Γυμνή αλήθεια; , του Θανάση Σκαμνάκη

Γυμνή αλήθεια; , του Θανάση Σκαμνάκη

Στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο “Να ντύσουμε τους γυμνούς”, που παίζεται αυτό το διάστημα στο θέατρο Τέχνης (στην οδό Φρυνίχου), σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, με μια ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών, εικονίζεται, με έναν τρόπο, η δική μας ζωή, το παιχνίδι των πολλαπλών όψεων της αλήθειας και, αντίστοιχα, του ψέματος, των γεγονότων που δεν είναι σχεδόν ποτέ όπως τα περιγράφουν οι “αυτόπτες” μάρτυρες.
Ο Πιραντέλλο παίζει με τις πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας. Μας πείθει (μπλοφάροντας;) μαζί με τα πρόσωπα του έργου, κάθε φορά να πιστεύουμε πως η αλήθεια είναι εκείνη που παρουσιάζεται μπροστά μας. Και την άλλη στιγμή μας αποκαλύπτει πως δεν είναι έτσι.

Μιας εξαρχής μας μπλέκει, ανάμεσα στο γεγονότα, τα πρόσωπα και το μυθιστόρημα, ανάμεσα σε πραγματικότητα και μυθοπλασία, μη θέλοντας να πει ποιο εν τέλει απηχεί την αλήθεια.

“Τα γεγονότα! Τα γεγονότα! Τα γεγονότα είναι  όπως προσλαμβάνονται μες το πνεύμα… Δεν είναι πια γεγονότα αλλά ζωή που φανερώνεται με τη μια ή την άλλη μορφή. Τα γεγονότα είναι το παρελθόν όταν η ψυχή υποχωρεί και η ζωή τα εγκαταλείπει. Ως εκ τούτου δεν πιστεύω στα γεγονότα” δηλώνει ο Λουντοβίκο, ο συγγραφέας στο έργο, μεταφέροντας τη σκέψη του Πιραντέλλο, του συγγραφέα του έργου.

Εν τέλει η ουσία δεν είναι ποτέ εκείνο που δείχνει η εικόνα.

Οι αλλεπάλληλες ανατροπές, οι υπόγειες και εμφανείς διαφοροποιήσεις, οι οπτικές γωνίες, οι συγκρούσεις των συμφερόντων, οι τρόποι και η ικανότητα πρόσληψης, οι πολλαπλές διορθώσεις, την κάνουν (την εικόνα) να αλλάζει κάθε φορά που ένας καινούργιος διάλογος έρχεται να συμπληρώσει τον προηγούμενο. Τόσο που η πραγματικότητα σχεδόν ακυρώνεται.

Αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί πεισματικά (και αντικειμενικά) να υπάρχει, παράγοντας αποτελέσματα για τους εμπλεκόμενους, αλλά και για τους θεατές, οι οποίοι εμπλέκονται κι αυτοί, καθώς γίνονται μάρτυρες των εξελισσόμενων σκέψεων και γεγονότων.

Οπότε το ζήτημα μετατίθεται και γίνεται πλέον θέμα εμών των θεωμένων. Τόσο την παράσταση όσο και την εκτός θεάτρου πραγματικότητα. Και καλούμαστε, συνεπώς, να δώσουμε τη δική μας εκτίμηση, αξιολόγηση και εν τέλει, αυτή καθαυτή τη θέαση των συμβαινόντων.

Τα στρώματα της πραγματικότητας: ένα κρεμμύδι που σε κάνει να κλαις όσο το ξεφλουδίζεις. Αλλά μόνο έτσι μπορείς να φτάσεις στην καρδιά του, στο ουσιώδες.

Στο έργο κεντρικό πρόσωπο είναι μια ευάλωτη, λεηλατημένη κοπέλα που λεηλατεί με τη σειρά της τους άλλους. Κανείς δεν είναι αθώος.

Η ελεγεία των “τίποτα”, των “χαμηλών” ανθρώπων που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον μεγάλο κόσμο και συντρίβονται. Η ίδια ένα τριμμένο ρούχο που το κρεμάνε κάθε βράδυ στον τοίχο, όπως θεωρεί τον εαυτό της, αποπειράται να βγει με έναν θεαματικό τρόπο από την αφάνειά της. Αποπειράται να αυτοκτονήσει και εν συνεχεία διαμορφώνει μια δική της αφήγηση – ένα ψέμα; – για τα συμβάντα.

“Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο αυτού του ψεύδους, και μάλιστα τη στιγμή ακριβώς που βρισκόταν στο χείλος του θανάτου! Ενδέχεται να είναι χρήσιμα για τη ζωή, όχι για το θάνατο όμως, τέτοια ψέματα”, λέει ο Λουντοβίκο, ο συγγραφέας.

