Εβραίοι και μπολσεβίκοι. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Εβραίοι και μπολσεβίκοι. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Enzo Traverso, Κατανοώντας τη ναζιστική γενοκτονία. Ο μαρξισμός μετά το Άουσβιτς (μτφρ.: Κώστας Δεσπονιάδης, Σοφία Σάζο), Επέκεινα 2017

Μπορεί να δει κανείς τη βεβήλωση, ξανά και ξανά, των εβραϊκών μνημείων της Θεσσαλονίκης σαν διεκδίκηση ενός πιστοποιητικού «γνησιότητας»: ένα μήνυμα ότι «αυθεντικοί» υπερασπιστές της («μίας, μοναδικής, ελληνικής») Μακεδονίας δεν είναι αυτοί που φαντάζονται ότι συνεχίζουν τον Παύλο Μελά μόνο – αλλά οι επίδοξοι μιμητές και του Άντολφ Άιχμαν, του επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο.

Ξεκομμένα από τα συμφραζόμενά τους, τα επεισόδια αντισημιτισμού που πληθαινουν πια, φαίνονται αναχρονισμοί: απεγνωσμένες προσπάθειες των νοσταλγών του Άιχμαν να υποκαταστήσουν τη δύναμη που ακόμα δεν έχουν, με την ωμότητα, που εμφανώς τους περισσεύει. Τα «συμφραζόμενα», ωστόσο, μιλούν για το βάρος των «μεμονωμένων». Κι αυτό που λένε είναι πως ο αντισημιτισμός δεν είναι υπόθεση του εικοστού αιώνα που έκλεισε δύο φορές – μια φρικαλέα, με την Τελική Λύση, το Άουσβιτς, και μια λυτρωτική για τα θύματα, με τη δημιουργία, μεταπολεμικά, του κράτους του Ισραήλ.

Τουλάχιστον στις βάρβαρες όψεις του, ο εικοστός αιώνας συνεχίζεται. Το γεγονός πως ο πιο επιδραστικός, ίσως, συγγραφέας της εποχής μας είναι ο Έντζο Τραβέρσο, ένας ιστορικός που έχει καταπιαστεί συστηματικά και θαρραλέα με τις φρικαλεότητες της περιόδου 1914-1944, και ειδικά με το εβραϊκό ζήτημα, είναι από τις πολλές ενδείξεις του πώς βιώνουμε την εποχή: «η βαρβαρότητα», γράφει ο ίδιος στη συλλογή δοκιμίων Κατανοώντας τη ναζιστική γενοκτονία, «δεν είναι απλώς πιθανή, είναι εγγενώς συνδεδεμένη με τον πολιτισμό που ζούμε» (σ. 170).

Μήπως παραείναι αφοριστική ή απαισιόδοξη η θέση αυτή; Οι κοινωνίες που επικαλούνται τον Διαφωτισμό, εξηγεί ο Τραβέρσο, είναι κοινωνίες σημαδεμένες από την ανικανότητα της διαφωτιστικής κουλτούρας «να επιτύχει μια σύνθεση ανάμεσα σε μια καθολική αντίληψη για την ανθρωπότητα και την αναγνώριση της ανθρώπινης διαφορετικότητας» (σ. 9). Η ζυγαριά γέρνει μια προς τη μία πλευρά και μια προς την άλλη.

Η Γαλλική Επανάσταση και ο πολιτικός φιλελευθερισμός χειραφέτησαν τους Εβραίους, αναγνωρίζοντάς τους ότι είναι «άνθρωποι όπως όλοι οι άλλοι». Όμως, ούτε οι φιλελεύθεροι, ούτε οι σοσιαλιστές, ούτε οι μαρξιστές αμφισβήτησαν την απαίτηση των φιλελεύθερων κρατών, για να έχει κανείς νομική υπόσταση, να αφομοιωθεί στα εθνικά κράτη. Οι Εβραίοι, εν προκειμένω, έπρεπε (και αρκούσε) να γίνουν Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί πολίτες. Ο σιωνισμός, ο εβραϊκός εθνικισμός, αντέγραψε τη λογική αυτή: να μη νοείται πολίτης, υποκείμενο δικαιωμάτων, παρά μόνο στο πλαίσιο εθνικών κρατών και εθνικών συνόρων (σ. 10).

Πόσο αποφασιστική ήταν αυτή η σύνδεση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη ενός εθνικού κράτους και την ίδια τη ζωή, το δείχνει η κλιμάκωση του αντισημιτισμού στην Ευρώπη: το 1935 αφαιρείται από τους Εβραίους η γερμανική υπηκοότητα, το 1938 η ιταλική και η αυστριακή, το 1940 η γαλλική. Από εκεί και μετά ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για την Τελική Λύση.

