Διαλεκτική ενάντια στο αδιέξοδο, της Μαρίας Παναγοπούλου

Διαλεκτική ενάντια στο αδιέξοδο, της Μαρίας Παναγοπούλου

Το σύμπαν απαρτίζεται από ζεύγη αντιθέτων, που ενώ στην πρωτογενή τους μορφή αλληλο-αναιρούνται, μόλις εμπλακούν στη χαοτική συνθήκη της ελεύθερης αλληλεπίδρασης και των μη αναστρέψιμων μεταβολών κατοχυρώνουν μια παρουσία και την περεταίρω διαλεκτική τους ανάπτυξη. Μέσ’ απ’ αυτή γονιμοποιείται η πραγματικότητα κι εξασφαλίζεται η συνέχεια. Από την πρώτη υλική δομή μέχρι τους γαλαξίες· από ένα μόριο που αυτο-αναπαράγεται μέχρι τα πρωτεύοντα θηλαστικά· κι από τους φυσικούς νόμους έως την ανάδυση της βούλησης, η διαλεκτική στον ιστορικό χρόνο κινεί τόσο την ανάπτυξη του εκάστοτε επιπέδου, όσο και τη γέννηση του επόμενου. Η μάχη των εξελισσόμενων επιπέδων πληροφορίας ενάντια στην εντροπία ισοδυναμεί με την αιώνια επανάσταση της ύπαρξης. Και η συνέχειά της κρίνεται στην ευρωστία της διαλεκτικής «ζύμωσης» που τροφοδοτεί κάθε φορά τις εξελίξεις… Στην περιοχή –ή εκδοχή- του σύμπαντος που μας ενδιαφέρει, πεδίο αναφοράς είναι ο λόγος. -Εκεί όπου ένα ενσυνείδητο υποκείμενο συγκροτείται μέσα απ’ τον ατομικό διαχωρισμό· ελέγχει το περιβάλλον του σαν μέλος της κοινωνίας· και ζει ανάμεσα στο ανικανοποίητο και τη λήθη… Ο άνθρωπος κολυμπά σε μια θάλασσα αντιφάσεων. Κι όσο πιο έτοιμος είναι να τις αντιμετωπίσει, τόσο λιγότερο έρμαιο γίνεται.
Η αποφυγή της διαλεκτικής δουλειάς κατά την ερμηνεία της πραγματικότητας «φοριέται» πολύ στην κοινωνία μας και παίρνει δύο μορφές: Από τη μία επινοούνται ξεκάθαρα δίπολα -εννοιών, καταστάσεων, «επιλογών»- που παρουσιάζουν μια εικόνα του κόσμου τακτοποιημένη σε κατηγορίες -και αδιαπέραστη στην ουσιαστική κριτική- ή που αντικαθιστούν την αυτογνωσία με απατηλά καθρεφτίσματα. Κι από την άλλη, διαφορές που όντως υπάρχουν και προσδιορίζουν τη ζωή μας παρουσιάζονται ως «ξεπερασμένες»· με πρώτο θύμα ασφαλώς την ταξική ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων. Τόσο η αναπαραγωγή σχηματοποιημένων αντιθέσεων όσο και η ισοπέδωση των διαφορών επιτυγχάνουν μια απατηλή πραγμάτευση που ελκύει τους πολλούς, γιατί γίνεται πιο εύκολα, απαλλάσσοντας από τον μόχθο της διαρκούς αναζήτησης αλλά και από το ενοχλητικό αίσθημα της αβεβαιότητας. Μόνο που έτσι αντί κανείς να βρίσκει διεξόδους μάλλον βραχυκυκλώνεται… Το σύστημα εξουσίας, πότε άμεσα πότε εντέχνως, προμοτάρει σε όλα τα επίπεδα αυτές ακριβώς τις μεθόδους, έτσι ώστε να εξασφαλίζει τη συρρίκνωση κάθε πραγματικά ανατρεπτικής οπτικής. Και όποιος θέλει να το αντιπαλέψει, οφείλει να επιδιώκει συνειδητά την υπέρβασή τους.

Στην πλειονότητά του όμως, ο λόγος που αρθρώνεται ενάντια στο σύστημα μάλλον συμμετέχει στη διαιώνιση του προβλήματος. Η αριστερή απεύθυνση τείνει να βασίζεται σε εύκολες κατηγοριοποιήσεις και στερεοτυπικές αντιθέσεις, προκειμένου να παρέχει έναν ευανάγνωστο, «φιλικό στον χρήστη» χάρτη της πραγματικότητας. Κάθε φορά που ένα ζήτημα απαιτεί βαθύτερη ανάλυση και λεπτότερες διακρίσεις· που φέρνει αμηχανία ή δεν κολακεύει· που αφαιρεί ασφάλεια (για τη διατύπωση της ορθής θέσης) ή προσθέτει κόπο (για την ολόπλευρη κατανόησή του) μπαίνει μπροστά η μηχανή του λαϊκισμού και της υπεραπλούστευσης. -Και κάθε φορά εξάλλου που τίθεται ένα δίλημμα, η σπουδή της ξεκάθαρης τοποθέτησης μοιάζει να επισκιάζει τα πιθανά οφέλη μιας βαθύτερης συζήτησης.

