Γενοκτονία των Αρμενίων και κυρώσεις – Προς ρήξη οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας

Γενοκτονία των Αρμενίων και κυρώσεις – Προς ρήξη οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας

Τα σημάδια είναι πάρα πολλά για να τα παρερμηνεύσουμε. Στην αλυσίδα, άλλωστε, κάθε τόσο προστίθεται και νέος κρίκος. Ο λόγος για το ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, το οποίο έγινε ακόμα πιο βαθύ μετά την απόφαση της αμερικανικής Βουλής αφενός να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αφετέρου να ψηφίσει υπέρ της επιβολής κυρώσεων κατά της Τουρκίας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Βουλή ενέκρινε το ψήφισμα με συντριπτική πλειοψηφία (405 υπέρ έναντι 11 κατά), παρά τις προσπάθειες της Άγκυρας να αποτρέψει την υπερψήφιση. Το επόμενο βήμα είναι η –αναμενόμενη– αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων και από τη Γερουσία, όπου έχει ήδη κατατεθεί σχετικό ψήφισμα.

Σταύρος Λυγερός
Θα αναρωτηθεί κάποιος εάν είναι σημαντικό πολιτικό γεγονός η αναγνώριση μίας γενοκτονίας, η οποία συντελέσθηκε πριν έναν αιώνα. Η πραγματικότητα είναι ότι σε σημαντικό πολιτικό γεγονός το μετέτρεψε όχι μόνο η επίμονη άρνηση της Άγκυρας να αναγνωρίσει η ίδια τη Γενοκτονία, αλλά κυρίως η επιστράτευση κάθε διπλωματικού, οικονομικού και άλλου μέσου για να αποτρέψει την αναγνώριση από τρίτες χώρες.

Κάθε φορά που ετίθετο ζήτημα αναγνώρισης μετά από ενέργειες των οργανώσεων της αρμενικής διασποράς στη Δύση κι όχι μόνο, η Τουρκία έριχνε τα “ρέστα” της στο τραπέζι και για δεκαετίες κατάφερνε να αποτρέπει την αναγνώριση, έστω κι αν κατανάλωνε διπλωματικό κεφάλαιο. Με την πάροδο των χρόνων, όμως, το διπλωματικό τείχος που είχε χτίσει υπέστη ρήγματα. Τριάντα περίπου χώρες, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις και τους εκβιασμούς της Άγκυρας, έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων και ο Λευκός Οίκος
Σ’ αυτόν τον μακρόχρονο διπλωματικό πόλεμο, όμως, ήταν κρίσιμη η στάση των ΗΠΑ. Όχι μόνο του ειδικού βάρους τους, αλλά και λόγω του ηγετικού ρόλου τους, ο οποίος και εμμέσως πλην σαφώς επικαθόριζε και τη στάση αρκετών ακόμα χωρών σ’ αυτό το ζήτημα. Γι’ αυτό και η αρμενική διασπορά εδώ και δεκαετίες δίνει μάχες με σκοπό το Κογκρέσο να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία.

Πάντα, όμως, ο Λευκός Οίκος έριχνε το βάρος του για να αποτρέψει την αναγνώριση, επικαλούμενος ύψιστα αμερικανικά συμφέροντα και εννοώντας βεβαίως την προστασία των σχέσεων με την Άγκυρα. Κι αυτό, παρότι προεκλογικά οι υποψήφιοι πρόεδροι κατά κανόνα έδιναν υποσχέσεις στους ψηφοφόρους αρμενικής καταγωγής ότι θα υποστηρίξουν την αναγνώριση. Χαρακτηριστικό και πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο Ομπάμα.

Αυτή τη φορά, όμως, η Τουρκία ηττήθηκε και μάλιστα ηττήθηκε κατά κράτος. Σ’ αυτό αναμφισβήτητα βοήθησε και το γεγονός ότι το αρμενικό λόμπι χρησιμοποίησε αποτελεσματικά την τεράστια δημοφιλία της Κιμ Καρντάσιαν. Η εν λόγω τηλεπερσόνα όχι μόνο είναι αρμενικής καταγωγής, αλλά και η οικογένειά της είχε θύματα στη Γενοκτονία. Στρατεύθηκε, λοιπόν, σ’ αυτή τη μάχη και προφανώς –μέσω της δημοσιότητας και της κινητοποίησης των ακολούθων της– άσκησε πίεση σε βουλευτές και γερουσιαστές.

