Ανδρέας Παπανδρέου και Αλέξης Τσίπρας – Από το πρωτότυπο στο κακέκτυπο

Ανδρέας Παπανδρέου και Αλέξης Τσίπρας – Από το πρωτότυπο στο κακέκτυπο

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι ο μόνος ηγέτης στην ελληνική πολιτική ιστορία που κατάφερε να υπερβεί αποφασιστικά το έως τότε κεκτημένο της εθνικής αξιοπρέπειας, που διέκρινε εν πολλοίς όχι μόνον τους Χαρίλαο Τρικούπη, Ελευθέριο Βενιζέλο και Γεώργιο Παπανδρέου –αγγλόφιλους κατά βάσιν– αλλά και τον μεταπολιτευτικό Κωνσταντίνο Καραμανλή του «ανήκομεν εις την Δύσιν».
Πράγματι, ο Ανδρέας Παπανδρέου όχι μόνο χάρισε στη χώρα μας, αφ’ ότου ανέλαβε την κυβέρνηση, το 1981, μοναδικές και άκρως συγκινητικές στιγμές εθνικής ανάτασης και υπερηφάνειας, αλλά και μπόρεσε να κοιτάξει στα μάτια ηγέτες πανίσχυρων χωρών και διεθνών κέντρων ισχύος, μη διστάζοντας, ενίοτε, να αναμετρηθεί ευθέως μαζί τους.

Γιώργος Σωτηρέλης

Αν, λοιπόν, θέλουμε να αναζητήσουμε τις πραγματικές ιδεολογικές συγγένειες του Ανδρέα Παπανδρέου στην ελληνική πολιτική παράδοση θα ξεκινούσαμε, τιμής ένεκεν, από τους πρωτοπόρους Ρόκκο Χοϊδά και Αριστείδη Οικονόμου. Θα συνεχίζαμε με τον Στρατή Σωμερίτη και θα φθάναμε, ιδίως, στους Αλέξανδρο Σβώλο, Αλέξανδρο Παπαναστασίου, Νικόλαο Πλαστήρα, και Γεώργιο Καρτάλη.

Με βάση τα παραπάνω, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένας προοδευτικός πολιτικός μεγάλου διαμετρήματος και διεθνούς εμβέλειας. Είχε σπάνια προσόντα. Ήταν πανεπιστημιακός διεθνώς αναγνωρισμένος και με εγνωσμένες οργανωτικές ικανότητες, διανοούμενος της σοσιαλιστικής Αριστεράς με ευρύτατη θεωρητική κατάρτιση και με αποδεδειγμένες κοινωνικές και εθνικές ευαισθησίες, πολιτικός άνδρας με σπάνια επίγνωση της διαλεκτικής σχέσης τακτικών και στρατηγικών στόχων και εμπνευστής ρηξικέλευθων και πολλαπλώς απελευθερωτικών δημοκρατικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Μεταρρυθμίσεων που άλλαξαν την εικόνα της χώρας. Όλα αυτά υπερκαλύπτουν κατά πολύ τις αδυναμίες του, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως:

Πρώτον, σε περιοδικές εξάρσεις έντονου λαϊκισμού που αδικούσαν την γνήσια και εγγενή λαϊκότητα που κατά βάση τον χαρακτήριζε, και που συνήθως υποτιμάται.
Δεύτερον, σε σοβαρά ελλείμματα πολιτικής διαχείρισης της καθημερινότητας. Δεν παρακολουθούσε επαρκώς την εφαρμογή των πολιτικών σχεδιασμών του, με αποτέλεσμα να υστερεί ως κυβερνήτης της πράξης.
Τρίτον, στην συχνή απουσία νηφαλιότητας ως προς την επιλογή των συνεργατών του, αλλά και των υποστηρικτών του στα ΜΜΕ (π.χ. Κοσκωτάς, Κουρής), ιδίως λόγω μιας εμφανούς ανασφάλειας. Αυτή είναι κατανοητή μεν, εν μέρει, λόγω των συνθηκών που βίωσε τόσο προ όσο και κατά την διάρκεια της δικτατορίας, αλλά σε κάθε περίπτωση υπερβολικής.
Τέταρτον, στο ότι άφησε ατυχείς επιλογές της προσωπικής του ζωής να καταστρέψουν μέρος της υστεροφημίας του. Παραμένει, ωστόσο, μακράν ο δημοφιλέστερος πολιτικός της μεταπολιτευτικης Ελλάδας, παρά την συνεχή, συστηματική και εν πολλοίς παραπλανητική προσπάθεια αγιογράφησης των αντιπάλων του Κωνσταντίνου Καραμανλή και Κώστα Μητσοτάκη.
Το ΠΑΣΟΚ, πρώτη φορά Αριστερά
Όσο δε για το κόμμα που ίδρυσε, το ΠΑΣΟΚ, υπήρξε αναμφισβήτητα η “πρώτη φορά Αριστερά” στην ελληνική πραγματικότητα. Πέρα από το ότι συσπείρωσε στις τάξεις του μεγάλο μέρος –αλλά και εμβληματικούς ηγέτες– της Αριστεράς της Αντίστασης, του Ανένδοτου και του Πολυτεχνείου, ανέπτυξε εξ αρχής ισχυρούς δεσμούς με την κοινωνία, οργανώνοντας την μακρόχρονη πολιτική ηγεμονία του.