Η αποφασιστική σημασία του εθνικού κράτους, η θεσμοποίηση του αντισημιτισμού στη Γερμανία –αλλά και οι διοικητικές μέριμνες και οι βιομηχανικές μέθοδοι με τις οποίες εξοντώθηκαν οι Εβραίοι– δείχνουν πόσο «σύγχρονη», πόσο καινούρια ιστορία είναι η βαρβαρότητα: Το 1935 μια αντισημιτική νομοθεσία ορίζει τους Εβραίους εχθρούς της άριας φυλής: το να είσαι Γερμανός, στο εξής, προϋποθέτει και επίσημα πια πρώτα να μην είσαι Εβραίος. Σε δεύτερη φάση, το 1938, απαλλοτριώνονται τα υπάρχοντά τους. Στην τρίτη φάση, οι Εβραίοι συγκεντρώνονται, εκτοπίζονται από τις χώρες όπου επικρατούν οι ναζί, και εξαλείφονται (1940-44). «Δεν ήταν μια προγραμματισμένη διαδικασία», εξηγεί ο Τραβέρσο, «αλλά μια σειρά από μέτρα συνδεδεμένα μεταξύ τους όπως οι διαφορετικοί κρίκοι μιας αλυσίδας, που προκλήθηκε από τη σταθερή ριζοσπαστικοποίηση των ναζιστικών πολιτικών» (σ. 23). Δεν υπήρχε έτοιμο πρόγραμμα. Ενόσω συνέβαιναν αυτά, λοιπόν, τα «μεμονωμένα» κρούσματα, το μέγεθος της καταστροφής δεν το συνειδητοποιούσαν ούτε αυτοί που την υφίσταντο.

Τυφλότητα και σιωπές του μαρξισμού μπροστά στο εβραϊκό ζήτημα

Ο Χορκχάιμερ προειδοποιούσε πως όποιος δεν ήθελε να μιλά για τον καπιταλισμό, θα έπρεπε να σωπαίνει και για τον ναζισμό. Στο Κατανοώντας τη ναζιστική γενοκτονία, ο Τραβέρσο στέκεται κριτικά στην κατοπινή διαδρομή της Σχολής της Φραγκφούρτης, για την πεποίθησή της πως μετά το Άουσβιτς οι ουτοπίες τελείωσαν. Όμως, παρατηρεί ο ίδιος, ο μαρξισμός είχε σταθεί κι αυτός τυφλός απέναντι στη σοβαρότητα του εβραϊκού ζητήματος. Το γιατί το έχει εξηγήσει ο ίδιος από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, στη διδακτορική διατριβή του με τον Μικαέλ Λεβί (Το Εβραϊκό Ζήτημα. Η ιστορία μιας μαρξιστικής διαμάχης):

Το Εβραϊκό ζήτημα –λέει εκεί ο Τραβέρσο– αποκαλύπτει την τυφλότητα του μαρξισμού για τη σημασία τόσο της θρησκείας όσο και του έθνους στον σύγχρονο κόσμο. Καθώς ο Ιουδαϊσμός –ως χιλιαστική θρησκεία– αναγόταν στο εποικοδόμημα μιας αστικής εμπορικής κάστας, ο μετασχηματισμός του θρησκευτικού αντι-ιουδαϊσμού σε σύγχρονο φυλετικό αντισημιτισμό ήταν ακατανόητος […] Το ίδιο όριο ίσχυε και για τη θεώρηση του έθνους. Στοιχειωμένοι από την αναζήτηση ενός «αντικειμενικού» ορισμού για το εθνικό φαινόμενο, οι μαρξιστές εντόπισαν τα συγκροτητικά στοιχεία  του έθνους στην οικονομία, τη γλώσσα, το έδαφος κλπ., ξεχνώντας συχνά υποκειμενική του διάσταση, τη συνείδηση δηλαδή μιας ομάδας ότι συγκροτεί μια κοινότητα πολιτισμού, την οποία συνέχει ένα συλλογικό πεπρωμένο (1).

***

Εβραίοι και μαρξιστές συναντήθηκαν ξανά και ξανά. Η πυκνή παρουσία Εβραίων στα επαναστατικά δρώμενα στη Ρωσία (πριν από την τραγική μοίρα πολλών από αυτούς στη σταλινική περίοδο, μεταξύ 1930 και 1940) ήταν μια από τις όψεις αυτής της συνάντησης: αυτή που ώθησε τους αντισημίτες της εποχής να ταυτίζουν Εβραίους και κομμουνιστές. Το 1922, έτσι, εκδίδεται το φυλλάδιο «Εβραϊκός Μπολσεβικισμός» στη Βρετανία, ενώνοντας τον εσωτερικό με τον εσω-εξωτερικό εχθρό. Με τον Ρόζεμπεργκ, τον προπαγανδιστή των ναζί, η ενοποίηση αυτή, ο όρος «ιουδαιομπολσεβικισμός», μπαίνει στην ημερήσια διάταξη: Εβραίοι και κομμουνιστές είναι το συνώνυμο του διεθνισμού, στοιχεία εξ ορισμού εχθρικά.