Ασφαλώς η διατύπωση εύληπτων ερμηνειών -που αγγίζουν, πείθουν ή εμψυχώνουν- είναι κάτι παραπάνω από χρήσιμη. Όταν όμως αυτό γίνεται σε βάρος της ακρίβειας -δηλαδή της αλήθειας- θυμίζει τον φαύλο κύκλο που καλλιεργούν οι περιβόητες «μετρήσεις» των τηλεοπτικών εκπομπών· όπου το «αυτά θέλει ο κόσμος» δικαιολογεί τη διαιώνιση της ευτέλειας, όταν στην πραγματικότητα η εκπαίδευση στην ευτέλεια είναι που αναπαράγει τη ζήτηση γι’ αυτήν. Παρόμοια καταστέλλει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ο εθισμός στον σχηματικό, απλουστευτικό πολιτικό λόγο. Είτε αντανακλά επιρρέπεια στην «ευκολία», είτε συμμόρφωση –εν είδει «μάρκετινγκ»- στα γούστα ενός «κοινού» γαλουχημένου με σλόγκαν και μονοδιάστατες αλήθειες, η τακτική αυτή έχει το αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα… Ο ετερο-καθορισμός που κρύβεται πίσω από την αποδοχή αδιέξοδων διαζεύξεων είναι ένας δρόμος που οδηγεί στην ήττα: Συνηθίζει κανείς άλλα να βλέπει, άλλα να λέει, άλλα να σκέπτεται, και τελικά να μην πιστεύει ούτε ο ίδιος τον εαυτό του. Τα ερωτήματα που δεν έχουν εύκολη απάντηση πότε σπρώχνονται στην άκρη και μας στοιχειώνουν και πότε μας διασπούν σε κομμάτια αναλόγως των –δεδομένων- απαντήσεων που επιλέγουμε. Όταν θα έπρεπε να αξιοποιούνται ως αφορμή για επίπονη αλλά γόνιμη επεξεργασία.

Αξίζει να εστιάσει κανείς στις «δύσκολες» αντιθέσεις μ’ ένα βλέμμα «αθώο» απ’ όσα μπορεί να θεωρούνται δεδομένα και τροφοδοτούμενο κατά το δυνατό από την καθημερινή εμπειρία. -Υπάρχουν πλήθος διλήμματα και «τρικλοποδιές» ή αμφιλεγόμενα ζητήματα που απλώς αποφεύγονται. Υπάρχουν εξάλλου βασικά δίπολα που ταλαιπωρούν με διάφορους τρόπους τη σκέψη και την πράξη της αριστεράς, όπως η διάκριση ρεφορμιστικού – επαναστατικού· ο συνδυασμός τακτικής και στρατηγικής ή η σχέση μεταξύ θεωρίας και δράσης. Στο κέντρο όλων τέλος βρίσκεται ο άνθρωπος και η σχέση του με την πραγματικότητα: Όλα σε κάποιο βαθμό ανάγονται ή συνδέονται με την αντιφατική συνθήκη συγκρότησης του υποκειμένου. -Και επιστρέφουν στη διαλεκτική σχέση αντικειμενικότητας – υποκειμενικότητας.

Διχασμοί

Στον αιώνιο αγώνα για πιο δίκαιη κοινωνική οργάνωση, μακρές περίοδοι πάλης εντός του εκάστοτε κοινωνικο-πολιτικού πλαισίου ακολουθούνται από «στιγμές» κατά τις οποίες το ίδιο το πλαίσιο ανατρέπεται. Η προσέγγιση του στόχου στην πρώτη περίπτωση συνίσταται σε σποραδικά και ασταθή βήματα· ενώ στη δεύτερη σ’ ένα μεγάλο άλμα. Οι κοινωνίες που ζουν αυτό το άλμα ωστόσο, το πληρώνουν ακριβά -σε βία και χάος… Ζυγίζοντας οφέλη και ζημιές, κάθε άνθρωπος μπορεί να δει διαφορετικά το ζήτημα. Κάποιος πάντως που θέλει να εμπλακεί σε κοινωνικούς αγώνες, θα πρέπει ν’ αποφασίσει -δεδομένου ότι η «ιστορική αναγκαιότητα» δεν είναι παρά η σύνθεση προσωπικών βουλήσεων- με ποιους θα συστρατευθεί: Με όσους αξιοποιούν τα μέσα που προσφέρει  το σύστημα για να το μεταρρυθμίσουν ή με όσους επιδιώκουν τη συνολική του αντικατάσταση; Οι πρώτοι βλέπουν την επανάσταση σαν αποτυχία της προσπάθειάς τους, οι δεύτεροι σαν εκπλήρωση της δικής τους. Και αναλόγως αντιλαμβάνονται οι μεν και οι δε την –εν καιρώ ομαλότητας- δράση τους.