Αυτό το κατάφερε πρώτον μέσα από ένα μαζικότατο, ανοιχτό και ζωντανό κόμμα, το οποίο ήταν μεν –ευλόγως σε κάποιον βαθμό– αρχηγικό σε έναν πολύ σκληρό πυρήνα της κομματικής εξουσίας. Από εκεί και πέρα, όμως, αποτέλεσε την δημοκρατικότερη εκδοχή κόμματος στην μεταπολιτευτική μας ιστορία. Δεύτερον, μέσα από ένα ρωμαλέο κίνημα που κυριάρχησε –και ακόμα κυριαρχεί σε κάποιον βαθμό– στον συνδικαλιστικό και τον αυτοδιοικητικό χώρο. Και τρίτον, μέσω μιας σειράς σημαντικών μέτρων δημοκρατικού, αλλά και αναδιανεμητικού χαρακτήρα.

Για τον λόγο αυτόν άλλωστε –και όχι βέβαια γιατί ο Ανδρέας Παπανδρέου κορόιδεψε, δήθεν, τον “αφελή” κόσμο της Αριστεράς– άφησε στο πολιτικό περιθώριο τα δύο κομμουνιστικά κόμματα που προέκυψαν από την διάσπαση του ΚΚΕ. Και τα δύο, εξάλλου, επεδίωκαν τότε να συνεργασθούν μαζί του. Το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε ένα μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού της κομμουνιστικής Αριστεράς, κατά κύριο λόγο της ανανεωτικής πλευράς, ιδίως αφότου έκανε την συνετή και συνάμα διορατική επιλογή να δώσει την μάχη για τις ιδέες του παραμένοντας στην τότε ΕΟΚ και συμβάλλοντας εκ των έσω στον δημοκρατικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της.

Ο Ανδρέας και ο Αλέξης
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε σύγκριση τόσο του Ανδρέα Παπανδρέου όσο και του ΠΑΣΟΚ με τον Αλέξη Τσίπρα και την δεύτερη φορά –καταϊδρωμένη και μάλλον κακέκτυπη– Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αντέχει νομίζω σε σοβαρή κριτική. Υπάρχουν βέβαια, είναι αλήθεια, κάποιες εξωτερικές ομοιότητες, που εντοπίζονται κυρίως:

Πρώτον, στο σαφώς υποδεέστερο, αλλά διόλου υποτιμητέο επικοινωνιακό χάρισμα του Αλέξη Τσίπρα.
Δεύτερον, στην εύκολη προσαρμοστικότητά του στις εξελίξεις, λόγω ιδίως ενός ισχυρού ενστίκτου πολιτικής επιβίωσης.
Τρίτον, στο ότι το θολό ριζοσπαστικό στίγμα και οι λαϊκίστικες και αριστερίστικες εξάρσεις του ΣΥΡΙΖΑ θυμίζουν σε αρκετά σημεία το πρώιμο ΠΑΣΟΚ, όπως το σκιαγράφησα προηγουμένως.
Ωστόσο, από εκεί και πέρα, οι διαφορές είναι τεράστιες. Τα πολιτικά πλεονεκτήματα του Αλέξη Τσίπρα θα ήταν δυνατόν να αποβούν επ’ ωφελεία της χώρας (και της Αριστεράς) μόνο αν είχε κινηθεί όπως ο Μπλέρ στην Αγγλία. Αν διέθετε, δηλαδή, ένα σοβαρό και συγκροτημένο επιτελείο ανάλογων προδιαγραφών με αυτό του Γκόρντον Μπράουν. Αυτό το επιτελείο να είχε επεξεργασθεί ένα ριζοσπαστικό μεν πλην ρεαλιστικό σχέδιο για τη χώρα, να το είχε περάσει προς τα έξω και στην συνέχεια να το είχε εξειδικεύσει σε επίπεδο κυβέρνησης. Ένα τέτοιο επιτελείο ίσως να είχε συγκρατήσει τους λεονταρισμούς και τους μαξιμαλισμούς του και να τον είχε εμποδίσει, ταυτόχρονα, τόσο να συνεργασθεί με την λούμπεν Ακροδεξιά (αντί της Κεντροαριστεράς) όσο και να παραβιάσει όλες τις κόκκινες γραμμές, προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία.

