Ευρώπη και Αριστερά: το στοίχημα της επινόησης του μέλλοντος

Ευρώπη και Αριστερά: το στοίχημα της επινόησης του μέλλοντος

  • |

• Τον Νοέμβριο του 2016 ο Γιούνκερ απευθύνει έκκληση στους Ευρωπαίους ηγέτες να μην οργανώνουν δημοψηφίσματα με ερώτημα τη συμμετοχή στην Ε.Ε., επειδή το πιθανότερο είναι οι ψηφοφόροι να επιλέξουν την αποχώρηση.

• Τον Φεβρουάριο του 2017 η Μέρκελ μιλάει ανοιχτά για αναπροσδιορισμό του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως διαδικασίας «πολλαπλών ταχυτήτων», στην οποία θα ηγηθούν «ισχυρά κράτη-έθνη», αναγκαία για την ευρωπαϊκή «ανταγωνιστικότητα». Και τον Μάιο ο Μακρόν προτείνει τη δική του εκδοχή εργαλειοποίησης του εθνικισμού, επαναφέροντας τη Μεγάλη Ιδέα της ανασύστασης του γαλλογερμανικού άξονα ως κινητήριας δύναμης.

Δημήτρης Γιατζόγλου

• Το 2018 Γερμανοί αυτοκινητοβιομήχανοι αναλαμβάνουν μια αδιαμεσολάβητη πολιτική πρωτοβουλία και συναντούν τον Τραμπ προκειμένου να διαπραγματευτούν το πρόβλημα των δασμολογικών φραγμών στα προϊόντα τους.

Οι επισημάνσεις μάς υπενθυμίζουν ότι η αποξένωση των Ευρωπαίων πολιτών από τη συντελούμενη ενοποίηση δεν οφείλεται στη «λαϊκιστική» χειραγώγηση. Είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός αυταρχικού και αντιπολιτικού υποδείγματος μεταεθνικής ολοκλήρωσης:

Η Ευρώπη ενοποιείται ως ολιγαρχικό και αυτοαναφορικό σύστημα, του οποίου οι κυριαρχικές δομές επιβάλλουν διαδικασίες προσαρμογής μη αντιστρέψιμες. Ενοποιείται με φόβο προς την ετυμηγορία των πολιτών της και με αδιάλλακτη άρνηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των θεσμών της, πλην εκείνων που στερούνται πραγματικής πολιτικής ισχύος. Η συγκρότηση των θεσμών ως αποτέλεσμα της διαλεκτικής των διαφορετικών ταυτοτήτων και του πολιτικού-προγραμματικού ανταγωνισμού θεωρείται ένα αναχρονιστικό ανάχωμα στην «πρόοδο».

Η Ευρώπη ενοποιείται υπό την ηγεμονία ενός άτεγκτου οικονομισμού που επιβάλλει τους ρυθμούς και τις μορφές της οικοδόμησής της με βασικό κριτήριο την ένταση των ρυθμών της οικονομικής μεγέθυνσης· αυτή είναι η μοναδική αναγνωρίσιμη και επιτρεπτή διάσταση του μέλλοντος.

Η λιτότητα, η «ευελιξία» της εργασίας, η μαζική ανεργία, το «λιγότερο κράτος» εγγράφονται συστηματικά στο συλλογικό φαντασιακό με έναν διπλό τρόπο: ως καταναγκασμός και ταυτόχρονα ως «φυσικές» επιλογές που επιβάλλονται από την οικονομική αναγκαιότητα. Αποστολή της μετα-δημοκρατικής πολιτικής είναι να στηρίζει και να εκλογικεύει την πειθάρχηση στις επιταγές ενός παντοδύναμου οικονομικού υπερεγώ. Στο όνομα του «τέλους των ιδεολογιών», βιώνουμε τον πιο συμπαγή ιδεολογικό ολοκληρωτισμό.

Το εγχείρημα της ενοποίησης είναι εγκλωβισμένο στην αδράνεια μιας γραφειοκρατικής διαχείρισης του παρόντος· θυμίζει ελάχιστα τις ιδρυτικές επαγγελίες της αλληλεγγύης και της σύγκλισης για το κοινό μέλλον. Η λογική του λογιστηρίου έχει κατισχύσει της ιστορικής μνήμης. Νομιμοποιεί την οικονομική βία και δι’ αυτής πολλαπλασιάζει και παροξύνει τις διακρίσεις, επαναφέροντας την αντίληψη των «συνόρων».

Σύμφωνα με την καίρια διατύπωση του μανιφέστου των Ευρωπαίων ιστορικών, η Ευρώπη είναι σήμερα μια «κουρελού συνόρων» – κλειστών ή ημίκλειστων.

Σύνορα που θα αποκλείσουν τους από έξω «Αλλους». Σύνορα που θα οριοθετήσουν τους από μέσα «Αλλους», τους παρίες που ξεβράζει ως περιττούς ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός. Στο όνομα της υπέρβασης του έθνους-κράτους, οι διακρίσεις -ταξικές, εθνικές, φυλετικές- πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν, η αντίφαση είναι κραυγαλέα.

Ως σωτηρία από το ανοίκειο αυτής της αποξενωτικής πραγματικότητας, κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στρέφονται στο οικείο της εθνικής αναδίπλωσης. Το κράτος-έθνος αναγνωρίζεται ως χώρος μιας υποτιθέμενης πολιτικής αυτονομίας, αμόλυντος από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση· η πολιτική και ιδεολογική σύγχυση είναι απίστευτη.