Όμως αυτό το “ψέμα” δεν είναι παρά το ρούχο που η ίδια θέλει να φτιάξει για τον εαυτό της όχι για να ζήσει, αλλά για να πεθάνει μ’ αυτό.

Στην Πιραντελλική δραματουργία δεν υπάρχει μια αλήθεια, παρά μόνο ένα παιχνίδι ρόλων και «η ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας δημιουργώντας μια πραγματικότητα, μια για τον καθένα και ποτέ την ίδια για όλους, που αποδεικνύεται κάθε τόσο μάταιη και φανταστική», όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Και αφού έχουν έτσι τα πράγματα, στον κόσμο του Πιραντέλλο, έναν κόσμο μεγεθυμένο ώστε να γίνεται πιο ορατός ο δικός μας (ο οποίος συχνά μας διαφεύγει), εμείς καλούμαστε να απαντήσουμε στο ερώτημα αν η πραγματικότητα είναι όντως κάθε φορά αυτό που νομίζουμε. “Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε” όπως λέει ο τίτλος ενός άλλου έργου του;

Αν μπορούμε πλέον να μιλάμε για την πραγματικότητα, τα γεγονότα και την αλήθεια ως αντικειμενικά συμβάντα πάνω στα οποία στηρίζεται η οργάνωση της ζωής, οι πεποιθήσεις, οι ήττες.

Κάτι που γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα όταν ζούμε στο περιβάλλον των πολλαπλών διαψεύσεων και αμφισβητήσεων. Όταν οι πεποιθήσεις μετατράπηκαν σε “ψευδαισθήσεις”, οι απαρασάλευτες αλήθειες επικύρωναν ένα “μεγάλο ψέμα” και η θυσία κηρύχθηκε ματαιότητα, οπότε κύλισε ο κόσμος σε μια κατακερματισμένη αλήθεια, όχι “η παρθένα με το σατανά”, που είναι μια μείξη, έστω παράταιρη αλλά μείξη, αλλά κάθε “παρθένα” μόνη.

Σαν το “Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες”, όπως το περιγράφει ο Ρόμπερτ Μούζιλ:

“Τίποτε γι’ αυτόν δεν είναι σταθερό. Όλα είναι ικανά να μεταβληθούν, το μέρος σε όλον, σε αναρίθμητα σύνολα, τα οποία πιθανόν ανήκουν σε ένα υπερ-σύνολο που όμως του είναι τελείως άγνωστο. Έτσι κάθε απάντησή του είναι μερική απάντηση, κάθε συναίσθημά του απλώς άποψη, και δεν τον ενδιαφέρει ποτέ το “τι είναι”, αλλά κάποιο δευτερεύον “πως είναι”, κάποιο καρύκευμα που πάντα τον ενδιαφέρει…”

Και εικονίζει τις μέρες του ως : “τη γνωστή ασυναρτησία των ιδεών και την επέκτασή τους χωρίς κέντρο που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή και συνιστά την παράξενη αριθμητική της, η οποία πηδά από τις εκατοντάδες στις χιλιάδες, χωρίς όμως να έχει μονάδα”.

Ας μη βιαστούμε να δώσουμε απάντηση. Φενάκη η πραγματικότητα, άπιαστη η αλήθεια, ή, από την άλλη, θολή και χωλή η ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι άπιαστη, αγνωστικισμός και βάλε, σύγχυση και ιδεαλισμός.

Μάλλον κι εδώ οφείλουμε να αναζητήσουμε απάντηση με τον τρόπο της σύνθεσης και υπέρβασης των αντιθέτων. Αντί για τις μονομερείς, βολικές αλλά αλυσιτελείς απλοποιήσεις, οι οποίες είναι μεν περισσότερο ορατές αλλά ταυτόχρονα λιγότερο αληθινές.

Κι όσο ο κόσμος μας γίνεται πιο ανοίκειος και σκοτεινός, τόσο μια ροπή προς το εύκολο, το απλουστευμένο, γίνεται σχεδόν καθολική. Οπότε θεωρείται φυσικό να κατασκευάζονται αλλεπάλληλα ψέματα προκειμένου να δικαιολογήσουμε και να δικαιώσουμε τις πράξεις, τις λέξεις και τη θέση μας. Αναγκαία ή μη. Ηθελημένα ή όχι.

Η εξόρυξη της αλήθειας είναι μια δύσκολη, και συχνά οδυνηρή, επιχείρηση.

“Νύχτα βαθειά σαν ορυχείο”!

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.