Με την αυθεντική Φάτνη ενάντια στον σύγχρονο Ηρώδη!

Με την αυθεντική Φάτνη ενάντια στον σύγχρονο Ηρώδη!

Είμαστε ενώπιον του μείζονος σκανδάλου στην ιστορία του πολιτισμού! Ο κόσμος των ριζοσπαστικών οραμάτων του παρόντος, καλείται να υπερασπιστεί ένα προσδιοριστικό ορόσημο της θρησκευτικής συνείδησης, τα Χριστούγεννα! Να τα υπερασπιστεί όχι «φιλολογικά» και σε έκρηξη τραντισιοναλισμού, αλλά με βιωματική ιδεολογικότητα, δηλαδή ως καίριο περιεχόμενο μιας σύγχρονης χειραφετητικής κουλτούρας με βαθιά λαϊκή αναγωγή.

Του Νίκου Σταθόπουλου*

Όταν οι Μπακογιάννηδες του συντηρητικού ευπατριδισμού και των εθναρχικών τζακιών, στολίζουν με καλικατζάρικο μοντερνισμό την Αθήνα, σηματοδοτούν τη μαρκετινίστικη αποϊεροποίηση μιας παράδοσης που συντηρεί εμμονικά το πάθος της υπέβασης, άρα είναι δραστική αντιπολίτευση στις συστημικές ιδεολογίες της προσαρμογής.

Ο κόσμος που έχει ταυτιστεί με τον πλήρη αθεϊσμό, υποχρεούται, ναι, υποχρεούται να λάβει μέρος στα εν φάτνη δρώμενα όχι ως «επιστημονικός θεατής» αλλά ως αλλότροπος μανικός εγγυητής της απελευθερωτικής αλήθειας που διαδραματίστηκε εκεί. Να δει αυτή την αλήθεια χωρίς φιλολογία, να την «εκκοινωνήσει» σε ανταπόκριση προς τη βαθύτερη λαϊκή αίσθηση, να της «εκμαιεύσει» την ανατρεπτική πολιτικότητα του δήθεν «ουδέτερού» της, να αποκαταστήσει τις «μαγείες» που «ξήλωσε» ο Διαφωτισμός επιδιώκοντας την τελειοποίηση της ανθρώπινης αποπλάνησης μέσω της χυδαιοϋλιστικής οικονομικοποίησης του ανθρώπου.

Η Φάτνη είναι το έσχατο οχυρό της ανθρώπινης ελπίδας για «ουρανό», δηλαδή για μια ριζική χειραφέτηση με όρους καθολικής υπέρβασης της αναγκαιότητας: άλλωστε, υπό αυτή ακριβώς τη συναίσθηση, ο Μαρξ προσφώνησε υμνολογικά την Κομμούνα ως «έφοδο στον ουρανό». Και γενικά, ο Μαρξισμός, αν όχι το σύνολο των «ουτοπιών» που βουλήθηκαν μια αυτόνομη τροχιά (σε σχέση με τον γενέθλιο ριζοσπαστισμό του Διαφωτισμού), προσδιορίστηκαν παραστασιακά και ως αυτοσυνείδηση, με τα σχήματα και τα μοτίβα της κλασικής ιουδαιοχριστιανικής θρησκευτικής σκέψης. Η Φάτνη είναι η απόλυτη σημειολογία της αγαπητικής εχθρότητας προς τον κόσμο του χρήματος και των διακρίσεων, της μοναξιάς και της εκμετάλλευσης, της αποξένωσης και του κατακερματισμού.

Οι σύγχρονες ελίτ, προεκτείνοντας το πνεύμα του Διαφωτιστικού Φιλελευθερισμού και «εποικοδομούμενες» στη βάση του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού (δηλ. της Μετανεωτερικότητας που συστατικά της είναι ο μηδενισμός, η χαοτικότητα, η ρευστοποίηση, το απόλυτο υποκείμενο): όχι απλώς επιβάλλουν έναν εκκοσμικευμένο «θεό», αλλά τον καταργούν πλήρως, εκκοσμικεύοντας τη μεταφυσική, μεταφέροντας το υπερβατικό στην υλική καθημερινότητα. Το δεσπόζον σήμερα «υποκείμενο της αυτοπραγμάτωσης», είναι ένα απροϋπόθετο άτομο που βιώνεται ως τελεσίδικος απτός θεός και αντιλαμβάνεται την υπέρβαση ως απλές μετατοπίσεις και «αναβαθμίσεις» εντός του δεδομένου υλικού κόσμου. Η Φάτνη δεν εικονογραφεί μια «ανθρωπιστική μεταρρύθμιση» αλλά το ριζικώς Διαφορετικό, την απόλυτη Σχέση με πνεύμα βαθιάς ενότητας πέραν πάσης ηθικής ή νόμου.

