Οι ρίζες του ρατσισμού και της επανάστασης στις ΗΠΑ

Οι ρίζες του ρατσισμού και της επανάστασης στις ΗΠΑ

  • |

Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας με τα λόγια των πρωταγωνιστών, των ιστορικών και των δημοσιογράφων ή Όταν υπήρχαν πρόεδροι των ΗΠΑ, που κατέβαζαν στρατό εναντίον των Αφροαμερικανών, προτού εμφανιστεί ο Ντόναλντ Τραμπ.

Γιάννης Νικολόπουλος |

Οι πρώ­τοι δού­λοι από την Αφρι­κή στον Νέο Κόσμο

«Έφθα­σε το κα­ρά­βι (…). Το φορ­τίο μοιά­ζει με ένα κο­πά­δι εξη­με­ρω­μέ­νων πι­θή­κων. Δεν έχουν τί­πο­τα το αν­θρώ­πι­νο πάνω τους. Είθε ο καλός Θεός να σώσει τις ζωές και τις ψυχές των πι­στών του πλα­σμά­των εδώ στον Νέο Κόσμο που τόσο υπέ­φε­ραν έως σή­με­ρα από την εξου­σία και τη βία των ομο­ε­θνών μου και με τόση ζέση ακο­λου­θούν τον δρόμο Του. (…) Από αύριο, θα αρ­χί­σει η πώ­λη­ση  των σκλά­βων στις φυ­τεί­ες για τη συ­γκο­μι­δή του ζα­χα­ρο­κά­λα­μου. (…) Ο κυ­βερ­νή­της ανη­συ­χεί για τις τιμές του φορ­τί­ου και την πι­θα­νό­τη­τα μιας ανταρ­σί­ας. Μα­θαί­νω ότι οι σκλά­βοι ήταν πολύ απεί­θαρ­χοι στη διάρ­κεια του τα­ξι­διού» (Ο ισπα­νός ιε­ρα­πό­στο­λος Μπαρ­το­λο­μέ­ου ντε Λας Κάσας αντι­πα­ρα­βάλ­λει στο ημε­ρο­λό­γιο του, τους ιθα­γε­νείς της Αμε­ρι­κής που είχαν εξο­ντω­θεί από τους κον­κι­στα­δό­ρες με τους νε­ο­α­φι­χθέ­ντες μαύ­ρους από την Αφρι­κή που προ­ο­ρί­ζο­νταν να αντι­κα­τα­στή­σουν τους Ιν­διά­νους στις φυ­τεί­ες και τα ορυ­χεία του Νέου Κό­σμου, όπου πέ­θαι­ναν σαν τις μύγες από τα βα­σα­νι­στή­ρια, τις εκτε­λέ­σεις και τις ασθέ­νειες των Ευ­ρω­παί­ων. Νησί Ισπα­νιό­λα (ση­με­ρι­νή Αϊτή/Δο­μι­νι­κα­νή Δη­μο­κρα­τία), 1503, πρώτη άφιξη αφρι­κα­νών σκλά­βων σε αμε­ρι­κα­νι­κό έδα­φος).

Τα λε­ξι­κά και η γλώσ­σα, στην υπη­ρε­σία της δου­λεί­ας και της αποι­κιο­κρα­τί­ας

«Μαύ­ρος (black), ετυ­μο­λο­γία, συ­νώ­νυ­μα, συ­νή­θεις χρή­σεις στην κα­θο­μι­λου­μέ­νη : Ο ακά­θαρ­τος και ο μο­λυ­σμέ­νος, ο πο­τι­σμέ­νος με βρω­μιά. Ο κα­κο­ή­θης, αυτός που έχει σκο­τει­νούς και δο­λο­φο­νι­κούς σκο­πούς. Αχρεί­ος, άδι­κος, ει­δε­χθής, φο­βε­ρά αμαρ­τω­λός. Ολέ­θριος, κα­τα­στρο­φι­κός, κα­τα­χθό­νιος» (Το επί­ση­μο λε­ξι­κό της αγ­γλι­κής γλώσ­σας, Oxford English Dictionary, εκ­δό­σεις 1598-1608).

Δου­λε­μπό­ριο, in nomine patris et filii et spiritus sancti

«Βρι­σκό­μα­στε εδώ πε­ρί­που 40 χρό­νια, όλοι μας, εξαι­ρε­τι­κά μορ­φω­μέ­νοι ιε­ρείς. Ποτέ δεν θε­ω­ρή­σα­με αυτό το εμπό­ριο, πα­ρά­νο­μο ή αντί­θε­το με τις βου­λές του Θεού. Επο­μέ­νως, οι νέ­γροι που κα­τα­φτά­νουν στα μέρη σας, έχουν αιχ­μα­λω­τι­σθεί νο­μί­μως. Συ­νε­πώς, και εμείς και οι άλλοι άγιοι πα­τέ­ρες της Βρα­ζι­λί­ας, αγο­ρά­ζου­με αυ­τούς τους σκλά­βους, χωρίς ηθικό εν­δοια­σμό» (Ο πορ­το­γά­λος μο­να­χός Λουίς Μπρα­ντά­ον απα­ντά, σε επι­στο­λή του, στον ιερέα Χόρχε Σα­ντο­βάλ που έχει δια­τυ­πώ­σει εν­στά­σεις για το δου­λε­μπό­ριο των μαύ­ρων στον Νέο Κόσμο, 1610).

Οι Ολ­λαν­δοί δί­νουν τα φώτα τους στην κα­τα­σκευή των δου­λε­μπο­ρι­κών πλοί­ων

«Το πλοίο κα­τα­σκευά­στη­κε σύμ­φω­να με τις οδη­γί­ες μας. Τα αμπά­ρια έχουν δια­με­ρί­σμα­τα δια­στά­σε­ων τέσ­σε­ρα πόδια επί 10 ίν­τσες, εξο­πλι­σμέ­να με πέ­δι­κλα και κά­γκε­λα. Οι άποι­κοι ονό­μα­σαν το κα­ρά­βι, Desire. Ται­ρια­στό όνομα (σ.σ. Επι­θυ­μία). Τους ευ­χό­μα­στε καλές δου­λειές και ήρε­μες θά­λασ­σες και να μην ανα­γκα­στούν να ρί­ξουν πολ­λούς νέ­γρους στο νερό, είτε για να επι­βά­λουν την πει­θαρ­χία είτε για να εξα­σφα­λί­σουν το πε­ρισ­σό­τε­ρο μέρος του φορ­τί­ου ζω­ντα­νό, όταν ο αέρας θα λι­γο­στεύ­ει στο αμπά­ρι και όλοι οι νέ­γροι δεν θα μπο­ρούν να ανα­πνεύ­σουν και να επι­ζή­σουν» (Ανώ­νυ­μος Ολ­λαν­δός ναυ­πη­γός που είχε υπη­ρε­τή­σει σε δου­λε­μπο­ρι­κά πλοία και στα καρ­νά­για του Μάρ­μπλ­χεντ της Νέας Αγ­γλί­ας, 1636, πρώτο τα­ξί­δι του αμε­ρι­κα­νι­κού, δου­λε­μπο­ρι­κού πλοί­ου Desire από τις βρε­τα­νι­κές αποι­κί­ες της Βό­ρειας Αμε­ρι­κής στη Δυ­τι­κή Αφρι­κή).

Η φρίκη στα αμπά­ρια και τις φυ­τεί­ες της σκλα­βιάς

«Σε λίγη ώρα, μέσα στα αμπά­ρια, δεν μπο­ρού­σα­με να ανα­σά­νου­με. Ο αέρας ήταν γε­μά­τος από απαί­σιες οσμές, από τα κά­του­ρα και τα σκατά και τις πλη­γές μας, που κα­κο­φόρ­μι­ζαν. Αρ­ρω­σταί­να­με και πε­θαί­να­με, αλυ­σο­δε­μέ­νοι, έχο­ντας πέσει θύ­μα­τα της αφρο­σύ­νης και της πλε­ο­νε­ξί­ας των αγο­ρα­στών μας. Οι πλη­γές από τις αλυ­σί­δες ήταν δυ­σβά­στα­χτες. Τα ουρ­λια­χτά των γυ­ναι­κών και τα βο­γκη­τά των ετοι­μο­θά­να­των έφτια­χναν ένα σκη­νι­κό τρό­μου, που μου είναι αδύ­να­το να σας πε­ρι­γρά­ψω. (…) Όταν φτά­σα­με και μας που­λή­σα­νε στο Ρί­τσμοντ (σ..σ. της Βιρ­τζί­νια), οι χει­ρό­τε­ροι λευ­κοί ήταν οι επι­στά­τες μας, άτομα της κα­τώ­τε­ρης υπο­στάθ­μης, που πε­τσό­κο­βαν και κα­τα­κρε­ουρ­γού­σαν τους δού­λους και μας φέ­ρο­νταν σαν να ήμα­σταν ζώα» (Ο απε­λεύ­θε­ρος δού­λος, Ολά­ου­ντα Εκουιά­νο, για το τα­ξί­δι στο Ατλα­ντι­κό Πέ­ρα­σμα και τη δου­λεία στις φυ­τεί­ες, 18ος αιώ­νας).