Στο έδαφός της η Ακροδεξιά απευθύνει μια διπλή πρόσκληση: Στην απελπισία των «από κάτω» προτείνει έναν λαϊκό «νεοφιλοφασισμό» (σύμφωνα με τον εύστοχο νεολογισμό του Κ. Δοξιάδη). Και στον φόβο των «επάνω» προσφέρει τη δυνατότητα μιας συμμαχίας που θα επιβάλει τον νόμο και την ευταξία στους εισβολείς και στους απείθαρχους. Στην αμηχανία των υπολοίπων αντιπαραθέτει μία στρατηγική ευκρίνεια.

Ολα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η παρακμή του ενοποιητικού εγχειρήματος είναι συνυφασμένη με την παρακμή της πολιτικής. Αν επιθυμούμε τη διάσωσή του, πρέπει λοιπόν να το ανασυγκροτήσουμε ως πολιτικό πρόβλημα, ως διακύβευμα ιδεολογικής σύγκρουσης, κινητοποίησης κοινωνικών δυνάμεων, αντιπαλότητας εναλλακτικών πολιτικών σχεδίων. Ολα αυτά μαζί μπορούν να εμπνεύσουν έναν δημοκρατικό-λαϊκό ευρωπαϊσμό και μια ευρωπαϊκή πολιτοφροσύνη.

Η Αριστερά (εκείνη που ως προς τη συντελούμενη ενοποίηση τοποθετείται με την αντίληψη του «μαζί και εναντίον») και οι σύμμαχοί της (υπαρκτοί ή δυνητικοί) μπορούν να ηγηθούν σ’ αυτόν τον επίπονο και δύσκολο αγώνα. Αλλά αυτό προϋποθέτει το μείζον: να διατυπώσουν μια ριζική κριτική του υπάρχοντος και μια στρατηγική μετασχηματισμού του, υπερβαίνοντας τον σημερινό συμβατικό διανοητικό τους ορίζοντα και τον εμπειρισμό που αρκείται στην περιγραφή των δεινών. Να εργαστούν συστηματικά για τη συγκρότηση του «ευρωπαϊκού πολιτικού λαού».

Αν οι «προοδευτικές δυνάμεις» της Ευρώπης επιθυμούν να υλοποιηθεί η «ευχή» για τη συμμαχία τους, είναι υποχρεωμένες να διαμορφώσουν μια πολιτική ατζέντα που να αμφισβητεί τις θεμελιώδεις επιλογές της καθολικής νεοφιλελεύθερης συνθήκης. Να αξιοποιήσουν διάσπαρτες επεξεργασίες (όπως αυτές των Ευρωπαίων οικονομολόγων και ιστορικών), να τις καταστήσουν αντικείμενο ενός ευρύτατου διαλόγου, μέσα από τον οποίο μπορεί να οργανωθεί η κοινωνική βάση αυτής της συμμαχίας.

Η Αριστερά και οι σύμμαχοί της δεν θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων στην Ευρώπη με την επαγγελία μιας βελτιωμένης διαχείρισης του υπάρχοντος. Η δυσπιστία αφορά όλο και περισσότερο τα δομικά στοιχεία της ενοποίησης και όχι τα όποια «ελλείμματά» τους.

Οπως πάντα, η διεκδίκηση της ηγεμονίας έχει αφετηρία την πειθώ για την ύπαρξη μιας εναλλακτικής ιστορικής δυνατότητας, μέσα από τον κοινωνικό και πολιτικό αγώνα. Απαιτεί την αντιπαράθεση των θεμελιακών προταγμάτων της κάθε πλευράς, με τη μέγιστη σαφήνεια.

Αν το κυρίαρχο δόγμα, ότι οι ανισότητες είναι η κινητήρια δύναμη της προόδου, έχει κατακτήσει την υπόσταση μιας αυτονόητης «αλήθειας», τότε είναι επίσης αυτονόητο ότι το αίτημα της ισότητας πρέπει να επαναφερθεί στη συλλογική συνείδηση ως μνήμη, αλλά και ως αναγκαιότητα δραστικών αλλαγών, που πρέπει να δρομολογηθούν από σήμερα και θα απαντούν ταυτόχρονα πειστικά στον παραπλανητικό «αντισυστημισμό» της Ακροδεξιάς.

Αυτός είναι ένας δρόμος για να συγκροτηθούν σε πολιτικό υποκείμενο που θα λειτουργήσει ως παράδειγμα ηγεμονίας· φορέας εκείνου του ορθολογισμού που αναγνωρίζει ότι στις «αντικειμενικές συνθήκες» είναι πάντοτε ενσωματωμένη και η δική του δράση ή αδράνεια.

Αλλά προς το παρόν δεν έχει επιλεγεί αυτός ο δρόμος. Ο λόγος που απευθύνουν στους ευρωπαϊκούς λαούς οι «προοδευτικές δυνάμεις» είναι η φλύαρη επανάληψη συμβατικών στερεοτύπων: Η Ακροδεξιά ως αιφνίδια επιδημία του απόλυτου «κακού» και όχι ως πολιτικό φαινόμενο.

Και ο νεοφιλελευθερισμός ως αδιαπέραστο από τη δράση μας όριο. Αυτός ο λόγος είναι ένας λόγος αμυντικός και αμήχανος. Είναι η εκφώνηση ενός «εξορκισμού». Το όριο του ριζοσπαστισμού του είναι η αναπαλαίωση πλευρών του κεϊνσιανού προγράμματος, το οποίο από καιρό έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο. Υπάρχει κίνδυνος να λειτουργήσει τελικά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία της ηγεμονίας ενός μαύρου μετώπου.

Αυτός ο λόγος δεν απαντά πειστικά στο ερώτημα αν αυτή η Ευρώπη αξίζει να σωθεί και κινδυνεύει να υποστεί στις ευρωεκλογές μια σοβαρή ήττα. Δεν μπορούμε λοιπόν να είμαστε αισιόδοξοι.

efsyn.gr