Η πρώτη τάση (που εκφράζεται με συμμετοχή στα πεδία αποφάσεων –ή και περιορισμένης συγκρουσιακότητας ακτιβισμό-) εμπνέεται από άμεσα ορατούς στόχους και κάποτε «ανταμείβει» με βελτιώσεις. Αλλά δεν υπηρετεί κατ’ ανάγκη το όραμα μιας διαφορετικής κοινωνίας. Αφενός γιατί τα όποια οφέλη μπορούν ν’ αναστραφούν, να περιορίζονται σε λίγους, ή να μην έρχονται ποτέ. Και αφετέρου γιατί σ’ αυτό τον αγώνα δε συντάσσονται όλοι κάτω από την ίδια σημαία: άλλοι θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο κι άλλοι μόνο τη δική τους θέση μέσα σ’ αυτόν. Η πίστη σε μια μεταρρυθμιστική εξάλειψη της εκμετάλλευσης αποδεικνύεται μάλλον απατηλή· κι αυτή η διαπίστωση συμπυκνώνει το εύλογο της δεύτερης τάσης -αυτής που προτάσσει την αναγκαιότητα της επανάστασης: Όσο αναπτύσσεται το οικοδόμημα, τόσο πιο συμπαγές και άτρωτο γίνεται -και τόσο πιο ανώφελο είναι να προσπαθείς να το αλλάξεις κομμάτι-κομμάτι. Ενώ καθώς το σύστημα εκφοβίζει, παραπλανά ή ενσωματώνει, καλλιεργούνται άμυνες και τρόποι προσαρμογής που επιτρέπουν τη διαιώνιση της κατάστασης επ’ αόριστον.

Οι θιασώτες του ειρηνικού δρόμου, περιορίζοντας τα μέσα περιορίζουν και τους στόχους. Εφόσον δεν απειλούν το σύστημα εξουσίας, ζητούν μόνο ό,τι και το ίδιο θέλει να δώσει: το ελάχιστο που μπορεί κάθε φορά να εμποδίσει την κλιμάκωση της δυσαρέσκειας. Για δε εκείνους που αναγνωρίζουν την επανάσταση ως το μοναδικό εφαλτήριο για ουσιαστική αλλαγή, προκύπτει το καθήκον μιας διάκρισης, για την οποία έχουν ξοδευτεί τόνοι μελάνης: Στον βαθμό που η αγωνιστική δράση ορίζει τις εξελίξεις, ποιες μορφές πάλης φέρνουν πιο κοντά τη «στιγμή» της επανάστασης και ποιες ενδεχομένως την απομακρύνουν;

Η αναγκαιότητα του ερωτήματος είναι προφανής. Η αντιμετώπισή του όμως γίνεται εύκολα ένας λαβύρινθος από αδιέξοδα -με σοβαρές επιπτώσεις στην απήχηση της επαναστατικής οπτικής στον κόσμο: Πρώτ’ απ’ όλα, οι διαφορετικές απαντήσεις οδηγούν σε πολυδιάσπαση κάνοντας αδύνατη τη συγκρότηση ενιαίου στρατοπέδου -κάτι που καθηλώνει την όλη δυναμική σε χαμηλά επίπεδα. Κι έπειτα η ίδια η δράση διατρέχεται από αντιφάσεις που μπορεί να είναι ερμηνεύσιμες -και γι’ αυτό αόρατες- σε όσους την οργανώνουν ή συμμετέχουν ήδη σ’ αυτήν, αλλά στον υπόλοιπο κόσμο -αυτόν που φιλοδοξούν να πείσουν, να εμπνεύσουν και να προσελκύσουν- παραμένουν αδούλευτες και γι’ αυτό αποτρεπτικές.

Μια θολή περιοχή είναι π.χ. η συμμετοχή στις εκλογές και τους αντίστοιχους θεσμούς, σε συνδυασμό με έναν μονόπαντα απο-νομιμοποιητικό λόγο περί του ρόλου τους. Στον βαθμό που η κριτική αφορά όχι τη διαχείριση που τους γίνεται, αλλά τους ίδιους τους θεσμούς ως δομικά συνυφασμένους με το εκμεταλλευτικό σύστημα, υπάρχει μια ανακολουθία. Κι αν οι στρατηγικοί λόγοι που τη δικαιολογούν δεν είναι ξεκάθαρα επεξεργασμένοι και συνειδητοί, μπορεί αυτή να γίνει πηγή αμφιθυμίας ακόμη και για τους ίδιους τους συμμετέχοντες.

Ένα ακόμη ζήτημα που χρειάζεται να τεθεί ανοικτά είναι αυτό της βίας· συγκεκριμένα τού πώς μπορούν να εναρμονίζονται η κατάφαση και η άρνηση μπροστά στις διαφορετικές διαστάσεις της: Από τη μία υπάρχει η βία που εκδηλώνεται εξ ανάγκης ως στοιχείο της σύγκρουσης. Και καθώς η σύγκρουση είναι αναπόφευκτος ορίζοντας στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, πρέπει ο καθένας να βρει τρόπο να διαχειρισθεί αυτή την αναγκαιότητα. Από την άλλη, υπάρχει η βία που αποτελεί την καρδιά του αντίπαλου στρατοπέδου: Η δόμηση μιας κοινωνίας πάνω στην εκμετάλλευση. Και σαν αντικαθρέφτισμα σε κάθε ατομική συνείδηση, η -πολύπλευρα ενορχηστρωμένη απ’ το σύστημα- εσωτερίκευση του ανταγωνιστικού βιοτικού προτύπου, που τη φυσικοποιεί. -Κι αυτή η βία εύκολα καταπίνει όποιον δεν στέκει συνειδητά απέναντί της.

Σε ό,τι αφορά την καθαυτό δράση, κάθε πιθανή μορφή ακτιβισμού αξιολογείται με πολύπλοκα κριτήρια και εξαντλητικές θεωρητικές αναλύσεις σε μια διαδικασία που μοιάζει με προσπάθεια στεγανοποίησης απέναντι στο λάθος. Πράγμα που οδηγεί σε δυσκαμψία και αδυναμία πειραματισμού. Όταν δε η δράση εκδηλώνεται κάπου αυθόρμητα, κατά κανόνα είτε αυτή απορρίπτεται είτε επιδιώκεται η χειραγώγησή της.

