Λαός, του Θανάση Σκαμνάκη

Λαός, του Θανάση Σκαμνάκη

Ας περιπλανηθούμε σε ουσιώδεις αναζητήσεις. Γύρω μας είναι λαός. Αυτό που αποθεώνει και καταβαραθρώνει η Αριστερά ανάλογα πως της πάει, καθώς δεν έχει ορίσει τι είναι εκείνο που επικαλείται ως λαό. Απλώς έχει καταχωρίσει τη λέξη μαζί με τις άλλες θεοποιημένες, που όσο θεοποιούνται τόσο χάνουν, ή ξεχνούν, το νόημα τους.
Είναι οι γονείς, εργαζόμενοι, εργάτες και μικροαστοί, που δεν αφήνουν τα παιδιά τους να πάνε στο σχολείο μαζί με τα παιδιά των μεταναστών στο Ωραιόκαστρο. Είναι εκείνος ο οδηγός που κατέβασε τα μεταναστόπουλα από το λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη, και οι επιβάτες που δεν έβγαλαν μιλιά.

Είναι εκείνοι που συνεισέφεραν στη δολοφονία του Ζακ, στη Γλάδστωνος, και επί πλέον εκείνοι που βιντεοσκοπούσαν τη δολοφονία – κι όπως το πάρεις αυτό, καθώς αφ’ ενός δεν έπραξαν ώστε να αποτρέψουν την πράξη, αφ’ ετέρου την αποτύπωσαν κάνοντας δυνατή την αποκάλυψη για το τι ακριβώς συνέβη.

Είναι εκείνος που έσπευσε στο Μάτι να προσφέρει βοήθεια στους καιόμενους κατοίκους, κι εκείνος που απεργεί ενώ ο εργοδότης τον απειλεί με απόλυση. Είναι και, είναι και…

Τι είναι εν τέλει;

Λαός είναι ο θερμός υπερασπιστής της ναζιστικής θηριωδίας, εκείνος που αποθέωνε το Χίτλερ στις αυτοκρατορικές εκδηλώσεις του και σε έναν καταστροφικό πολεμικό παροξυσμό, εκείνος που διαδήλωνε υπέρ των όπλων και των ρεβάνς. Είναι κι εκείνος που  γέμιζε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πρώτα οι Γερμανοί που αντιστάθηκαν. Κι εκείνος που πολέμησε το φασισμό. Στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα κλπ.

Είναι οι στρατευμένοι στο ΕΑΜ, αλλά και οι μαυραγορίτες, οι δοσίλογοι, κι εκείνοι, οι πολλοί, που έμεναν, από φόβο ή από προφύλαξη, η αιώνια προφύλαξη, να παρακολουθούν ανάμεσα.

Κι αν πεις για τα πιο σημερινά, λαός είναι που εξέλεξε το Λούλα το 2003 και λαός που εξέλεξε τον νεοφασίστα Μπολσονάρο πριν μερικές ημέρες, εργαζόμενος λαός, φτωχός, καταπιεσμένος.

Είναι εκείνος ο απεργός που τα έβαλε με όλους, έχασε, απολύθηκε, γύρισε σπίτι και τώρα έχει σηκώσει ελληνικές σημαίες και επιτίθεται σε πρόσφυγες και μετανάστες. Κι εκείνη η μάνα που λέει πως το γιό της τον εγχείρησε ο άγιος Νεκτάριος.

Λαός ήταν κι εκείνοι που πήραν μέρος στη συγκλονιστική συγκέντρωση της Παρασκευής πριν το δημοψήφισμα, λαός, και πολλοί οι ίδιοι, κι εκείνος που πήρε μέρος στα εθνικιστικά συλλαλητήρια.

Όλα λαός. Και τι είναι ο λαός;

Θα πεις, είναι θέμα ορισμού; Ίσως να είναι κι αυτό.

Γιατί δουλεύοντας με την ασάφεια και την αοριστία, υπηρετώντας ιδέες που, εν τέλει, δεν γνωρίζουμε, δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να παράγουμε φανατισμό, μονομέρεια και υπερβολή. Και για την Αριστερά αυτά είναι θανάσιμα αμαρτήματα.

Αλλά επειδή η αμαρτία είναι γλυκιά και προσιτή, επαναλαμβάνονται χωρίς τύψεις και χωρίς συνείδηση, συχνά.

Κι επειδή με τη διαλεκτική δεν έχουμε πολύ εξασκηθεί, και τα αντιφατικά φαινόμενα, τις αντιθέσεις που παράγονται και αναπαράγονται μέσα στο κοινωνικό σώμα δεν τις έχουμε πολυμελετήσει και καλοκαταλάβει, προστρέχουμε σε απλές απαντήσεις, ευκολάκια, οπότε άλλοτε ο λαός είναι ετούτο, κι άλλοτε το άλλο, ανάλογα πως θα βολέψει την πολιτική και ιδεολογική μας άποψη.