Τι ση­μαί­νει μικρή ιδιο­κτη­σία για τα κοι­νο­βού­λια και τους λευ­κούς του Νότου (και όχι μόνο σε αυτόν) ή Δια­σπώ­ντας την τα­ξι­κή συ­νερ­γα­σία λευ­κών και μαύ­ρων

«Κάθε λευ­κός είναι ανώ­τε­ρος από τον οποιο­δή­πο­τε νέγρο. Ως αντι­πρό­σω­ποι των συ­μπο­λι­τών μας, θε­ω­ρού­με σκό­πι­μο να δια­βε­βαιώ­σου­με την κοι­νό­τη­τα μας πως η πα­ρα­χώ­ρη­ση 20 εκτα­ρί­ων γης για καλ­λιέρ­γεια, οι 350 λί­βρες κα­λα­μπό­κι, τα τριά­ντα σε­λί­νια και το ένα του­φέ­κι σε κάθε λευκό υπη­ρέ­τη δεν πρό­κει­ται να δια­τα­ρά­ξουν την τάξη και την ορ­γά­νω­ση της ζωής μας. Αντί­θε­τα, με αυτόν τον τρόπο, οι λευ­κοί υπη­ρέ­τες θα μά­θουν να είναι ιδιο­κτή­τες και να υπε­ρα­σπί­ζο­νται με το όπλο στο χέρι, και την ιδιο­κτη­σία τη δική τους, και την ιδιο­κτη­σία των έως χθες, κυ­ρί­ων τους από κάθε νέγρο ει­σβο­λέα, κλέ­φτη ή δρα­πέ­τη. Προ­τεί­νου­με τον νόμο αυτόν, με πλήρη επί­γνω­ση ότι απο­τε­λεί το πλέον κα­τάλ­λη­λο μέτρο για να στα­μα­τή­σουν οι συ­νερ­γα­σί­ες, οι απο­δρά­σεις και οι ανταρ­σί­ες που ορ­γα­νώ­νουν έως σή­με­ρα, από κοι­νού, οι λευ­κοί υπη­ρέ­τες των οι­κιών με τους νέ­γρους σκλά­βους των χω­ρα­φιών» (Η πο­λι­τεια­κή Βουλή των Αντι­προ­σώ­πων της Βιρ­τζί­νια εξη­γεί το σκε­πτι­κό του νόμου Περί λή­ξε­ως συμ­βά­σε­ων ερ­γα­σί­ας των λευ­κών υπη­ρε­τών, 1705).

Δια­φω­τι­σμός, εί­πα­τε;

«Τείνω να πι­στέ­ψω ότι οι νέ­γροι είναι κα­τώ­τε­ροι των λευ­κών. Εκ φύ­σε­ως. Ποτέ δεν υπήρ­ξε κά­ποιο πο­λι­τι­σμέ­νο έθνος με άλλο χρώμα επι­δερ­μί­δας εκτός από το λευκό ή και κά­ποιο άτομο που να δια­κρί­θη­κε για τις πρά­ξεις του ή για τον στο­χα­σμό του. Ανά­με­σα στους νέ­γρους δεν θα συ­να­ντή­σου­με ούτε την τέχνη, ούτε την πο­λυ­μή­χα­νη κα­τα­σκευή, ούτε την επι­στή­μη» (Ο άγ­γλος «δια­φω­τι­στής» Ντέι­βιντ Χιουμ στο Συ­μπλή­ρω­μα της Πραγ­μα­τεί­ας για την Αν­θρώ­πι­νη Φύση, 1739).

Μια Δια­κή­ρυ­ξη στα χαρ­τιά του δου­λο­κτή­τη Τόμας Τζέ­φερ­σον

«Όλοι οι άν­θρω­ποι γεν­νιού­νται ίσοι» (Δια­κή­ρυ­ξη της Αμε­ρι­κα­νι­κής Ανε­ξαρ­τη­σί­ας, 4 Ιου­λί­ου 1776).

Ένα Σύ­νταγ­μα στο Βερ­μόντ, με πολ­λούς αστε­ρί­σκους

«… κα­νέ­νας άν­δρας, που γεν­νή­θη­κε σε αυτήν τη χώρα, ή με­τα­φέρ­θη­κε από τη θά­λασ­σα, δεν πρέ­πει να κρα­τη­θεί από τον νόμο για να υπη­ρε­τή­σει οποιο­δή­πο­τε άτομο, ως υπη­ρέ­της, σκλά­βος ή μα­θη­τευό­με­νος, αφού φτά­σει στην ηλι­κία των 21 ετών, ούτε γυ­ναί­κα, με τον ίδιο τρόπο, αφού φτά­σει στην ηλι­κία των δε­κα­ο­κτώ ετών, εκτός εάν δε­σμεύ­ο­νται από τη δική τους συ­γκα­τά­θε­ση, και αφού φτά­σουν σε αυτήν την ηλι­κία, ή δε­σμεύ­ο­νται από τον  νόμο, για την πλη­ρω­μή χρεών, απο­ζη­μιώ­σε­ων, προ­στί­μων, εξό­δων, ή άλλων πα­ρό­μοιων» (Σύ­νταγ­μα της πο­λι­τεί­ας του Βερ­μόντ, 4 Ιου­λί­ου 1777, πρώτη, με­ρι­κή κα­τάρ­γη­ση της δου­λεί­ας σε αμε­ρι­κα­νι­κό έδα­φος. Παρά το γε­γο­νός ότι το Βερ­μόντ κα­τάρ­γη­σε τη δου­λεία με τις πα­ρα­πά­νω προ­ϋ­πο­θέ­σεις, σκλά­βοι στην πο­λι­τεία υπήρ­χαν έως το 1810. Το 1791, η Βουλή των Αντι­προ­σώ­πων του Βερ­μόντ έδωσε δι­καί­ω­μα ψήφου στους απε­λευ­θε­ρω­μέ­νους σκλά­βους, ενώ το 1858, με την λε­γό­με­νη Πράξη Απε­λευ­θέ­ρω­σης, κάθε μαύ­ρος που έφθα­νε στο έδα­φος του Βερ­μόντ, κη­ρυσ­σό­ταν αυ­το­μά­τως, ελεύ­θε­ρος πο­λί­της με πλήρη δι­καιώ­μα­τα).

Εντυ­πώ­σεις από το δου­λε­μπο­ρι­κό λι­μά­νι του Μπρί­στολ στην Αγ­γλία

«Στην πόλη μας, δεν υπάρ­χει ούτε ένα τού­βλο που να μην έχει φτια­χτεί με το αίμα του δού­λου. Με­γα­λό­πρε­πα μέ­γα­ρα, πο­λυ­τε­λής δια­βί­ω­ση, υπη­ρέ­τες με λι­βρέ­ες, όλα ήταν το προ­ϊ­όν του πλού­του που δη­μιουρ­γή­θη­κε από τα βά­σα­να και τα βο­γκη­τά των δού­λων, που πω­λού­νταν και αγο­ρά­ζο­νταν από τους εμπό­ρους στο λι­μά­νι. (…) Και έτσι λει­τουρ­γεί το πράμα – στέλ­νου­με στην Αφρι­κή αγαθά ευ­τε­λούς αξίας και οι φύ­λαρ­χοι – κυ­νη­γοί τα ανταλ­λάσ­σουν με τους δού­λους αιχ­μα­λώ­τους τους. Αυτοί, κα­τό­πιν, πω­λού­νται στις αποι­κί­ες για να μα­ζέ­ψουν τη σο­δειά, στις φυ­τεί­ες του καφέ, του ζα­χα­ρο­κά­λα­μου και του ρυ­ζιού σε φρι­χτές συν­θή­κες. Μετά, αυτά τα προ­ϊ­ό­ντα επι­στρέ­φουν με τα ίδια κα­ρά­βια των δου­λε­μπό­ρων στα λι­μά­νια της Αγ­γλί­ας, όπου αδειά­ζουν τα σακιά με τον καφέ και το ρύζι και τη ζά­χα­ρη, για να φορ­τώ­σουν κα­θρέ­πτες και υφά­σμα­τα για τους αφρι­κα­νούς φυ­λάρ­χους και τους πορ­το­γά­λους και τους ολ­λαν­δούς και τους γάλ­λους και τους άγ­γλους προ­στά­τες τους, που επι­βλέ­πουν το κυ­νή­γι και την αιχ­μα­λω­σία των νέ­γρων. Και ο κύ­κλος δεν έχει τέλος» (Ανω­νύ­μου, Χρο­νι­κό της πό­λε­ως του Μπρί­στολ και της Ιστο­ρί­ας του λι­μέ­νος της, πρώτη ξε­κά­θα­ρη πε­ρι­γρα­φή του τρι­γω­νι­κού εμπο­ρί­ου στον Ατλα­ντι­κό, 1783).