Ακόμη και η διακίνηση των ιδεών τέλος επιβαρύνεται μ’ ένα ειδικό, «ξύλινο» λεξιλόγιο -προορισμένο να δίνει κάθε φορά ακριβές ιδεολογικό στίγμα- που κάνει το μήνυμα στριφνό, «δασκαλίστικο» και μακριά από την πραγματικότητα του αποδέκτη.

Η ζωή των υποτελών τάξεων ωστόσο εξακολουθεί να υποβαθμίζεται· και είναι πολύ «λίγη» γι’ αυτές μια πρωτοπορία που μοιάζει να υπάρχει κυρίως για να διατυπώνει τη σωστή θέση. Η προσήλωση στην προοπτική της επανάστασης, όταν δεν αγκυρώνεται επαρκώς στο παρόν, συνιστά μια αδηφάγο υπέρβαση που διαταράσσει τη σχέση με το πραγματικό ενώ ταυτόχρονα «φετιχοποιεί» την εξέγερση. Ενώ για τους εκτός αυτού του κύκλου, η αδυναμία σύνδεσης της επαναστατικής αριστεράς με το εδώ και τώρα γίνεται παράγοντας απώθησης. -Και ασφαλώς, χαμηλή μαζικότητα σημαίνει ακόμη πιο συρρικνωμένοι ορίζοντες δράσης.

Σ’ αυτό το κλίμα, παχιά λόγια, τσιτάτα και καβγάδες με «επαναστατικόμετρα» λειτουργούν σαν υπεραναπλήρωση, την ίδια στιγμή που η διατύπωση ενός πραγματικού επαναστατικού σχεδίου θα φάνταζε μια έωλη φιλοδοξία. Όμως το σχέδιο είναι αυτό που δίνει νόημα και λόγο ύπαρξης σε μια επαναστατική συλλογικότητα. Χωρίς αυτό η αξιοπιστία της χάνεται· και μαζί κι η δυνατότητά της να συσπειρώνει κόσμο -πράγμα που ανατροφοδοτεί το αδιέξοδο… Φαίνεται ότι τη διαλεκτική ανάπτυξη θεωρίας – δράσης κατατρύχει ένας φαύλος κύκλος, που πρέπει σε κάποιο σημείο του να σπάσει.

…Αν η επανάσταση δεν είναι αυτοσκοπός -αλλά το μέσο για την οικοδόμηση ενός άλλου κόσμου- τότε ο επαναστατικός σχεδιασμός θα πρέπει να έχει σαν σημείο αναφοράς αυτόν ακριβώς τον κόσμο. Μια τέτοια μετατόπιση του «βαρυτικού κέντρου» δε θα σήμαινε εντέλει λιγότερο λόγο περί επανάστασης, αλλά αντιθέτως πιο παραγωγικό. Η συζήτηση για τη μορφή της κοινωνικής οργάνωσης που θα υπερβεί τη δομική εκμετάλλευση είναι αυτή που πραγματικά μπορεί να στρατεύσει κόσμο στον αγώνα. -Και να ξεμπλοκάρει τα υπόλοιπα· καθώς η μεν απεύθυνση κερδίζει σε βαρύτητα, η δε αυτο-δέσμευση, σε διαύγεια και πίστη.

Αλλά κυρίως, είναι αυτή που θα αναζωογονήσει τον προσανατολισμό της δράσης. Ίσως να χρειάζεται περισσότερη «εξερεύνηση» π.χ. το πεδίο των κάθε είδους αντι-δομών, όπως ανοικτές συνελεύσεις, δίκτυα αλληλέγγυας οικονομίας, ή ακόμη και εναλλακτικές κοινότητες, εφόσον αυτές συγκροτούν εστίες καλλιέργειας, υπό κλίμακα, μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης. Εξάλλου η αγωνιστική στάση κάθε ατόμου αντανακλά τους όρους του κοινωνικού οράματος που έχει ενστερνισθεί -τραβώντας προς τη δημοκρατικότητα ή τον αυταρχισμό, την αφοσίωση ή τον καιροσκοπισμό, την κοινωνική δικαιοσύνη ή τον ρεβανσισμό κ.λπ. Εντέλει αναδεικνύεται το -μάλλον παραμελημένο- καθήκον της ουσιαστικής επίδρασης στις συνειδήσεις -της μάχης των συσχετισμών εντός της κοινωνίας- με επίδικο ένα ζωντανό, συλλογικά διαμορφωμένο πρόπλασμα του αυριανού κόσμου.

Προσωπικό υποκείμενο

1. Διαλεκτική υποκειμένου

Μια πράξη προσδιορίζεται πάνω απ’ όλα από το υποκείμενο που την επιτελεί. Και η πολιτική δράση επιτελείται από συλλογικότητες. Κλειδί, συνεπώς, της αναμέτρησης του υποκειμένου με την αντικειμενική πραγματικότητα είναι η διαλεκτική της ταυτότητάς του: Πώς το συλλογικό υποκείμενο συγκροτείται από τα ατομικά, και -για να γίνει αυτό- πώς το ατομικό υποκείμενο καλλιεργεί και διαχειρίζεται έναν «ατομικό» κι έναν «συλλογικό» εαυτό. -Μ’ άλλα λόγια, ο τρόπος της μεν συγκροτούμενης συλλογικότητας να συμπεριλαμβάνει, των δε συγκροτούντων ατόμων να συμπεριλαμβάνονται.