Κι αν ο λαός μας γυρίζει την πλάτη, τόσο το χειρότερο για εκείνον. Αλλά επειδή χωρίς λαό δεν δικαιώνεται καμία αριστερή ύπαρξη, εμείς εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε εξ ονόματος και εν ονόματί του, και τον περιμένουμε στην επόμενη στροφή όταν θα έχει καταλάβει τι τον συμφέρει. Μέχρι τότε αρκεί που το έχουμε καταλάβει εμείς!..

Φυσικά, καλό θα ήταν να γίνουμε πιο σοβαροί. Η εποχή ευνοεί τη σκέψη, αν και ταυτόχρονα την υπονομεύει.

Θα προσφύγω στα φώτα όχι ενός κλασικού. Αιρετικό θα ήταν καλύτερα να τον πεις. Αριστερός δεν δήλωνε, τουλάχιστον μετά τα εφηβικά του χρόνια. Διαλεκτικός όμως ήταν. Στην ουσία. Αν είναι να καταλάβουμε τον κόσμο όπως είναι, κι όχι όπως τον αναπαριστάνουμε στο κεφάλι μας, βοηθάει να παρακολουθήσουμε τις ακριβείς ισορροπίες του λόγου του. Κι αν διαφωνούμε, και όπου διαφωνούμε, να αποδείξουμε το γιατί και το πως. Δηλαδή να γίνουμε εξ ίσου διαλεκτικοί και σοβαροί.

Αντιγράφω τον Μάνο Χατζιδάκι από το σημείωμα στο δίσκο με τη μουσική του στην παράσταση του έργου του Λ. Πιραντέλλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» (1961-62).

Με τίτλο: «Ολίγα περί λαϊκότητας και περί ακατάλληλων ασμάτων», γράφει:

«… Γιατί αξίζει κανείς να φτιάχνει τραγούδια λαϊκά, που να μην καμώνονται τα λαϊκά με τη φτωχοντυμένη και λαϊκοφανή τους παρουσία. Κι ύστερα είναι ενδιαφέρον να δοκιμάζεις ν’ αφαιρείς την ελληνικότητα που τόσο σε χαρακτηρίζει και στο τέλος να παραμένεις ο ίδιος κι απαράλλαχτος αυτός που είσαι. Η Μεσόγειος βλέπετε, θα μου επιτρέψετε να πω, χάρισε την ίδια θάλασσα σε μένα και στον Πιραντέλλο.

Άλλωστε μ’ ενδιαφέρει να πω περισσότερα με το τραγούδι, σχεδόν πιο πολλά απ’ ό,τι χωράει.

Τώρα αν τα τραγούδια μου είναι λαϊκά ή όχι χωράει συζήτηση. Γιατί, τι συνηθίσαμε να λέμε λαϊκό και τι είναι πραγματικά λαϊκό; Και για να εξηγηθούμε, όταν λέμε κάτι λαϊκό δεν το εννοώ και για το Λαό. Κατά σύμπτωση ο Λαός κάθε άλλο παρά λαϊκός είναι. Τα μπουζούκια, οι μπαγλαμάδες και οι ζουρνάδες, είναι η συνήθεια του.

Εμένα μ’ ενδιαφέρουν εκείνες οι λίγες, οι μοναδικές του στιγμές που ζει, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει την αλήθεια του. Είναι οι στιγμές που είναι άνθρωπος χωρίς τη βία του Χρόνου, χωρίς την αγωνία το Χώρου, χωρίς τη φθορά της τάξης του. Μόνο σ’ αυτές του τις στιγμές ο Λαός δέχεται και εκπέμπει σωστά. Όλα τ’ άλλα είναι φιλολογία».

Μας παραξενεύουν οι εκφράσεις; Κι όμως, η «φθορά της τάξης», όπως το λέει, περιέχει όλη την ιδέα της αλλοτρίωσης που έχουν λησμονήσει εκείνοι οι οποίοι αποθεώνουν την τάξη. Η ιδέα πως ο λαός δεν καταλαβαίνει την αλήθεια του, είναι εξ ίσου ουσιαστική και ακριβής.

Όσο ακριβής είναι και η ιδέα πως υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες απογειώνεται σε μια υψηλή συνείδηση του χρόνου και του χώρου.

Τότε που βρίσκει την ουσία της ζωής και της επιθυμίας του.

Και τότε είναι Ο λαός.

kommon.gr