Ο κα­τάλ­λη­λος άν­θρω­πος, στην κα­τάλ­λη­λη θέση

«Κάθε νέ­γρος στις φυ­τεί­ες μου, βγά­ζει κέρ­δος 257 δο­λά­ρια κάθε χρόνο και για τη συ­ντή­ρη­ση του, ξο­δεύω μόνο 12. Οι νέ­γροι είναι η κα­λύ­τε­ρη βάση για επεν­δύ­σεις και για τη σύ­σφι­ξη των νέων, εμπο­ρι­κών μας σχέ­σε­ων» (Ο Τζέιμς Μά­ντι­σον, με­τέ­πει­τα 4ος πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, συ­ζη­τά­ει με τη βρε­τα­νι­κή απο­στο­λή απο­κα­τά­στα­σης του εμπο­ρί­ου κα­πνού, βαμ­βα­κιού και ρυ­ζιού, ανά­με­σα στις νε­ο­σύ­στα­τες ΗΠΑ και τη Βρε­τα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, το 1785).

«Απο­λο­γι­σμός: 66 στα­σια­στές, νε­κροί στη διάρ­κεια των τα­ρα­χών, 16, θα εκτε­λε­στούν ως πρω­τερ­γά­τες της ανταρ­σί­ας, διά τυ­φε­κι­σμού» (Η κα­τά­λη­ξη της εξέ­γερ­σης των σκλά­βων στη Νέα Ορ­λε­ά­νη το 1811, όταν ο ομο­σπον­δια­κός στρα­τός των ΗΠΑ και η το­πι­κή πο­λι­το­φυ­λα­κή των λευ­κών δου­λο­κτη­τών έπει­τα από δια­τα­γή του προ­έ­δρου, Τζέιμς Μά­ντι­σον, τσά­κι­σαν την ανταρ­σία πε­ρί­που 900 σκλά­βων γης).

Οι σκλά­βοι επα­να­στα­τούν έξω από την κα­λύ­βα του μπαρ­μπα-Θω­μά

«Υπάρ­χουν δύο πράγ­μα­τα που μπορώ να διεκ­δι­κή­σω – ελευ­θε­ρία ή θά­να­το. Αν δεν μπορώ να απο­κτή­σω το πρώτο, απο­δέ­χο­μαι με χαρά το δεύ­τε­ρο. Κα­νείς δεν θα με πιά­σει ζω­ντα­νή» (Η εξε­γερ­μέ­νη σκλά­βα Χά­ριετ Τά­μπ­μαν, εξη­γεί τη σύ­στα­ση του Υπο­γεί­ου Δι­κτύ­ου απο­δρά­σε­ων και φυ­γά­δευ­σης σκλά­βων από τον Νότο στον Βορρά των ΗΠΑ, 1850).

«Δεν ήταν το χρώμα του δέρ­μα­τος, αλλά τα εγκλή­μα­τα, δεν ήταν ο Θεός, αλλά οι άν­θρω­ποι, εκεί­νοι μπο­ρού­σαν να δώ­σουν την εξή­γη­ση για την ύπαρ­ξη της δου­λεί­ας. Επί­σης, έμαθα νωρίς και μια άλλη αλή­θεια – οτι­δή­πο­τε μπο­ρεί να φτιά­ξει ο άν­θρω­πος, πάλι ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να το ανα­τρέ­ψει και να το κα­τα­στρέ­ψει. Και ότι ο ισχυ­ρός δεν πα­ρα­χω­ρεί κάτι αν δεν του απαι­τη­θεί να το κάνει» (Ο πρώην σκλά­βος και δει­νός ρή­το­ρας, συγ­γρα­φέ­ας και πο­λι­τι­κός, Φρέ­ντε­ρικ Ντά­γκλας συ­μπυ­κνώ­νει στον πρό­λο­γο της Αυ­το­βιο­γρα­φί­ας του, το νόημα της πο­λι­τι­κής πάλης ενά­ντια στη δου­λεία, 1858).

Το «κυ­νη­γό­σκυ­λο νέ­γρων του Ιλι­νόις» που έγινε ο πρό­ε­δρος της Χει­ρα­φέ­τη­σης (;)

«Πα­ρα­δέ­χο­μαι ότι δεν αντέ­χω αυτά τα τα­λαί­πω­ρα πλά­σμα­τα να διώ­κο­νται. Όμως δα­γκώ­νω τα χείλη μου και πα­ρα­μέ­νω σιω­πη­λός. Είμαι αντί­θε­τος με τη δου­λεία, αλλά δεν θα ανα­γνω­ρί­σω ποτέ ότι ένας νέ­γρος είναι ισό­τι­μος με έναν λευκό. Αν ήταν εφι­κτό, θα απε­λευ­θέ­ρω­να τους σκλά­βους και θα τους έστελ­να ξανά πίσω στην Αφρι­κή» (Ο με­τέ­πει­τα πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, Αβρα­άμ Λίν­κολν, ως γε­ρου­σια­στής των Δη­μο­κρα­τι­κών του Ιλι­νόις, σχο­λιά­ζει σε επι­στο­λή του, τον Νόμο περί Φυ­γά­δων Σκλά­βων του 1850, που απο­τε­λού­σε το θε­σμι­κό αν­θρω­πο­κυ­νη­γη­τό συ­ντρι­βής και εξό­ντω­σης των δρα­πε­τών σκλά­βων του Νότου. Ο Λίν­κολν έγινε πρό­ε­δρος με τη διά­σπα­ση των Δη­μο­κρα­τι­κών, από όπου προ­έ­κυ­ψε το Ρε­που­μπλι­κα­νι­κό Κόμμα το 1860, του οποί­ου ηγή­θη­κε στον δρόμο για την προ­ε­δρία και τον Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο).

«Την 1η Ια­νουα­ρί­ου 1863 μ.Χ. όσοι σκλά­βοι βρί­σκο­νται σε πο­λι­τεία ή σε επαρ­χία πο­λι­τεί­ας που έχει επα­να­στα­τή­σει ενα­ντί­ον των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών, θα θε­ω­ρού­νται αμέ­σως και για πάντα ελεύ­θε­ροι» – «Στη Δια­κή­ρυ­ξη της Χει­ρα­φέ­τη­σης, η αρχή που ισχύ­ει δεν είναι ότι ένα αν­θρώ­πι­νο ον δεν μπο­ρεί νό­μι­μα να εξου­σιά­ζει ένα άλλο, αλλά ότι δεν μπο­ρεί να το κάνει, αν δεν είναι πιστό στις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες» (Η εφη­με­ρί­δα London Spectator κα­τα­κε­ραυ­νώ­νει τη Δια­κή­ρυ­ξη της Χει­ρα­φέ­τη­σης του προ­έ­δρου Λίν­κολν, 1863).