Στη βάση της στράτευσης ενός ατόμου βρίσκεται ένα μίγμα -σε διαφορετική κάθε φορά αναλογία- των ίδιων πάνω-κάτω παραγόντων: Υπάρχει το προσωπικό βίωμα της εκμετάλλευσης, κάποια αντίληψη της συνολικότερης κοινωνικής αδικίας, και ασφαλώς μια σχετική νοητική επεξεργασία (π.χ. γιατί είναι έτσι, πώς θα έπρεπε να είναι, τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό). -Τα δύο πρώτα κινητοποιούν το άτομο να δράσει. Το τρίτο κάνει κάτι τέτοιο εφικτό, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη συλλογική οργάνωση. Όλα μαζί αλληλο-τροφοδοτούνται και συνθέτουν μια προσωπική πολιτική στόχευση.

Το έδαφος όπου θεμελιώνεται η πολιτική ένταξη είναι η κοινή ερμηνεία του αντικειμενικού κόσμου: Κατά κάποιον τρόπο, η πολιτική στράτευση ενός ατόμου ξεκινά όταν ο προσωπικός του αναστοχασμός εξελίσσεται, μέσα από τη σύνδεση με τη συλλογική θεωρία, σε μια νέα, πλουσιότερη αντίληψη για τα πράγματα. -Και εσωτερικεύεται, όταν αυτή η νέα αντίληψη αλληλεπιδρά με τα προσωπικά του κίνητρα. Η –αντιστοίχως νέα- προσωπική στόχευση που διαμορφώνεται έτσι κλείνει το κύκλωμα προσερχόμενη στην ώσμωση με τον συλλογικό στόχο. Σχηματικά, η πραγματική συμμετοχή του ατόμου είναι ένας συνεχής κύκλος ανατροφοδότησης ανάμεσα στη διαλεκτική σχέση ατομικού και συλλογικού υποκειμένου από τη μία, και σ’ αυτήν «ατομικού» και «συλλογικού» εαυτού -εντός του ατομικού υποκειμένου- από την άλλη.

Συνεπώς, η ποιότητα συγκρότησης της πολιτικής συλλογικότητας -στον βαθμό που εξαρτάται από αυτήν των ατομικών στρατεύσεων- ανάγεται σε ένα διαλεκτικό αλισβερίσι που φτάνει από την πιο αντικειμενικά τεκμηριωμένη κοσμοθεωρία έως τα πιο μύχια ελατήρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. -Αυτό που μένει να δει κανείς είναι ποιο κομμάτι όλου αυτού μπορεί να ελεγχθεί και πώς.

2. Κίνητρα

Κάθε άνθρωπος, μέσα από τη συναισθηματική σύνδεση με άλλους ανθρώπους, προεκτείνει τη σφαίρα του προσωπικού του βιώματος συμπεριλαμβάνοντας και το δικό τους. Κι από την άλλη, το οικουμενικό αίσθημα ταύτισης που γεννά την αφαιρετική, ηθική οπτική, αποτελεί –στην υγιή του μορφή- αναβαθμό του συσχετισμού με συγκεκριμένα πρόσωπα. –Ιδανικά, το προσωπικό και το ηθικό κίνητρο «σβήνουν» το ένα μέσα στο άλλο όπως το ποτάμι στη θάλασσα. Κάποτε ωστόσο διαχωρίζονται ή /και διαταράσσεται η ισορροπία τους -πράγμα που προκαλεί προβλήματα.

Όταν ένα άτομο κινητοποιείται από τις ατομικές του ανάγκες και μόνο, αφομοιώνει τη θεωρία εργαλειακά -η διαφορετική κοινωνία που περιγράφεται τού είναι ελκυστική στον βαθμό που θα τού εξασφαλίσει ατομικές βελτιώσεις. Ακόμη κι αν η αγωνιστική του ένταξη δε διαφέρει διά γυμνού οφθαλμού, το άτομο αυτό οραματίζεται λιγότερο έναν κόσμο ισότητας και δικαιοσύνης, και περισσότερο έναν κόσμο όπου το δικό του στρατόπεδο νικά και παίρνει τη σκυτάλη της εξουσίας.

Από την άλλη, αν και αναγκαία η κοινωνική συναίσθηση, δεν αποτελεί αξιόπιστη βάση συλλογικής στράτευσης αν δεν είναι ανάπτυγμα προσωπικού βιώματος. -Κι αυτό αφορά ίσως λιγότερο την ταξική θέση στην οποία αντικειμενικά ανήκει κάποιος, και περισσότερο την υποκειμενική στάση του. Σημασία έχει κατά πόσο το ενδιαφέρον για «τον άνθρωπο» είναι και ενδιαφέρον για τους πραγματικούς ανθρώπους. -Με τις πραγματικές τους ανάγκες, τις ατέλειες και τις αδυναμίες τους, με όλες τους τις αντιφάσεις. Πράγμα που προϋποθέτει όχι μόνο προσωπική καθημερινή εμπλοκή στο πραγματικό πεδίο, αλλά και αυτή την αποδοχή της επώδυνης ανθρώπινης ολότητας που μόνο η επίγνωση της «σκοτεινής» πλευράς του εαυτού μπορεί να υποστηρίξει. Χωρίς βιωματική γνώση από πρώτο χέρι, κάθε επεξεργασία της ανθρώπινης κατάστασης τείνει να γίνεται αφαιρετική και εξιδανικευτική. -Και η εξιδανίκευση πάει χέρι-χέρι με τη διάψευση.