Αντι-Ερντογάν άνεμος
Ο καθοριστικός παράγοντας που οδήγησε στην έγκριση του ψηφίσματος με συντριπτική πλειοψηφία, ωστόσο, είναι άλλος. Είναι το βαρύ, έως εχθρικό κλίμα που επικρατεί στο αμερικανικό πολιτικό και μιντιακό σύστημα έναντι της Τουρκίας. Μπορεί στην Ουάσιγκτον να μην έχουν παραιτηθεί από την προσπάθεια να την επαναφέρουν στο δυτικό “μαντρί”, αλλά είναι οργισμένοι με τον Ερντογάν και θέλουν να τον τιμωρήσουν.

Το κλίμα αυτό έχει δημιουργηθεί όχι από τη διαχρονικά δύστροπη στάση της Άγκυρας, αλλά από τη διολίσθηση της Τουρκίας προς την “αγκαλιά” της Ρωσίας. Αυτό είναι το “θανάσιμο αμάρτημα” του Ερντογάν κι αυτό πληρώνει τώρα και με την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων και με το ψήφισμα της Βουλής για την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία για την εισβολή της στη βορειοανατολική Συρία. Ας σημειωθεί ότι υπέρ των κυρώσεων ψήφισαν 403 βουλευτές (225 Δημοκρατικοί και 176 Ρεπουμπλικάνοι), ενώ μόνο 16 ψήφισαν κατά.

Η πρόεδρος της Βουλής (Δημοκρατικό Κόμμα), μάλιστα, θα προχωρήσει τη διαδικασία για την ψήφιση του σχεδίου νόμου που έχει στόχο να εξαναγκάσει τον πρόεδρο Τραμπ να επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία, οι οποίες μεταξύ άλλων προβλέπουν την απαγόρευση πωλήσεων αμερικανικών όπλων στην Τουρκία, τη συμπερίληψη στη μαύρη λίστα της κρατικής τράπεζας που αποτελεί πνεύμονα για την τουρκική οικονομία, την έρευνα για την περιουσία τα εισοδήματα της οικογένειας Ερντογάν, την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ Τούρκων αξιωματούχων, καθώς και πάγωμα των περιουσιακών τους στοιχείων.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο πρόεδρος Τραμπ άναψε το πράσινο φως για την τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία και κατ’ αυτόν τον τρόπο έπαιξε το παιχνίδι του Ερντογάν, είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι με τη στάση του αυτή ο Λευκός Οίκος φόρτισε περαιτέρω το αρνητικό για την Τουρκία κλίμα που επικρατεί στο Κογκρέσο, στο βαθύ κράτος, αλλά και στα Μίντια, τα οποία και έχουν αντιστοίχως καλλιεργήσει το ίδιο αρνητικό κλίμα και στην αμερικανική κοινή γνώμη.

Όλα πλέον δείχνουν ότι το υφιστάμενο αμερικανοτουρκικό ρήγμα όχι μόνο δεν θα γεφυρωθεί, όχι μόνο βαθαίνει, αλλά και πλησιάζει ολοένα και περισσότερο στο σημείο να μετατραπεί σε ρήξη. Εάν τελικώς ο Ερντογάν πάει στις 13 Νοεμβρίου στην Ουάσιγκτον θα βρεθεί αντιμέτωπος με εχθρικό κλίμα, ακόμα κι αν ο πρόεδρος Τραμπ επιχειρήσει για μία ακόμα φορά να τον διευκολύνει. Το Κογκρέσο, πάντως, κατέδειξε ότι είναι αποφασισμένο να διαβεί τον Ρουβίκωνα, μη διστάζοντας να οδηγήσει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις στη ρήξη.

slpress.gr/