Όταν ένας πρό­ε­δρος ανα­τρέ­πει την από­φα­ση ενός στρα­τη­γού (και δεν είναι για καλό…)

«Σε κάθε οι­κο­γέ­νεια απε­λεύ­θε­ρων σκλά­βων πα­ρα­χω­ρού­νται 16 εκτά­ρια γης από τις αμ­μώ­δεις θίνες των πα­ρα­λί­ων και έως και 30 μίλια στο εσω­τε­ρι­κό της πο­λι­τεί­ας της Τζόρ­τζια» (Ει­δι­κή Δια­τα­γή υπ’ αριθ­μόν 15 του στρα­τη­γού της Ένω­σης/των Βο­ρεί­ων, Γουί­λιαμ Τ. Σέρ­μαν, Σα­βά­να, 4 Ια­νουα­ρί­ου 1865. Μέσα σε πέντε μήνες, του­λά­χι­στον 4.000 μαύ­ροι απε­λεύ­θε­ροι είχαν εγκα­τα­στα­θεί στις αγροι­κί­ες και τα χω­ρά­φια, που είχε εκ­χω­ρή­σει ο στρα­τη­γός).

«Δια­τάσ­σε­στε να εκ­διώ­ξε­τε τους νέ­γρους από τα πα­ρά­λια της Τζόρ­τζια. Δεν είχε καμία δου­λειά ο πα­λα­βιά­ρης (σ.σ. ο Σέρ­μαν) να τους δώσει αυτή τη γη! Η γη ανή­κει στην πο­λι­τεία της Τζόρ­τζια και τους νό­μι­μους ιδιο­κτή­τες της!» (Ο πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, Άντριου Τζόν­σον, που είχε δια­δε­χθεί τον Λίν­κολν μετά τη δο­λο­φο­νία του, απο­κα­θι­στά τη «δια­σα­λευ­θεί­σα τάξη» στον Νότο και τη Σα­βά­να, με τη­λε­γρά­φη­μα του, 6 Αυ­γού­στου 1865 – δύο μέρες μετά, ο στρα­τός της Ένω­σης/των Βο­ρεί­ων, εκ­διώ­κει, με τις ξι­φο­λόγ­χες στα του­φέ­κια, τους 4.000 μαύ­ρους του «θείου Μπίλυ», από τα χω­ρά­φια τους).

Ο Νότος μετά τον Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο – «Ανα­συ­γκρό­τη­ση» του «Γα­τό­παρ­δου» (άλ­λα­ξαν όλα, και δεν άλ­λα­ξε τί­πο­τα) στη σκιά της Κου-Κλουξ-Κλαν

«Μέμ­φις, Τε­νε­σί, 14 Μαΐου 1866, πλή­θος λευ­κών, που κρα­δαί­νει σταυ­ρούς και φο­ρά­ει λευ­κές μά­σκες, σκο­τώ­νει 46 νέ­γρους, πα­λιούς πο­λε­μι­στές της Ένω­σης (των Βο­ρεί­ων) και δύο λευ­κούς συ­μπα­θού­ντες, βιά­ζει πέντε νέ­γρες και βάζει φωτιά σε 90 σπί­τια νέ­γρων. Νέα Ορ­λε­ά­νη, 4 Ιου­λί­ου 1866, η επέ­τειος της Αμε­ρι­κα­νι­κής Ανε­ξαρ­τη­σί­ας ‘’γιορ­τά­ζε­ται­’’ με το λιν­τσά­ρι­σμα 35 νέ­γρων και 3 λευ­κών, ύπο­πτων για φι­λο­νε­γρι­σμό. Από τις 28 Μαΐου 1868  έως τις 14 Ια­νουα­ρί­ου 1871, στην πο­λι­τεία του Κε­ντά­κι, άγνω­στος αριθ­μός νέ­γρων, του­λά­χι­στον 64, δο­λο­φο­νού­νται από άν­δρες με κα­λυμ­μέ­να πρό­σω­πα» (Μετά τον Εμ­φύ­λιο, πρώ­τες εγκλη­μα­τι­κές εμ­φα­νί­σεις της τρο­μο­κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης, Κου-Κλουξ-Κλαν στον Νότο, κα­τά­λο­γος της ει­δι­κής επι­τρο­πής της Γε­ρου­σί­ας για τoν οι­κο­νο­μι­κό και κοι­νω­νι­κό απο­λο­γι­σμό της Πε­ριό­δου της Ανα­συ­γκρό­τη­σης, Μάρ­τιος-Ιού­νιος 1880).

«Ανα­γκα­στή­κα­με να φύ­γου­με από τον Νότο. Εί­δα­με και νιώ­σα­με ότι ολό­κλη­ρος ο Νότος, η κάθε πο­λι­τεία εκεί, είχε πέσει στα χέρια των ίδιων αν­θρώ­πων που μας κρα­τού­σαν υπό­δου­λους. Για εμάς, δεν υπήρ­χε ζωή εκεί» (Ο απε­λεύ­θε­ρος βε­τε­ρά­νος στρα­τιώ­της των Βο­ρεί­ων, Χένρι Άνταμς, εξη­γεί τη φυγή του από τη Λουι­ζιά­να, στην ίδια με την προη­γού­με­νη πα­ρά­γρα­φο, ει­δι­κή επι­τρο­πή της Γε­ρου­σί­ας, Ουά­σιγ­κτον, Απρί­λιος 1880. Δέκα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες πο­λι­τεί­ες του Νότου με πρώ­τες το Τε­νε­σί, τη Βό­ρεια Κα­ρο­λί­να και την Αλα­μπά­μα έχουν υιο­θε­τή­σει τους Νό­μους του Τζίμυ Κρόου, το Απαρτ­χάιντ των ΗΠΑ με τον ευ­φη­μι­σμό «separated but equal», που τυ­πι­κά κρά­τη­σε έως το 1965 – ξε­χω­ρι­στές γει­το­νιές για μαύ­ρους, ξε­χω­ρι­στά σχο­λεία, δια­φο­ρε­τι­κές δη­μό­σιες τουα­λέ­τες, δια­φο­ρε­τι­κά κα­θί­σμα­τα στα λε­ω­φο­ρεία και τους σταθ­μούς των τρέ­νων, υπο­δε­έ­στε­ρες θέ­σεις ερ­γα­σί­ας, δια­φο­ρε­τι­κές και βα­ρύ­τε­ρες ποι­νές για αδι­κή­μα­τα κτλ, στέ­ρη­ση του δι­καιώ­μα­τος του εκλέ­γειν και του εκλέ­γε­σθαι).

«Το Λαϊκό Κόμμα δεν δη­μιουρ­γή­θη­κε για να απε­λευ­θε­ρώ­σει τους μαύ­ρους, αλλά για να ελευ­θε­ρώ­σει όλους τους αν­θρώ­πους από την κα­τα­πί­ε­ση και τη βία των κα­πι­τα­λι­στών. Για να κερ­δί­σει για λο­γα­ρια­σμό όλων, την ελευ­θε­ρία χωρίς την οποία, δεν υπάρ­χει πο­λι­τι­κή ελευ­θε­ρία» (Ιδρυ­τι­κή Δια­κή­ρυ­ξη του πα­ραρ­τή­μα­τος του Λαϊ­κού Κόμ­μα­τος στο Τέξας, Ντά­λας, 4 Ιου­λί­ου 1891). «Πα­ρα­κα­λώ τον Θεό να το­πο­θε­τή­σει η κυ­βέρ­νη­ση, στρα­τιώ­τες με εφ’ όπλου λόγχη γύρω από την κάλπη, ώστε οι νέ­γροι να ψη­φί­σουν με δί­καιο τρόπο» (Ανώ­νυ­μος αγρό­της, μέλος της Κου-Κλουξ-Κλαν σε το­πι­κή εφη­με­ρί­δα της Αλα­μπά­μα, ενό­ψει των το­πι­κών εκλο­γών, Αύ­γου­στος 1892).