Παράλληλα, οι προσαρμοσμένες εκδοχές του Ριζοσπαστισμού, αδυνατώντας να αυτοπροσδιοριστούν εκτός των ορίων που θέσπισαν ο θετικισμός και ο επιστημονισμός: πρωτοπορούν σε έναν «δικαιωματικό αθεϊσμό» που εν ονόματι του «πολέμου ενάντια στην προκατάληψη και τον φανατισμό», απλώς μεταφέρει τον ζόφο της θρησκοληψίας στο κυρίαρχο πεδίο του «φιλελεύθερου user» με στενό βιολογικό κύκλο και «προνόμιο στην ανεπανάληπτη χοϊκή ζωή». Διότι είναι απόλυτα θρησκόληπτος δεισιδαίμων ειδωλολάτρης ο σύγχρονος «σκεπτόμενος πολίτης» της Μαζικής Δημοκρατίας που συντάσσεται από τη μιντιακή εξουσία με βάση «δημοκρατικά» στερεότυπα που εξαντλούνται σε ελεγχόμενους θεσμούς και βρίσκονται σε χειραγωγημένη διάδραση με τα ψυχοπαγιδευτικά στρατηγήματα της διαφημιστικής «φαντασίας».

Και με τις δυο όψεις, η ουσία βρίσκεται σε έναν ανθρωπότυπο με καταναλωτική κουλτούρα αυτοκαθοριζόμενου νομάδα, που απλώς επιβιώνει όσο γίνεται πιο «απολαυστικά» με κινητήρια αίσθηση ζωής την «επιθυμία». Και όλο αυτό το αλλόκοτο ανθρωπόμορφο υβρίδιο, επενδεδυμένο διακοσμητικά με όλη την βιομηχανική φαντασία του Θεάματος, δε μπορεί παρά να εννοήσει τα Χριστούγεννα με παιδεία showbiz, αισθητική τηλεοπτικού υπερθεάματος, ιδεολογία ειρηνικής ομαλότητας και αγαπητικής ανάπαυλας, και ηθική φιλανθρωπικού τηλεμαραθώνιου.

Το επίκαιρο συμπλήρωμα, με προοπτική «παγκοσμοποιητικού χριστουγεννατισμού», είναι η «επαναστικοποίηση» της Φάτνης στη βάση των ιδεολογημάτων της Δικαιωματικής Αριστεράς (ο Χριστός «μετανάστης-πρόσφυγας», «απόκληρος καταληψίας», «κατατρεγμένος άπατρις», κ.λπ.). Μια Φάτνη τύπου City Plaza χωρίς Χριστό και Αστέρι.

Χριστούγεννα χωρίς Χριστό σε μια «εναλλακτική» φάτνη με καλικατζάρους, ένα φαντασμαγορικό playmobil όπου καταργείται η παράδοση, και με πρώτη ύλη τη διαφημιστική εφευρετικότητα, εντείνεται ο απανθρωπισμός του ανθρώπου, η τοποθέτησή του σε ένα κούφιο Θέαμα.

Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Η αντισυμβατικότητα της ενανθρώπησης βρίσκεται σε άλλες σημασίες που η λαϊκή θρησκευτικότητα τις προσλαμβάνει με την εγκυρότητα του οικείου ρίγους και καθόλου με τον διανοητικισμό. Ακόμα κι αν είσαι άθεος, δεν δικαιούσαι να πλαστογραφείς μια παράσταση που συνιστά το θεμέλιο μιας οργανικής ανθρωπολογίας και τη στηρικτική βάση μιας αντίληψης της ιστορίας. Γιατί αν και στο μέτρο που το κάνεις, είσαι απλά ένας χυδαίος γκαιμπελίσκος. Από χρόνια η Σχολή της Φρανκφούρτης έχει καταδείξει την εγγενή φασιστικότητα του Διαφωτιστικού Λόγου.