Αυτή η εγγύτητα, ωστόσο, θα έχει όρια. Βλέποντας τον εθνικοσοσιαλισμό ως απλό επιφαινόμενο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, οι μαρξιστές των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα ασχολήθηκαν ελάχιστα με την ιδιαιτερότητα του αντισημιτισμού. Με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, η τυφλότητα (σ. 72-3) θα γίνει σιωπή: με την ευφορία για τη σοβιετική νίκη επί των ναζί, ξανακερδίζει έδαφος ένας μαρξισμός ταυτισμένος με τη φιλοσοφία της προόδου – την αντίληψη που βλέπει την ιστορία ως γραμμική πορεία προς τα μπρος, από νίκη σε νίκη.

Στο Κατανοώντας… ο Τραβέρσο δείχνει προς τον αντίποδα. Να μην εγκαταλειφθεί ο μαρξισμός, στο βαθμό που μετά το Άουσβιτς η ταξική πάλη και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι συνεχίζονται. Αλλά να προσεχθεί εκείνη η παράδοση του απαισιόδοξου μαρξισμού – του μαρξισμού των ηττημένων: του Βάλτερ Μπένγιαμιν, της Ρόζας, του Τρότσκι, του Μαντέλ («αυτού του μη εβραϊκού Εβραίου», στον οποίο αφιερώνεται το βιβλίο). Κι αυτό γιατί η βαρβαρότητα παραμένει ενεργή πλευρά της ιστορίας: Η επάνοδος του αντισημιτισμού είναι ένα τεκμήριο. Ένα άλλο είναι η σημερινή υποκατάσταση του «εβραιομπολσεβικισμού» από την ισλαμοφοβία, που επισημαίνει ο Τραβέρσο στα Νέα πρόσωπα του φασισμού.

Οι τάσεις που, αδυνατίζοντας τη μνήμη, μας εξοικειώνουν με τη βαρβαρότητα δεν έρχονται μόνο από τους απροκάλυπτους νοσταλγούς του Άιχμαν: ό,τι φουσκώνει τα πανιά τους είναι η όλο και πιο συντηρητική αναθεώρηση της ιστορίας, θύμα της οποίας είναι και η μοναδικότητα του Άουσβιτς. Αξίζει να σταθούμε στο σημείο αυτό, ωστόσο, γιατί η υπεράσπιση της μοναδικότητας αυτής δεν είναι το ίδιο απ’ όπου κι αν προέρχεται:

[…] με το να αρνούμαστε ή να υποβιβάζουμε αυτή τη μοναδικότητα εξυπηρετούμε στη μια περίπτωση την αποκατάσταση του παρελθόντος των Ναζί, και στην άλλη αποφεύγουμε να ερμηνεύσουμε το φασιστικό παρελθόν ως μια κοινοτοπία […] ο «ιστορικός σχετικισμός» μπορεί να πάρει τελείως διαφορετικές μορφές. Αυτοί που αρνούνται τη μοναδικότητα του Άουσβιτς δεν είναι όλοι αναθεωρητές της ιστορίας. Αυτοί που την επικαλούνται ορισμένες φορές αποδεικνύεται ότι είναι εντελώς τυφλοί σε άλλες μορφές βίας […] Ο πιο καλός τρόπος για να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη της γενοκτονίας είναι σαφώς να μην αρνούμαστε την ύπαρξη άλλων, να μην δημιουργήσουμε μια θρησκευτική λατρεία γύρω από αυτήν, απορρίπτοντας κάθε σύγκριση ως μια επικίνδυνη βεβήλωση. Η Shoah σήμερα διαθέτει και τα δύο δόγματα –η αδυναμία σύγκρισης και εξήγησης έχουν ανυψωθεί σε κανονιστικές αξίες– καθώς και τρομερούς φύλακες του ναού. Η αναγνώριση της ιστορικής μοναδικότητας του Άουσβιτς μπορεί να έχει ένα νόημα μόνο εάν συμβάλλει στην προώθηση μιας γόνιμης διαλεκτικής μεταξύ μνήμης και παρελθόντος, καθώς και στην κριτική του παρόντος. Ο στόχος πρέπει να είναι να φωτίσουμε τα πολλά νήματα που προσδένουν τον κόσμο μας με τον πολύ πρόσφατο κόσμο στον οποίο γεννήθηκε αυτό το έγκλημα (σ. 129-30).

http://alterthess.gr