Όταν «ήρωες» του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου πο­λε­μούν γυ­ναι­κό­παι­δα και ανέρ­γους, λευ­κούς, μαύ­ρους και ερυ­θρό­δερ­μους, στις ΗΠΑ της Με­γά­λης Ύφε­σης

«Χι­λιά­δες είναι οι βε­τε­ρά­νοι, οι γυ­ναί­κες και τα παι­διά τους, που τρέ­χουν να γλι­τώ­σουν από τα δα­κρυ­γό­να και τα αφη­νια­σμέ­να άλογα. Στρα­τιώ­τες βά­ζουν φωτιά στα πα­ρα­πήγ­μα­τα και τις σκη­νές. Σε λίγο, ολό­κλη­ρος ο κα­ταυ­λι­σμός έχει πα­ρα­δο­θεί στις φλό­γες. Ένα μικρό παιδί, ένα αγο­ρά­κι, κλαί­ει μπρο­στά μας, ανα­ζη­τώ­ντας τη μη­τέ­ρα του. Λευ­κοί και νέ­γροι και Ιν­διά­νοι, ενω­μέ­νοι, προ­σπα­θούν να προ­βά­λουν αντί­στα­ση. Είναι αδύ­να­το. Το ιπ­πι­κό εφορ­μά και τσα­λα­πα­τά όσους αντι­στέ­κο­νται, τα δα­κρυ­γό­να έχουν πνί­ξει τους δια­δη­λω­τές και η ατμό­σφαι­ρα έχει γε­μί­σει από τα ουρ­λια­χτά των πλη­γω­μέ­νων» («Μάχη της Ανα­κό­στια Φλατς», 28 Ιου­λί­ου 1932, από­γειο της Με­γά­λης Ύφε­σης του ‘29. Ο πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, Χέρ­μπερτ Χού­βερ έχει δια­τά­ξει τον υπο­στρά­τη­γο διοι­κη­τή της Εθνο­φρου­ράς της Ουά­σιγ­κτον, Ντά­γκλας Μα­κΆρ­θουρ, να δια­λύ­σει τον λε­γό­με­νο «Στρα­τό των Επι­δο­μά­των» (Bonus Army), τους 43.000 άνερ­γους βε­τε­ρά­νους του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου οι οποί­οι έχουν συ­γκε­ντρω­θεί στις όχθες του πο­τα­μού Πο­τό­μακ, απαι­τώ­ντας δου­λειά, φα­γη­τό και μια στέγη πάνω από το κε­φά­λι τους, και μαζί με τις οι­κο­γέ­νειες τους έχουν στή­σει έναν προ­σφυ­γι­κό κα­ταυ­λι­σμό, σχε­δόν απέ­να­ντι από το Κα­πι­τώ­λιο.

Ο Μα­κΆρ­θουρ συ­γκε­ντρώ­νει τέσ­σε­ρις ίλες ιπ­πι­κού, τέσ­σε­ρις λό­χους πε­ζι­κού και έξι άρ­μα­τα μάχης, που εκτο­ξεύ­ουν κα­πνο­γό­νες και δα­κρυ­γό­νες βόμ­βες,  για να δια­λύ­σει τους συ­γκε­ντρω­μέ­νους. Υπα­σπι­στής του Μα­κΆρ­θουρ και σύν­δε­σμος επι­κοι­νω­νί­ας με την αστυ­νο­μία, είναι ο ταγ­μα­τάρ­χης Ντουάιτ Αϊ­ζεν­χά­ου­ερ και διοι­κη­τής του ιπ­πι­κού, ο ταγ­μα­τάρ­χης, Τζωρτζ Σ. Πάτον. Οι άο­πλοι άνερ­γοι βε­τε­ρά­νοι δια­λύ­ο­νται μέσα σε ένα σύν­νε­φο δα­κρυ­γό­νων και αί­μα­τος.

Απο­λο­γι­σμός, 4 δια­δη­λω­τές και απερ­γοί, νε­κροί, δύο λευ­κοί και δύο μαύ­ροι, δύο μικρά παι­διά, νεκρά στο νο­σο­κο­μείο, ένα βρέ­φος 11 μηνών χάνει την όραση του από τα δα­κρυ­γό­να, 1.234 άν­δρες και γυ­ναί­κες τραυ­μα­τί­ζο­νται σο­βα­ρά από τις οπλές των αλό­γων και τις ξι­φο­λόγ­χες των πε­ζι­κά­ριων. Η πε­ρι­γρα­φή ανή­κει στο αρ­χείο της εφη­με­ρί­δας, Ουά­σιγ­κτον Ποστ. Αρ­γό­τε­ρα, Μα­κΆρ­θουρ, Αϊ­ζεν­χά­ου­ερ και Πάτον θα πρω­τα­γω­νι­στή­σουν και στον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο – ο δεύ­τε­ρος θα γίνει και πρό­ε­δρος των ΗΠΑ).

«Νέ­γροι και Δρό­μοι» – Μύθοι και αλή­θειες για το New Deal, τον Ρού­σβελτ  και τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο

«Το πρό­γραμ­μα, με το οποίο θα κυ­βερ­νή­σω, είναι σαφές και συ­μπυ­κνώ­νε­ται σε δύο λέ­ξεις: Νέ­γροι. Και δρό­μοι. Τους πρώ­τους, τους σι­χαί­νο­μαι. Τους δεύ­τε­ρους, τους κα­τα­σκευά­ζω» (Ο υπο­ψή­φιος του Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος για τη θέση του κυ­βερ­νή­τη της Τζόρ­τζια, Γιου­τζίν Τάλ­μεϊτζ, το 1932. Ο Τάλ­μεϊτζ υπήρ­ξε υπο­στη­ρι­κτής του προ­έ­δρου Ρού­σβελτ και δια­τέ­λε­σε σκλη­ρός ρα­τσι­στής κυ­βερ­νή­της στην πο­λι­τεία του Νότου από το 1933 έως το 1937  και από το 1941 έως το 1943).

«Η εποχή του New Deal τό­νω­σε ψυ­χο­λο­γι­κά τους μαύ­ρους (η κυρία Ρού­σβελτ τους συ­μπα­θού­σε και πολ­λοί μαύ­ροι το­πο­θε­τή­θη­καν σε κυ­βερ­νη­τι­κές θέ­σεις), όμως τα πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­γράμ­μα­τα του New Deal, τους αγνό­η­σαν. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι μαύ­ροι ήταν κο­λί­γοι, ερ­γά­τες σε αγρο­κτή­μα­τα, χει­ρώ­να­κτες της πε­ρι­πλά­νη­σης και οι­κια­κοί βοη­θοί με απο­τέ­λε­σμα να μην έχουν δι­καί­ω­μα στα επι­δό­μα­τα ανερ­γί­ας και την κοι­νω­νι­κή ασφά­λι­ση, την κρα­τι­κή ενί­σχυ­ση των καλ­λιερ­γειών και το ελά­χι­στο με­ρο­κά­μα­το.

Ο Ρού­σβελτ, που δεν ήθελε να εξορ­γί­σει τους λευ­κούς πο­λι­τι­κούς του Νότου, επει­δή χρεια­ζό­ταν την πο­λι­τι­κή τους στή­ρι­ξη, δεν επέ­μει­νε στη θέ­σπι­ση νο­μο­θε­σί­ας που θα απα­γό­ρευε το λιν­τσά­ρι­σμα. Στις ένο­πλες δυ­νά­μεις εφαρ­μο­ζό­ταν πο­λι­τι­κή δια­χω­ρι­σμού των μαύ­ρων από τους λευ­κούς.

Στην αγορά ερ­γα­σί­ας υπήρ­χαν επί­σης δια­κρί­σεις σε βάρος των μαύ­ρων – ήταν οι πρώ­τοι που απο­λύ­ο­νταν και οι τε­λευ­ταί­οι που έβρι­σκαν δου­λειά. Το 1941, πα­ρα­μο­νές του πο­λέ­μου, ο Άλαν Φίλιπ Ρά­ντολφ, επι­κε­φα­λής της Ένω­σης Αχθο­φό­ρων σε Κλι­νά­μα­ξες απεί­λη­σε ότι θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μα­ζι­κή πο­ρεία δια­μαρ­τυ­ρί­ας στην Ουά­σιγ­κτον. Μόνο τότε, ο Ρού­σβελτ δέ­χθη­κε να εκ­δώ­σει ένα προ­ε­δρι­κό διά­ταγ­μα για την ίδρυ­ση της Επι­τρο­πής Ίσων Ευ­και­ριών στην Ερ­γα­σία. Η επι­τρο­πή, όμως, δεν είχε πραγ­μα­τι­κή δύ­να­μη να επι­βά­λει την ερ­γα­σια­κή ισό­τη­τα και έτσι, δεν κα­τά­φε­ρε να επι­φέ­ρει ου­σιώ­δεις αλ­λα­γές» (Ο Χά­ουαρντ Ζιν κο­νιορ­το­ποιεί τον μύθο του «αρι­στε­ρού» Ρού­σβελτ και του New Deal, στην εμ­βλη­μα­τι­κή «Ιστο­ρία του Λαού των Ηνω­μέ­νων Πο­λι­τειών»).