Ο Χριστός δεν εισέρχεται στην ιστορία ως ηγεμών ούτε ως «αλληλέγγυος» στους κατατρεγμένους, αλλά ως κατατρεγμένος ο ίδιος. Απεκδύεται κάθε ιδιότητα, και γεννιέται κανονικά ως γυμνή ύπαρξη σε έναν κόσμο εξουσιαστικών διακρίσεων και εκμεταλλευτικών σχέσεων. Είναι, πα να πει, άμεσο υποκείμενο μιας τυραννικής σχέσης και καθόλου μεθύστερη πολιτική συνείδηση. Άρα, αυτό που «προτείνεται» είναι να αντιδράσει το θύμα, να γίνει Μεσσίας της ίδιας του της ύπαρξης.

Και η Φάτνη δεν είναι μια «κατάληψη» κατόπιν «χειραφετητικής πρωτοβουλίας». Είναι ακραίο σύμβολο της αποκληροσύνης, αφού υποδεικνύεται ως κατάλυμα στη μέση του πουθενά. Τίποτα το τυπικά «εξεγερτικό» δεν αναγνωρίζεται σε αυτή την απλή καθημερινή τραγωδία. Το θαύμα συντελείται σε οικτρές συνθήκες κοινωνικού αίσχους. Η φάτνη είναι η αφετηρία μιας συνείδησης πλατιάς που παράγει εστίες άρνησης σε κάθε επιμέρους.

Το Αστέρι εναρμονίζει το μυστήριο του κόσμου στον νου των «πτωχών τω πνεύματι» με την φλογερή προσδοκία μιας σωτηρίας. Είναι η καλλιτεχνική μεταφυσική που δεκάδες αιώνες δίνει στην ποίηση την αξιακή πρωτοπορία μιας αισιόδοξης ιχνηλασίας πέραν των «θετικών βεβαιοτήτων» της κάθε επίκαιρης και θνησιγενούς «ανάλυσης». Το Αστέρι είναι η σημειολογία μιας βαθιάς ελπίδας ότι «τα όνειρα θα λάβουν εκδίκηση», ότι στο πλευρό του δυστυχισμένου είναι όλη η «συνωμοσία δικαιοσύνης» που συνέχει την αρμονία των πραγμάτων.

Οι Μάγοι, αντικατοπτρίζουν το προφητικό δέος μιας «εξωτερικής διανόησης» που, απαλλαγμένη από καθεστωτικες υποχρεώσεις, διαπιστώνει την «ώρα μηδέν» μιας διαχρονικής κρίσης, την οριακή καμπή στην ανάπτυξη ενός εξελισσόμενου πόθου-εγχειρήματος για το τέλος του κακού. Οι πλανόδιοι της πίστης, ενσαρκώνουν την «ηθική του δώρου» (μέσα στον κόσμο της αρπαγής και της ιδιοτέλειας) και εκφράζουν τον στοχασμό που δεν αποστάτησε στη χλιδάτη καριέρα του Ηγεμόνα.

Οι Ποιμένες, αγαθές μορφές μιας πνιγηρής βιοπάλης, χρωματίζουν τη Μεγάλη Έναρξη με το γλυκόπικρο μειδίαμα μιας αποφασισμένης καλοσύνης χωρίς πολιτικό πρόσημο. Είναι, με άλλη γλώσσα, μια καθαρή αλληλεγγύη, μια αναφορική συνείδηση ταξικής αμοιβαιότητας. Είναι η ταξική παράμετρος, δίπλα στην παράμετρο-διανόηση των Μάγων.

Μια Φάτνη πλήρες οικοσύστημα, με την απόλυτη ενότητα ζωής να ορίζει το Μυστήριο-Γεγονός ως έσχατη και ολοστρόγγυλη αρμονία. Άρα, και το Ερχόμενο δε μπορεί παρά να εκπληρώνει αυτή ακριβώς την αρμονία.