Με άλλα λόγια, μόνο ένα τέτοιο στιβαρό συλλογικό υποκείμενο –αντί του εν πολλοίς προβληματικού και εξουσιολάγνου στενού επιτελείου του– θα μπορούσε να είχε καλύψει το εμφανές έλλειμμα θεωρητικής κατάρτισης, πολιτικής συνέπειας, γνώσης των υπερεθνικών συσχετισμών και ιδίως στρατηγικής. Έλλειμμα που δυστυχώς χαρακτηρίζει τον πρώην πρωθυπουργό και σημερινό αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το οποίο επιβάρυνε δραματικά την θέση της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, οδηγώντας σε μια γενικευμένη δυσφήμηση της Αριστεράς.

Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, παρά τις κάποιες αξιόλογες και ανιδιοτελείς εξαιρέσεις, δυστυχώς έχει παραμείνει “κόμμα σκατζόχοιρος”, δηλαδή κόμμα αυτιστικό και αυτοαναφορικό, χωρίς κανένα άνοιγμα στην κοινωνία αλλά και χωρίς κανένα σχεδόν έρεισμα στον συνδικαλισμό και την αυτοδιοίκηση. Εξ ου και επέβαλε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση την απλή αναλογική, μήπως και μπορέσει έτσι να επηρεάζει κάπως τις εξελίξεις.

Παρακαταθήκη για τον προοδευτικό χώρο
Συμπερασματικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου κατέχει μια μοναδική θέση στον ελληνικό προοδευτικό χώρο. Παρά τις όποιες αδυναμίες και τα όποια σφάλματά του, που δεν του επέτρεψαν να αξιοποιήσει πλήρως τις τεράστιες δυνατότητές του, κατόρθωσε να θεμελιώσει εξ υπαρχής στην Ελλάδα τον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ως χώρο πολιτικού ριζοσπαστισμού, κυβερνητικού ρεαλισμού, συνεχούς μεταρρυθμισμού, κοινωνικής ευαισθησίας, πατριωτικής εγρήγορσης, αλλά και σαφούς –από ένα σημείο και μετά– ευρωπαϊκού προσανατολισμού, με αποκορύφωμα την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο σφράγισε ανεξίτηλα μια ολόκληρη εποχή και άφησε ανοιχτές παρακαταθήκες για μια ανάλογη συνέχεια στον προοδευτικό χώρο.

Η πρόκληση είναι βεβαίως ανοιχτή για όλες τις δυνάμεις που νομίζουν ότι μπορούν να κινηθούν ξανά, με σύγχρονους όρους, στην προοπτική μιας γνήσια προοδευτικής πολιτικής. Σε αυτές όμως, κατά την άποψή μου, δεν μπορούν να συμπεριληφθούν ούτε αυτές που μιμούνται ή μηρυκάζουν αυτάρεσκα έναν αρρωστημένο “παπανδρεϊσμό”, καλλιεργώντας την προσωπολατρεία και τον πολιτικό παλαιοημερολογητισμό, αλλά ούτε και αυτές που εμμένουν αδικαιολόγητα στις επιγενόμενες ιδεολογικές μεταλλάξεις. Αυτές που απομάκρυναν τον προοδευτικό χώρο από τις ρίζες του, οδηγώντας τον στην ανυποληψία και την παρακμή.

Απαρέγκλιτη, λοιπόν, προϋπόθεση για μια νέα ελπιδοφόρα προοδευτική παράταξη, ανεξαρτήτως ονόματος, συμβόλων και τρεχόντων πολιτικών συσχετισμών, είναι να επιχειρηθούν ταυτόχρονα τα εξής: Πρώτον, η αναβάπτισή της στις ξεχασμένες –ή απαξιωμένες σήμερα– ιδεολογικές αρχές που εισέφερε στον δημόσιο διάλογο, ήδη από την διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Δεύτερον, η ρηξικέλευθη ανανέωση προγραμμάτων, θεσμών και διαδικασιών, ώστε να μπορέσει να σηματοδοτήσει, με την ίδια αποφασιστικότητα που εκείνος επέδειξε στην εποχή του, τόσο το άνοιγμα στην κοινωνία, όσο και την στροφή προς το μέλλον.

Υ.Γ.: Ο γράφων, παρότι υπήρξε ιδρυτικό μέλος και στη συνέχεια πολιτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, δεν ανήκε ποτέ στην κατηγορία των “ανδρεϊκών”. Κάθε άλλο μάλιστα. Συχνά διαφώνησε ανοιχτά με επιλογές του Ανδρέα Παπανδρέου και παρότι του δόθηκαν πολλές ευκαιρίες, ουδέποτε επεδίωξε να τον γνωρίσει από κοντά και πολύ περισσότερο να αποκτήσει την εύνοιά του. Ως εκ τούτου, το παραπάνω κείμενο δεν αντανακλά μια συγκεκριμένη πολιτική στράτευση ή προτίμηση του παρελθόντος, αλλά ένα καταστάλαγμα του παρόντος, στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά η χρονική απόσταση από πρόσωπα και πράγματα και η συγκριτική αποτίμηση του ρόλου του Ανδρέα Παπανδρέου σε σχέση με άλλους ηγέτες, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

slpress.gr