Μπροστά στην ανάγκη ν’ αποκρύψει -από τον εαυτό του πρώτ’ απ’ όλα- το πόσο μπορεί να υποτιμά κανείς τους ανθρώπους (για τους οποίους -ιδεολογικά- κόπτεται), μπορεί να επιδεικνύει υπερβολική ανιδιοτέλεια, που αφενός λειτουργεί σαν αντιστάθμισμα, αφετέρου αλληλοτροφοδοτείται με τον ναρκισσισμό. -Κάποτε μοιάζει να αναπτύσσονται στο μυαλό δυο ξεχωριστά «διαμερίσματα»: ένα για τον αναστοχασμό πάνω στον «λαό», την «τάξη» ή την «ανθρωπότητα», κι ένα για την αλληλεπίδραση με τους πραγματικούς εκπροσώπους αυτών των αφαιρέσεων. Εντέλει, ο αλτρουισμός και η μισανθρωπία μπορεί να συνυπάρχουν, με τον ίδιο, ανεπίγνωστα συμπληρωματικό τρόπο, που καλλιεργούνται στο μυαλό ενός τυπικού φαλλοκράτη ο ιδεότυπος της ιεροποιημένης γυναίκας-μάνας απ’ τη μία και της μάγισσας-πόρνης απ’ την άλλη.

Ωστόσο, όπως συχνά συμβαίνει, μια πολύ λεπτή γραμμή χωρίζει πράγματα εκ διαμέτρου διαφορετικά: Όσο επιζήμια είναι η παραγνώριση της πραγματικότητας, τόσο απαραίτητη είναι η ικανότητα να μπορεί κανείς να «προβάλλει» το «μικρό» και το καθημερινό στον -πράγματι- άπειρο ορίζοντα των ανθρώπινων δυνατοτήτων. -Αν η μεγάλη εικόνα είναι έωλη και αποπροσανατολιστική χωρίς τη μικρή, η μικρή δε γεννά διεξόδους χωρίς τη μεγάλη.

Εξάλλου, καθώς η προσωπική στόχευση δεν είναι μόνο τα κίνητρα αλλά και ο τρόπος που αυτά ενσωματώνονται σε μια ερμηνεία της πραγματικότητας, το κατεξοχήν επίδικο είναι αυτό: Με ποια προσωπική κοσμοθεωρία προσέρχεται κανείς; Και πώς αυτή συνδέεται γόνιμα με τη συλλογική;… Προφανώς αποτελεί ζήτημα τόσο το γενικό μορφωτικό επίπεδο του λαϊκού κόσμου όσο και η προθυμία επαφής με νέα ερεθίσματα -ικανότητα που με διάφορους τρόπους αποστραγγίζει η αναγκαστική προσήλωση στην επιβίωση. Ζήτημα αποτελεί όμως κι ο τρόπος που η συλλογική οργάνωση «υποδέχεται» το άτομο -το πώς δηλαδή επιτελείται η πρόσδεση της προσωπικής κοσμοθεωρίας στο συλλογικό όραμα.

3. Συλλογικοποίηση υποκειμενικού

Η ένταξη του ατόμου σε μια πολιτική συλλογικότητα προϋποθέτει τη συμμόρφωση μ’ ένα κοινό σώμα αντιλήψεων, που περιλαμβάνει χοντρικά την ερμηνεία του πραγματικού, τον προσδιορισμό του επιθυμητού και μια προσέγγιση του τρόπου μετάβασης από το ένα στο άλλο. Ο ακριβής μηχανισμός αυτής της συμμόρφωσης εξαρτάται από την οπτική του ατόμου όσο και από τις προσδοκίες της συλλογικότητας. Και έχει σημαντική επίπτωση στην ποιότητα της στράτευσης.

Το ίδιο το πεδίο των θετικών επιστημών σήμερα μάς προτρέπει να σκεφτόμαστε την πραγματικότητα όχι σαν μια μονοσήμαντη, αυθύπαρκτη αλήθεια που περιμένει να την ανακαλύψουμε· αλλά μάλλον σαν ένα καλειδοσκόπιο εκδοχών, που ανάλογα με τους κώδικες που καλλιεργούμε, μπορούμε να «διαβάζουμε» σ’ αυτό μια ορισμένη αλήθεια -θα μπορούσε κανείς να πει, τη δική μας αλήθεια. Η οπτική αυτή -παρούσα προνομιακά στο μεταμοντέρνο- αναλογεί σε μια στάση εκθρόνισης της αντικειμενικότητας, χάριν της ανάδειξης μιας κάποιου τύπου «ζύμωσης» μεταξύ υποκειμενικοτήτων… Η χρήση ενός τέτοιου νοητικού «φίλτρου» μπορεί εξίσου καλά να απελευθερώσει τη σκέψη ή αντιθέτως να την καθηλώσει. -Για κάθε εργαλείο άλλωστε αυτό που μετράει είναι με ποιον τρόπο -και για ποιο σκοπό- χρησιμοποιείται.

