μια τύχη. Μπορεί και όχι.

Πάντως η εικόνα τους για τον κόσμο, όσο μένουν στον έναστρο βυθό, τον στεγνό πλέον, δεν κινείται. Έμεινε σε μια στιγμή απόσυρσης νερών. Το σύμπαν όλο. Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί την παλίρροια. Και δεν τους αφορά εξάλλου. Αν δεν έχουν μετακομίσει κάπου ως διακοσμητικά, θα παραμείνουν σε έναν καινούργιο βυθό ως άψυχα θύματα μιας προηγούμενης άμπωτης.

Σαν άνθρωποι της δράσης που χάθηκαν όταν τραβήχτηκε η δράση. Κι έμειναν σε ξερό έδαφος να αναλογίζονται και να νοσταλγούν, να μην τους φτάνουν οι ιστορίες για να θρέψουν την παρουσία τους, να τους ανακαλύπτουν κάποια παιδιά, στην καλύτερη περίπτωση, και να τους κρεμάνε περιδέραιο κοπέλες, κι άλλοι να μένουν αιώνια στον επόμενο βυθό, σκεπασμένοι απ’ το νερό και την αμνησία, αυτοί που τόσο μόχθησαν για να υπάρχει ζωή, να υπάρχει μνήμη, για να αλλάξει ο βυθός τους, να πάψει να είναι βυθός.

Και σκέφτονται, γιατί αυτοί έχουν το μειονέκτημα της σκέψης, πως η ξέρα είναι η μοίρα τους, η μοίρα όλων των σχεδίων, όλων των πλασμάτων που ανακινούν του βυθούς. Πως η παλίρροια είναι ουτοπία. Όσα λένε οι κοσμογραφίες είναι δημιουργήματα των βιβλίων, ή είναι για κάποια μακρινή φορά.

Έτσι ανάμεσα στην άμπωτη και την παλίρροια χάνονται τόσες σκέψεις και τόσα σχέδια!

Καταδικασμένοι, νομίζουν, να διαλέγουν αδιάκοπα ανάμεσα στο βυθό και στην ξέρα.

Κι όμως, το έξυπνο δεν είναι να ξεχνάς την άμπωτη, αλλά δεν είναι να ξεχνάς και την παλίρροια.

Ό,τι βλέπεις, δεν είναι οπωσδήποτε όλο εκείνο που υπάρχει.

Καλύτερα είναι, ακόμα και με τόσες απουσίες, να μιλήσεις με τα νερά που έρχονται!

kommon.gr/