«Χάρ­λεμ, 19 Μαρ­τί­ου 1935, ημέρα ψή­φι­σης του New Deal στο Κο­γκρέ­σο – Εξέ­γερ­ση στις γει­το­νιές, 10.000 μαύ­ροι ξε­χύ­νο­νται στους δρό­μους και κα­τα­στρέ­φουν κα­τα­στή­μα­τα και σπί­τια λευ­κών. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι είναι άνερ­γοι, ζουν σε βρώ­μι­κα και ανή­λια­γα υπό­γεια, μαζί με αρου­ραί­ους και υπο­φέ­ρουν από φυ­μα­τί­ω­ση. Οι γυ­ναί­κες τους έχουν εξω­θη­θεί στην πορ­νεία. Ανε­ξάρ­τη­τα αν ερ­γά­ζο­νται ως οι­κια­κές βοη­θοί ή ως πόρ­νες, οι γυ­ναί­κες του Χάρ­λεμ πε­ρι­μέ­νουν στα πε­ζο­δρό­μια, ώρες ολό­κλη­ρες, με ήλιο ή βροχή, με ζέστη και με κρύο, για να δου­λέ­ψουν, για 10,15 σεντς την ώρα. Πα­ρα­κα­λούν για έναν πε­λά­τη. Οι άν­δρες τους, δεν άντε­ξαν την τα­πεί­νω­ση και εξε­γέρ­θη­καν» (Οι μαύ­ρες υπη­ρέ­τριες Έλα Μπέ­η­κερ και Μάρ­βελ Κουκ γρά­φουν στο ρι­ζο­σπα­στι­κό πε­ριο­δι­κό The Crisis, Απρί­λιος 1935. Η εξέ­γερ­ση στο Χάρ­λεμ κα­τε­στά­λη από την εθνο­φρου­ρά και την αστυ­νο­μία με απο­λο­γι­σμό δύο νε­κρούς μαύ­ρους).

«Στο πε­ζι­κό, μας φέ­ρο­νται ρα­τσι­στι­κά. Στο ναυ­τι­κό, μας δέ­χο­νται μόνο ως τρα­πε­ζο­κό­μους. Ο Ερυ­θρός Σταυ­ρός αρ­νεί­ται το αίμα μας. Οι ερ­γο­δό­τες και τα σω­μα­τεία δεν μας θέ­λουν. Τα λιν­τσα­ρί­σμα­τα δεν έχουν στα­μα­τή­σει. Μας φέ­ρο­νται ρα­τσι­στι­κά, μας φτύ­νουν στον δρόμο, μας αρ­νού­νται τα πο­λι­τι­κά μας δι­καιώ­μα­τα. Τι χει­ρό­τε­ρο θα μας έκανε ο Χί­τλερ;» (Ο Γουόλ­τερ Γουάιτ, ηγέ­της της Εθνι­κής Ένω­σης για την Πρό­ο­δο των Εγ­χρώ­μων ανα­ρω­τιέ­ται φω­να­χτά για τη με­τα­χεί­ρι­ση των μαύ­ρων, στις εμπό­λε­μες ΗΠΑ του Ρού­σβελτ, 1942).

«Ο μέσος Για­πω­νέ­ζος είναι πα­ρά­λο­γος και αδαής. Σε πάρα πολλά, θυ­μί­ζει νέγρο – ίσως ανή­κει στο αν­θρώ­πι­νο είδος, όμως δεν υπάρ­χουν στοι­χεία που να υπο­στη­ρί­ζουν κάτι τέ­τοιο» (πε­ριο­δι­κό Time, πο­λε­μι­κή αντα­πό­κρι­ση από τις μάχες στην Ιβο­τζί­μα, Μάρ­τιος 1945).

Από την Ρόζα Παρκς στο «Βιετ­νάμ του Μι­σι­σι­πή» και τις εξε­γέρ­σεις των γκέτο ή Πέρα από το Having a dream

«Πρώτα από όλα, όλη τη μέρα δού­λευα. Ήμουν φο­βε­ρά κου­ρα­σμέ­νη. Τόσα χρό­νια ράβω ρούχα, για να τα φο­ρούν λευ­κοί. Αλλά δεν ήταν αυτό που σκέ­φτη­κα εκεί­νη τη στιγ­μή. Αυτό που ήθελα να μάθω ήταν – πότε και με ποιον τρόπο θα προσ­διο­ρί­σου­με τα δι­καιώ­μα­τα μας που έχου­με ως αν­θρώ­πι­να όντα; Εκεί­νη τη στιγ­μή, ο οδη­γός μου έκανε μια πα­ρα­τή­ρη­ση. Εγώ δεν είχα διά­θε­ση να υπα­κού­σω. Τότε, ο οδη­γός κά­λε­σε έναν αστυ­νο­μι­κό, εκεί­νος με συ­νέ­λα­βε και με έσυρε στη φυ­λα­κή» (Η Ρόζα Παρκς εξι­στο­ρεί τα γε­γο­νό­τα της 1ης Δε­κεμ­βρί­ου 1955 στο δη­μο­τι­κό λε­ω­φο­ρείο του Μο­ντ­γκό­με­ρι, στην Αλα­μπά­μα, όταν αρ­νή­θη­κε να πα­ρα­χω­ρή­σει τη θέση της, σε έναν λευκό συ­νε­πι­βά­τη).

«Και έτσι, η πο­ρεία προς τη Ουά­σιγ­κτον έχασε τη μα­χη­τι­κό­τη­τα της. Έπαψε να είναι ορ­γι­σμέ­νη, έπαψε να είναι καυτή, έπαψε να είναι ασυμ­βί­βα­στη. Για την ακρί­βεια, έπαψε να είναι πο­ρεία. Έγινε ένα τσίρ­κο, μια εκ­δρο­μή. Τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο από ένα τσίρ­κο, μαζί με τους γε­λω­το­ποιούς του. Ήταν ένα ξε­πού­λη­μα. Μια κα­τά­λη­ψη, που οι ηγέ­τες είπαν στους μαύ­ρους ποια ήταν τα σωστά συν­θή­μα­τα, τα σωστά πανό, η σωστή ώρα προ­σέ­λευ­σης και απο­χώ­ρη­σης. Και έπει­τα τους διέ­τα­ξαν να έχουν φύγει από την πόλη έως το σού­ρου­πο» (Ο Μάλ­κολμ Εξ δεν μα­σά­ει τα λόγια του, για την πε­ρί­φη­μη Πο­ρεία στην Ουά­σιγ­κτον, όπου ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ εκ­φώ­νη­σε το Ι have a dream, Αύ­γου­στος 1963).

«Ο Κέ­νε­ντι κα­τά­φε­ρε να με­τα­πεί­σει τους ηγέ­τες του κι­νή­μα­τος, για να μην πο­λιορ­κη­θεί το Κα­πι­τώ­λιο ούτε να απο­κλει­στεί ο Λευ­κός Οίκος. Έτσι, ο πρό­ε­δρος ενέ­τα­ξε τη μαύρη επα­νά­στα­ση στον δη­μο­κρα­τι­κό συ­να­σπι­σμό του» (Ο σύμ­βου­λος του Κέ­νε­ντι, Άρ­θουρ Σλέ­ζιν­γκερ στα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα του, «Χί­λιες Μέρες», για την ίδια Πο­ρεία).

«Ελευ­θε­ρία θα έχετε μόνο όταν δώ­σε­τε στον εχθρό σας να κα­τα­λά­βει ότι θα κά­νε­τε τα πάντα για να την απο­κτή­σε­τε. Μόνο τότε, θα την απο­κτή­σε­τε. Αυτός είναι ο μόνος τρό­πος. Όταν υιο­θε­τή­σε­τε  αυτή τη συ­μπε­ρι­φο­ρά, θα σας πουν τρε­λο­νέ­γρους ή τρε­λο­α­ρά­πη­δες – δεν χρη­σι­μο­ποιούν πια τη λέξη νέ­γρος. Επί­σης θα σας απο­κα­λέ­σουν ρι­ζο­σπά­στες, εξ­τρε­μι­στές, στα­σια­στές, κομ­μου­νι­στές και ανα­τρε­πτι­κά στοι­χεία. Αν όμως κρα­τή­σε­τε αυτή τη ρι­ζο­σπα­στι­κή στάση για αρ­κε­τά με­γά­λο διά­στη­μα και εμπνεύ­σε­τε αρ­κε­τούς άλ­λους να σας μι­μη­θούν, τότε θα απο­κτή­σε­τε την ελευ­θε­ρία σας» (Ο Μάλ­κολμ Εξ σε χρι­στου­γεν­νιά­τι­κη ομι­λία του, στο Χάρ­λεμ, τέλη του 1964).