Πιστεύοντας κάποιος σ’ έναν κόσμο όπου κάθε ερώτημα έχει μία σωστή απάντηση, υπερβατοποιεί την αλήθεια· και αναζητά την πηγή των απαντήσεων, ως ένα «κλειδί» -μεταφυσικό, επιστημονικό ή ιδεολογικό- που θα τον απαλλάξει οριστικά από την πλάνη. Όταν το βρει, πρόθυμα συμμορφώνεται. Αλλά και όταν συμμορφωθεί, θα πρέπει να σημαίνει ότι το βρήκε: Το άτομο μπαίνει σ’ έναν ψυχικό φαύλο κύκλο, όπου όσο «πληρώνει» με πίστη, τόσο «επενδύει» στην ορθότητα αυτού που πιστεύει. Έτσι καλλιεργείται ο δογματισμός του προσήλυτου, που εκφράζεται με την ανοχή σ’ ένα απεριόριστο «ξεχείλωμα» του αντικειμενικού εις βάρος του υποκειμενικού. Και συνδυάζεται με την ασταθή δέσμευση που διαμορφώνει κάθε ψυχική μυθοπλασία.

Αναγνωρίζοντας αντιθέτως ότι υπάρχει, όχι μια αντικειμενική αλήθεια, αλλά οι υποκειμενικές προσεγγίσεις της, το άτομο δεν αφήνει τον εαυτό του να ξεχάσει ότι -τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο εποικοδόμημα- οι απαντήσεις βασίζονται στον συσχετισμό ελεύθερων βουλήσεων. -Ο μηχανισμός της συμμόρφωσης τότε, τίθεται λιγότερο σαν αυτονόητη ευθυγράμμιση με το «σωστό» και περισσότερο σαν ένας επίμοχθος συμβιβασμός. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος μιας πιο «αγοραίας» πρόσληψης των παραπάνω, που κατασταλάζει στην ευλογοφανή ιδέα ότι, αν δεν υπάρχει αντικειμενικό, πρέπει να παραιτηθούμε από την αναζήτησή του: Εφόσον ένα «ιδανικό» όπως η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να ορισθεί αντικειμενικά, καμία επίκληση σ’ αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί. Οπότε το υποκείμενο του ταξικού αγώνα πρέπει να κωδικοποιεί την πάλη του όχι σαν επιδίωξη ενός δικαιότερου κόσμου, αλλά σαν υπεράσπιση των συμφερόντων του.

Εντέλει, η επίγνωση της αυταπάτης που ενέχεται στη σύλληψη του αντικειμενικού μπορεί είτε να υπηρετήσει την εκρίζωση της ανθρώπινης ανάγκης για απολυτότητες -και μαζί, της ροπής στον ολοκληρωτισμό- είτε να νομιμοποιήσει μια αντιδραστική παλινδρόμηση στην πολιτική αβουλία, ντύνοντας το δίκαιο της πυγμής με εκλεπτυσμένο ένδυμα… Η απάντηση σ’ αυτή την αντιφατική συνθήκη είναι η νοητή υποκατάσταση του πρωτογενώς αντικειμενικού από το διαρκώς αντικειμενοποιούμενο. Κάτι που μπορεί να νοηθεί σαν ασυμπτωτική προσέγγιση αυτού που θα ήταν -αν μπορούσε να υπάρχει- η σύζευξη όλων των υποκειμενικών. Μ’ άλλα λόγια, η συλλογικοποίηση του υποκειμενικού.

Κάτι τέτοιο προϋποθέτει αφενός την πρώτη ύλη των ατομικών συμβολών, αφετέρου την προσέλευσή τους σ’ ένα κατάλληλο πεδίο αλληλεπίδρασης: Αν κάποιος δεν έχει μια δική του οπτική να διαπραγματευθεί, η συμμόρφωση συνιστά διαλεκτικό «βραχυκύκλωμα» -με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν. Αν δεν είναι έτοιμος να αλληλεπιδράσει, δε θα έχει ποτέ στρατόπεδο παρά μόνο τον εαυτό του -και το άλλοθι της καθαρότητας. (-Σε ατομική εκδοχή, πρόκειται γι’ αυτόν που εκλογικεύει την αδράνειά του μένοντας μακριά από τις οργανώσεις επειδή «όλοι ίδιοι είναι», ή για εκείνον που πλοηγείται με μια παρανοϊκού τύπου παράλληλη ατζέντα, συμβατή με βολονταριστικές ή ακόμη και τρομοκρατικές πρακτικές. Σε συλλογική, πρόκειται για τις οργανώσεις που καλλιεργούν τον σεχταρισμό, βάζοντας τους πάντες απέναντι.) Κι αν δεν αναγνωρίζεται η δημοκρατία ως πεδίο ορθολογικής αντιπαράθεσης, η σύνθεση προσωπικής συνείδησης και συλλογικής ταυτότητας χωλαίνει ανεπανόρθωτα.

…Η ένταξη στη συλλογική οργάνωση είναι μια αντιφατική κίνηση κατά την οποία το άτομο θυσιάζει ένα κομμάτι προσωπικής αυτονομίας προκειμένου να επιδιώξει συλλογικά τη χειραφέτησή του. Αντί αυτή η απλή αλήθεια να αποσιωπάται, αναγκάζοντας την ψυχική οικονομία του ανθρώπου να καλύπτει τα κενά όπως μπορεί, πρέπει αντιθέτως να διατυπώνεται ρητά και να γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και δημιουργικής σύνθεσης.