Πώς μπορεί να αντέξει ένα σύγχρονο, τεχνολογο/επιστημονικο–κεντρικό, σύστημα Κυριαρχίας απέναντι σε αυτό τον θετικότατο και εμπειριοκεντρικό «μυστικισμό»; Εδώ καλείσαι να βρεις τον έσχατο απελευθερωτικό συμβολισμό, δηλαδή να συζεύξεις τη μεταφυσική με την ιστορική αναγκαιότητα. Όλη η προσπάθεια «επαναφήγησης» των Χριστουγέννων, πέραν του ότι απηχεί τον εύλογο αθεϊσμό του πολιτισμού του εμπορεύματος, είναι μια στρατηγική οικειοποίησης, από τη σύγχρονη εξουσία, των πόθων του απλού ανθρώπου να νιώσει δική του και διδακτική του μια πλούσια απλή ιστορία αγάπης και δικαιοσύνης. Ο σύγχρονος (μετ)άνθρωπος «πρέπει» να συγκινείται από άδεια εκτυφλωτικά σχήματα και μοντέλα χωρίς ανθρώπινο περιεχόμενο και δράση. Όλα «πρέπει» να είναι η ευφροσύνη ενός ιδιότυπου σινεφίλ.

«Πρέπει» τα Χριστούγεννα να αποφορτιστούν από κάθε αίσθηση μιας διαφορετικής δυνατότητας (δηλαδή ότι η ζωή είναι «μαγική» και όχι μια «μοίρα» που απλώς σαπίζει στα τελεσίδικα σύνορα του εωσφορικού βασίλειου των Πλουσίων και των Υπηρετών τους), και να ενταχθούν στο πρόγραμμα «ζήσε με εμπορευματική χαρά» την αφασία της «δημοκρατικής ψευδαίσθησης του ειρηνισμού».

Όμως η Γέννηση βρίσκει την κοινωνική οντολογία της στις «προϋποθέσεις Παραδείσου» που διαβάζουμε στο Κατά Λουκάν (6, 23 – 26) :

‒ Ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών. Εκτός Παραδείσου οι σφετεριστές του κοινωνικού πλούτου, οι «πλούσιοι» της συστηματοποιημένης κοινωνικής ληστείας, οι «φραγκάτοι» της στυγνής κερδοσκοπικής απονιάς.

‒ Ουαί υμίν, οι εμπεπλησμένοι νυν, ότι πεινάσετε. Απόβλητοι και καταδικασμένοι στην «αιώνια κόλαση» και οι χορτάτοι, όλα τα ανθρωποειδή στρώματα των βολεμένων που απλώς καλοτρώνε εις βάρος του «αόρατου» κόσμου της μόνιμης στέρησης και της αφαίρεσης του στοιχειώδους «προνομίου» να απολαύσεις δίκαια και με πληρότητα την επίγεια ζωή.

‒ Ουαί οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε. Τη βία της περιφρονημένης ηθικής θα νιώσουν οι «γελώντες», δηλαδή οι κήρυκες της «διαρκούς αμεριμνησίας» που εννοούν τη ζωή ως «μια και ανεπανάληπτη πίστα διασκέδασης με κινητήρα την επιθυμιακότητα», οι παρτάκηδες αυτοψυχαγωγούμενοι της εγωιστικής ευφορίας.

Η πλαστογράφηση των Χριστουγέννων, εξελίσσεται σε «εγγύηση» μιας συνειδησιακής αναδόμησης του «πλήθους», μιας Θεαματικής ειρηνιστικοποίησής του, όπου τα πάντα είναι «ουδέτερη» γιορτή ενός ακαθόριστου «γεγονότος». Η όντως Αριστερά της ανατροπής, καλείται να αναδείξει τη διαχρονία μιας πίστης, όπου το υπερβατικό, η παράδοση και τα φίλτρα της εμπειρίας, συντηρούν το «κλίμα» της ριζοσπαστικής ελπίδας.

Άκου τώρα, ένας «παρίας» τυλιγμένος με πρόχειρα πανιά κι αυτά από ζητιανιά, να είναι ο αγωγός της Χαρμόσυνης Είδησης ότι «δεν στα είπανε καλά, Κεμάλ… Υπάρχει ελπίδα και βρίσκεται στα ριζικά και αιώνια της ανθρώπινης συμπόνιας. Από αυτή τη συνείδηση και πέρα, αρχίζει η Πολιτική της ριζικής αντίστασης».

Ω, σύγχρονη Αριστερά, ή με τους καλοπληρωμένους γκουρού της «αμφισβήτησης των αφηγήσεων», ή με το πάθος για θαύματα που ορίζει την ψυχολογία των απόκληρων ‒ ή με τους «επάνω» ή με τους «κάτω»…

 

*Ο Νίκος Σταθόπουλος είναι φιλόλογος

http://sioualtec.blogspot.com/