«Οι μαύ­ροι του Λος Άν­τζε­λες με την εξέ­γερ­ση τους, κα­θι­στού­σαν σαφές ότι στο εξής, δεν θα έστρε­φαν και το άλλο μά­γου­λο. Ότι αν τους κέ­ντρι­ζαν ή τους υπο­τι­μού­σαν και τους έφερ­ναν σε από­γνω­ση, θα αντα­πέ­δι­δαν τα ίσα, έστω και αν η βία δεν ήταν η εν­δε­δειγ­μέ­νη απά­ντη­ση» (Ο δη­μο­σιο­γρά­φος Ρό­μπερτ Κόνοτ, για την πο­λυ­ή­με­ρη εξέ­γερ­ση στο γκέτο Γουότς του Λος Άν­τζε­λες, τον Αύ­γου­στο του 1965, που τερ­μα­τί­στη­κε με την επέμ­βα­ση της εθνο­φρου­ράς, 34 νε­κρούς μαύ­ρους και 4.000 κρα­τού­με­νους στις φυ­λα­κές. Η εξέ­γερ­ση είχε ξε­σπά­σει λόγω των fake news της αστυ­νο­μί­ας σε βάρος ενός ζευ­γα­ριού, πως είχαν φτύ­σει αστυ­νο­μι­κούς. Κα­τό­πιν, οι αστυ­νο­μι­κοί τους είχαν συλ­λά­βει και βα­σα­νί­σει άγρια σε αστυ­νο­μι­κό τμήμα).

«Οι φοι­τη­τές που συμ­με­τέ­χουν σε πο­ρεί­ες, κα­τα­λή­ψεις και δια­μαρ­τυ­ρί­ες, εκεί όπου εξε­λίσ­σο­νται τα­ρα­χές, οφεί­λουν να γνω­ρί­ζουν και να πε­ρι­μέ­νουν πως είτε θα τραυ­μα­τι­στούν είτε θα σκο­τω­θούν σε μία επέμ­βα­ση της αστυ­νο­μί­ας ή της εθνο­φρου­ράς» (Ο διο­ρι­σμέ­νος από τους Τζον και Ρό­μπερτ Κέ­νε­ντι, δι­κα­στής του Πε­ρι­φε­ρεια­κού Δι­κα­στη­ρί­ου του Μι­σι­σι­πή, Χά­ρολντ Κοξ, αι­τιο­λο­γεί την αθω­ω­τι­κή από­φα­ση των (λευ­κών) ενόρ­κων, για δέκα αστυ­νο­μι­κούς που κα­τη­γο­ρού­νταν για τον φόνο δύο μαύ­ρων φοι­τη­τριών στους κοι­τώ­νες του κο­λε­γί­ου Τζάκ­σον, το οποίο τε­λού­σε σε κα­τά­λη­ψη ενα­ντί­ον του πο­λέ­μου στο Βιετ­νάμ και της ρα­τσι­στι­κής βίας στον Νότο, Μάιος 1970).

Η μαύρη «με­σαία τάξη», η ρεϊ­γκα­νι­κή αστυ­νο­μι­κή βία, το ρα­τσι­στι­κό Χό­λι­γουντ ή Do the right thing, Clint.

«Με την εκλο­γή του Μέι­ναρντ Τζάκ­σον στη δη­μαρ­χία της Ατλά­ντα και γε­νι­κά με την ανά­δει­ξη μαύ­ρων της με­σαί­ας τάξης σε ση­μα­ντι­κά, πο­λι­τι­κά αξιώ­μα­τα, δια­πι­στώ­νε­ται ότι η επιρ­ροή των λευ­κών επι­χει­ρή­σε­ων και γε­νι­κά η οι­κο­νο­μι­κή ισχύς των λευ­κών, σε καμία πε­ρί­πτω­ση δεν εξα­σθε­νεί ούτε απει­λεί­ται» (το editorial των New York Times, στις 19 Οκτω­βρί­ου 1977, 31 χρό­νια προ­τού εμ­φα­νι­στεί στο προ­σκή­νιο η προ­ε­δρι­κή σα­που­νό­φου­σκα με το όνομα Μπα­ράκ Ομπά­μα).

«Αφου­γκρά­ζο­μαι την αγω­νία των Αμε­ρι­κα­νών, ακούω τις φωνές των παι­διών αυτής της σπου­δαί­ας γης. Και δη­λώ­νω ότι θα υπάρ­ξουν λύ­σεις, για να ξα­να­γί­νει η Αμε­ρι­κή, με­γά­λη και για να φτά­σει στα επί­πε­δα ζωής, απα­σχό­λη­σης και ευ­η­με­ρί­ας που κάθε Αμε­ρι­κα­νός ονει­ρεύ­ε­ται για εκεί­νον και την οι­κο­γέ­νεια του» (Ομι­λία του προ­έ­δρου, Ρό­ναλντ Ρέι­γκαν για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση της ανερ­γί­ας, Απρί­λιος 1983. Στη Φλό­ρι­δα, την ίδια εποχή, το πο­σο­στό ανερ­γί­ας ανά­με­σα στους αφρο­α­με­ρι­κα­νούς ήταν 50% και τον Μάιο του 1983, η κυ­βέρ­νη­ση των Ρε­που­μπλι­κά­νων ξε­κί­νη­σε το πρό­γραμ­μα κα­τα­σκευ­ής και ανέ­γερ­σης  νέων φυ­λα­κών. Το 65% των τρο­φί­μων μέσα σε τρία χρό­νια, ήταν φτω­χοί αφρο­α­με­ρι­κα­νοί. Αυτή ήταν η… λύση για την αντι­με­τώ­πι­ση της ανερ­γί­ας).

«Ει­λι­κρι­νά, δεν κα­τα­λα­βαί­νω τα όσα μου απο­δί­δο­νται (…). Στο Βιετ­νάμ, οι ίδιες μέ­θο­δοι εντα­τι­κής ανά­κρι­σης,  μου εξα­σφά­λι­σαν πρώτα μια προ­α­γω­γή και έπει­τα ένα πα­ρά­ση­μο εξαί­ρε­των πρά­ξε­ων από τον πρό­ε­δρο (σ.σ. Ρί­τσαρντ Νίξον). Σή­με­ρα, διά­φο­ροι λένε διά­φο­ρα. Όπως ο Βιετ­κόνγκ κομ­μου­νι­στής ήταν επι­κίν­δυ­νος για την πα­τρί­δα, έτσι και ο μαύ­ρος στις ΗΠΑ είναι επι­κίν­δυ­νος για το κρά­τος. Όλοι οι μαύ­ροι, είναι ένο­χοι στο Σι­κά­γο. Όλοι! Όλοι εμπλέ­κο­νται ή έχουν εμπλα­κεί σε κά­ποιο αδί­κη­μα, κλοπή, λη­στεία, φόνο, ναρ­κω­τι­κά. Απλά, με την εντα­τι­κή ανά­κρι­ση, είναι υπο­χρε­ω­μέ­νοι να απο­κα­λύ­ψουν ακρι­βώς για ποιο έγκλη­μα είναι ένο­χοι» (Ο αστυ­νο­μι­κός διευ­θυ­ντής της Νό­τιας Πε­ρι­φέ­ρειας στο Σι­κά­γο, Τζον Μπερτζ, απο­λο­γεί­ται στην Προ­κα­ταρ­κτι­κή Ακρο­α­μα­τι­κή Δια­δι­κα­σία για την κα­θαί­ρε­ση και την από­τα­ξη του από την αστυ­νο­μία, το 1992. Από το 1979 έως το 1991, ο Μπερτζ είχε διευ­θύ­νει και συμ­με­τά­σχει σε 214 βα­σα­νι­σμούς αφρο­α­με­ρι­κα­νών συλ­λη­φθέ­ντων και κρα­του­μέ­νων, βα­σα­νι­στή­ρια, που ξε­κι­νού­σαν από τον φά­λαγ­γα και το συ­νε­χές ξύλο στον κορμό και τα άκρα και κα­τέ­λη­γαν σε ει­κο­νι­κούς πνιγ­μούς.