Εν κατακλείδι, η πολιτική δράση είναι ένα πολυδιάστατο πεδίο που απαιτεί συνθετική αντιμετώπιση. Για να κατανοηθεί ολόπλευρα χρειάζεται ένα βλέμμα ελαστικό, που ενώ υπερβαίνει τις ατομικές διαστάσεις, δεν εγκλωβίζεται στην αφαιρετικότητα των γενικών σχημάτων. Μονάδα αναφοράς θα πρέπει να είναι το προσωπικό υποκείμενο, εν σχέσει με τα διαδοχικά στρώματα του περιβάλλοντός του… Το πρώτιστο εργαλείο προσέγγισης της αλήθειας είναι ασφαλώς η επιστημονική γνώση· αλλά καθώς εξ ορισμού αυτή αποκλείει το αστάθμητο και το χαοτικό, δεν την εξαντλεί. Στη συζήτηση για το προσωπικό υποκείμενο χρειάζονται δύο ακόμη πηγές: Η επίγνωση που κατακτάται βιωματικά, όταν «λερώνεις τα χέρια σου» στο εδώ και τώρα· και το είδος της ενόρασης που γεννιέται όταν μπορείς και το υπερβαίνεις.

Η δε πολιτική συλλογικότητα στέκεται τόσο πιο επαρκής στον ρόλο της, όσο περισσότερο αφενός διευκολύνει την κουλτούρα του σεβασμού στις υποκειμενικότητες και της ομολογημένα συμβιβαστικής «αντικειμενοποίησης» μέσω αυτών, αφετέρου «ενορχηστρώνει» τα παραπάνω στην καθημερινή πράξη.

Σήμερα

Πέρα από τους ιστορικούς τρόπους καταστολής και χειραγώγησης, η εξουσία αξιοποιεί τις σύγχρονες επιστημο-τεχνολογικές δυνατότητες για να εγκλωβίζει άτομα και λαούς σε μια γενικευμένη συνθήκη εξάρτησης. Τα εξελιγμένα οπλικά συστήματα, η καταγραφή κάθε ψηφίδας της καθημερινής ζωής, το πατεντάρισμα των φαρμάκων, ο γονιδιακός έλεγχος των καλλιεργούμενων ειδών διατροφής είναι μερικά από τα στοιχεία μιας πραγματικότητας που μοιάζει αδύνατο να τα βάλει κανείς μαζί της. Το σύστημα μάς θέλει δεμένους στο άρμα του· ανίκανους να επιβιώσουμε έξω από αυτό· αν όχι πεπεισμένους αόριστα ότι αν έπεφτε θα πέφταμε (όλοι) μαζί του.

Η πρωτοφανής ανάπτυξη της βιο-εξουσίας, στα χέρια εξάλλου μιας διασυνδεδεμένης παγκόσμιας ελίτ, σε συνδυασμό με το ανεπούλωτο τραύμα μιας ιστορικής «αποτυχίας» που ποτέ δε συζητήθηκε όσο ανοικτά έπρεπε, συνθέτουν το διαβρωτικό αίσθημα ότι βρισκόμαστε περίπου «με την πλάτη στον τοίχο»… Ίσως ποτέ άλλοτε η ανατροπή δεν έμοιαζε τόσο επιτακτική και ταυτόχρονα τόσο ανέφικτη.

Κι αυτή η αντίθεση είναι ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» της αριστεράς. Αίσθημα αδυναμίας, αμφιβολίες, ανεπάρκειες, λάθη, αντιφάσεις… Όσα δε βάζουμε σε λέξεις μάς στοιχειώνουν· και μετατρέπονται πότε σε αυτο-μαστίγωμα, πότε σε φαγωμάρα, πότε σε μεγάλα λόγια χωρίς επαφή με την πραγματικότητα… Δεν είναι δήλωση ήττας να παραδεχθείς ότι δεν έχεις όλες τις απαντήσεις. Αντιθέτως· είναι τεκμήριο αξιοπιστίας. Ας μιλήσουμε για όλ’ αυτά. Αν όχι επειδή έτσι ίσως βρούμε απαντήσεις και διεξόδους, τουλάχιστον για να τα ξορκίσουμε και να μπορέσουμε να πάμε παρακάτω.

Πίσω από κάθε μάχη που χάνεται πριν καλά-καλά δοθεί υπάρχει η αδυναμία σύνδεσης του μερικού με το γενικό. Σαν μία τρύπα να χάσκει εκεί που θα ‘πρεπε να διαμορφώνεται μια συνεκτική, αυθεντικά δουλεμένη στο σήμερα, συνολική θεώρηση… Χρειαζόμαστε σχέδιο. Ο σύγχρονος βορράς της πολιτικής μας πυξίδας πρέπει να είναι η οικοδόμηση -στη συνείδηση και το φαντασιακό μας, στις συζητήσεις και στα κείμενα που γράφουμε, στα επιστημονικά και ερευνητικά μας ενδιαφέροντα- μιας επεξεργασμένης και πειστικής εναλλακτικής εικόνας.

Η αιχμή της ανθρώπινης γνώσης πρέπει να αποσπαστεί από τις οικονομικές εξαρτήσεις και να υπηρετήσει τον στόχο της ως εργαλείου συλλογικής απελευθέρωσης. Χρειάζεται συλλογική αναζήτηση με πνεύμα υπέρβασης και πειραματισμού· με επίγνωση της πραγματικότητας όσο και των ανθρώπινων αντιφάσεων. Nα μάθουμε από το παρελθόν, να εμπνευστούμε από το μέλλον, να δουλέψουμε στο σήμερα.

.kommon.gr