Εκατό δε­κα­ο­χτώ (118) Αφρο­α­με­ρι­κα­νοί είχαν βα­σα­νι­στεί απάν­θρω­πα από τον ίδιο τον Μπερτζ, τέσ­σε­ρις είχαν κα­τα­λή­ξει σε ανα­πη­ρι­κές κα­ρέ­κλες, ανά­πη­ροι διά βίου, δύο είχαν πε­θά­νει από επι­πλο­κές των τραυ­μά­των τους, μήνες αρ­γό­τε­ρα και 4 είχαν οδη­γη­θεί στην ηλε­κτρι­κή κα­ρέ­κλα και είχαν εκτε­λε­στεί, ενώ ήταν αθώοι. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και γε­νι­κά, μόλις 16 από τους βα­σα­νι­σθέ­ντες θα μπο­ρού­σε να κα­τη­γο­ρη­θούν για κά­ποιο ήσ­σο­νος ση­μα­σί­ας αδί­κη­μα, πχ την κλοπή τρο­φί­μων από σου­περ­μάρ­κετ ή την κα­το­χή μα­ρι­χουά­νας. Ο Μπερτζ απο­τά­χθη­κε από την αστυ­νο­μία το 1993 και είδε το όνομα του να φι­γου­ρά­ρει στα βι­βλία ιστο­ρί­ας και κα­τα­πο­λέ­μη­σης των φυ­λε­τι­κών δια­κρί­σε­ων της δευ­τε­ρο­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης στις ΗΠΑ, το 2008).

«Ο Κλιντ Ίστ­γουντ έκανε δύο ται­νί­ες για την Ιβο­τζί­μα, οι οποί­ες είχαν συ­νο­λι­κή διάρ­κεια πάνω από 4 ώρες. Σε αυτές, δεν υπήρ­χε ούτε ένας μαύ­ρος στρα­τιώ­της! Αν εσείς, οι δη­μο­σιο­γρά­φοι, εί­χα­τε τα αρ­χί­δια, θα τον ρω­τού­σα­τε γιατί το έκανε αυτό. Εγώ δεν ξέρω γιατί το έκανε. Αλλά ξέρω ότι του επι­ση­μάν­θη­κε έγκαι­ρα αυτή η πα­ρά­λει­ψη και μπο­ρού­σε να έχει αλ­λά­ξει τα πράγ­μα­τα. Δεν ήταν ότι δεν ήξερε. Έκανε δύο ται­νί­ες, την μία πίσω από την άλλη, και δεν υπήρ­χε ούτε ένας μαύ­ρος στρα­τιώ­της. Πολ­λοί βε­τε­ρά­νοι του πο­λέ­μου, Αφρο­α­με­ρι­κα­νοί, είναι εξορ­γι­σμέ­νοι με τον Ίστ­γουντ. Στη δική του εκ­δο­χή, στην Ιβο­τζί­μα, δεν υπήρ­χαν μαύ­ροι στρα­τιώ­τες. Και η εκ­δο­χή του, είναι δια­φο­ρε­τι­κή και από την ιστο­ρία και από τη δική μου εκ­δο­χή» (Ο μαύ­ρος σκη­νο­θέ­της, Σπάικ Λι, ξε­σπα­θώ­νει ενα­ντί­ον του Κλιντ Ίστ­γουντ για τις ται­νί­ες, «Οι ση­μαί­ες των Προ­γό­νων μας» και «Γράμ­μα­τα από την Ιβο­τζί­μα» που πραγ­μα­τεύ­ο­νταν την αδυ­σώ­πη­τη μάχη του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου στο ια­πω­νι­κό νησί, τον Φλε­βά­ρη και τον Μάρτη του 1945, The Guardian, 2007).

«Μα, καλά, ο Σπάικ Λι, έχει με­λε­τή­σει ιστο­ρία; Αυτοί (σ.σ. οι Αφρο­α­με­ρι­κα­νοί) δεν ύψω­σαν τη ση­μαία. Η ται­νία, η ιστο­ρία, η διά­ση­μη φω­το­γρα­φία για την ύψωση της ση­μαί­ας από τους πε­ζο­ναύ­τες, δεν τους πε­ρι­λαμ­βά­νει. Δεν το έκα­ναν αυτοί. Αν έβαζα έναν αφρο­α­με­ρι­κα­νό ηθο­ποιό, θα έρ­χο­νταν οι θε­α­τές και θα μου έλε­γαν ότι έχω χάσει τα μυαλά μου» (Ο γνω­στός για τις πο­λι­τι­κές θέ­σεις του, υπο­στη­ρι­κτής των Ρε­που­μπλι­κά­νων και του Τραμπ, Κλιντ Ίστ­γουντ προ­σπα­θεί να μα­ζέ­ψει τα ασυμ­μά­ζευ­τα και απα­ντά ανε­πι­τυ­χώς στον Σπάικ Λι, The Guardian, 2007).

«Αν θέλει (σ.σ. ο Ίστ­γουντ) μπορώ να ορ­γα­νώ­σω μια συ­γκέ­ντρω­ση με αφρο­α­με­ρι­κα­νούς βε­τε­ρά­νους που πο­λέ­μη­σαν στην Ιβο­τζί­μα και θα ήθελα να πει σε αυ­τούς τους τύ­πους ότι ήταν ασή­μα­ντοι στη μάχη και ότι δεν υπήρ­ξαν καν εκεί. Και ξέρω ιστο­ρία. Είμαι ένας μα­θη­τής της ιστο­ρί­ας. Και του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, όπου πο­λέ­μη­σαν και συ­νει­σέ­φε­ραν 1.000.000 Αφρο­α­με­ρι­κα­νοί, άν­δρες στην πρώτη γραμ­μή του με­τώ­που και γυ­ναί­κες πίσω, στα ερ­γο­στά­σια, και του Χό­λι­γουντ και του τρό­που που το Χό­λι­γουντ αντι­με­τω­πί­ζει τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς. Δεν ήταν όλα στον πό­λε­μο και το Χό­λι­γουντ, ο Τζον Γου­έιν, μωρά μου!» (Ο Σπάικ Λι αντα­πα­ντά στον Ίστ­γουντ και για τον πό­λε­μο και για το Χό­λι­γουντ και για τον συ­στη­μι­κό ρα­τσι­σμό στη ζωή και τη με­γά­λη οθόνη, The Guardian, 2007).

Αντί επι­λό­γου

«Ρα­τσι­σμός υπάρ­χει σε όλες τις τα­ξι­κές κοι­νω­νί­ες. Στις σταυ­ρο­φο­ρί­ες, οι μου­σουλ­μά­νοι είχαν δαι­μο­νο­ποι­η­θεί ως άπι­στοι, για να δι­καιο­λο­γη­θούν οι λε­η­λα­σί­ες και οι γε­νο­κτο­νί­ες που διέ­πρα­ξαν οι Ευ­ρω­παί­οι, στη Μέση Ανα­το­λή. Οι άρ­χου­σες τά­ξεις θέ­τουν τον έναν άν­θρω­πο ενά­ντια στον άλλον, για να διαι­ρέ­σουν τους αν­θρώ­πους που κα­νο­νι­κά θα ήταν ενω­μέ­νοι ενά­ντια στους κοι­νούς εχθρούς και εκ­με­ταλ­λευ­τές. Σε αυτό το πλαί­σιο και ο ιμπε­ρια­λι­σμός δι­καιο­λο­γεί­ται πιο εύ­κο­λα, όταν τα θύ­μα­τα απει­κο­νί­ζο­νται ως πο­λι­τι­σμι­κά ή φυ­λε­τι­κά κα­τώ­τε­ρα όντα. Έτσι φτια­σι­δώ­νε­ται ο ιμπε­ρια­λι­σμός ως τάχα «εκ­πο­λι­τι­στι­κή» απο­στο­λή. Με αυτό το πρί­σμα και σε έναν εκ­με­ταλ­λευ­τι­κό πα­ρο­ξυ­σμό, γεν­νή­θη­καν η δου­λεία και ο ρα­τσι­σμός μετά τον 16ο αιώνα και έως σή­με­ρα. Αποι­κιο­κρα­τία, δου­λεία και ρα­τσι­σμός είναι ένα σφι­χτό σύ­μπλεγ­μα» (Ο Νιλ Φό­κνερ στα δια­δι­κτυα­κά Μα­θή­μα­τα για μια Ρι­ζο­σπα­στι­κή Ιστο­ρία του Κό­σμου, Αποι­κί­ες, Δου­λεία και Ρα­τσι­σμός, 2012).

rproject.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος