Η κλιματική κρίση και οι προκλήσεις για τον αντικαπιταλιστικό αγώνα

Η κλιματική κρίση και οι προκλήσεις για τον αντικαπιταλιστικό αγώνα

  • |

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 14 του περιοδικού “Κόκκινο” τον περασμένο Φλεβάρη και αναλύει τις πτυχές της κλιματικής κρίσης, παρουσιάζει τις αναδυόμενες απαντήσεις εντός των πλαισίων του συστήματος (μεταξύ «μαύρης» και «πράσινης» ανάπτυξης), για να υπογραμμίσει την ανάγκη μιας αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής οικολογικής στρατηγικής. Το αναδημοσιεύουμε σε μια συγκυρία που αυτή η συζήτηση παραμένει ανοιχτή, είτε με αφορμή κινηματικές αντιστάσεις και διεργασίες, είτε με πρωτοβουλίες των “από πάνω”.

Πέτρος Ψαρρέας

Η ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής και οι αγώ­νες που εξε­λίσ­σο­νται γύρω από αυτή δεν απο­τε­λούν κάτι νέο, ούτε βε­βαί­ως ξε­κί­νη­σαν με τον Αλ Γκόρ, την Γκρέ­τα Τούν­μπεργκ και το μα­θη­τι­κό κί­νη­μα Fridays For Future. Φυ­σι­κά, καθώς οι συ­νέ­πειες του φαι­νο­μέ­νου της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής κα­θί­στα­νται ολο­έ­να και πιο εμ­φα­νείς και η αντι­με­τώ­πι­σή τους επεί­γου­σα, επε­κτεί­νε­ται αντί­στοι­χα και η ανά­δει­ξη του προ­βλή­μα­τος από τα συ­στη­μι­κά ηλε­κτρο­νι­κά και έντυ­πα ΜΜΕ και η συ­να­κό­λου­θη απή­χη­σή του σε ολο­έ­να και ευ­ρύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά ακρο­α­τή­ρια. Δεν θα ήταν υπερ­βο­λή να ισχυ­ρι­στού­με ότι απο­τε­λεί το κε­ντρι­κό­τε­ρο, πα­γκό­σμιας διά­στα­σης, ζή­τη­μα των πρώ­των δε­κα­ε­τιών του 21ου αιώνα, το οποίο πλέον κι­νη­το­ποιεί τόσο συ­στη­μι­κές όσο και κι­νη­μα­τι­κές και πο­λι­τι­κά αντι­συ­στη­μι­κές δυ­νά­μεις. Βε­βαί­ως, στην Ελ­λά­δα, ίσως όχι πε­ριέρ­γως, εμ­φα­νί­ζο­νται και κά­ποιες ιδιαι­τε­ρό­τη­τες.

Ει­σα­γω­γι­κά, ας ση­μειώ­σου­με ότι στο συ­στη­μι­κό πο­λι­τι­κό στρα­τό­πε­δο, σε αδρές γραμ­μές, η δια­χω­ρι­στι­κή δια­μορ­φώ­νε­ται με­τα­ξύ δύο πόλων. Ο πρώ­τος αφορά ένα ση­μα­ντι­κό τμήμα της συ­ντη­ρη­τι­κής δε­ξιάς και της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης δε­ξιάς-ακρο­δε­ξιάς και ιδιαί­τε­ρα του τα­χέ­ως ανα­πτυσ­σό­με­νου διε­θνούς τμή­μα­τος των σκλη­ρά νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων και ακρο­δε­ξιών πο­λι­τι­κών «εθνι­κής προ­τε­ραιό­τη­τας», που επι­χει­ρούν είτε να υπο­βαθ­μί­σουν την κρι­σι­μό­τη­τα του θέ­μα­τος, είτε το αρ­νού­νται ολο­κλη­ρω­τι­κά, με απο­τέ­λε­σμα να φθά­νουν έως και στην υιο­θέ­τη­ση θε­ω­ριών συ­νο­μω­σί­ας, ιδιαί­τε­ρα προ­σφι­λών στη ρη­το­ρι­κή και στα ακρο­α­τή­ριά τους. Στον δεύ­τε­ρο πόλο έχει δια­μορ­φω­θεί ένα αντί­πα­λο στρα­τό­πε­δο, με πλή­θος δια­φο­ρο­ποι­ή­σε­ων, που εκτεί­νε­ται από τη φι­λε­λεύ­θε­ρη δεξιά, τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία και τα πρά­σι­να κόμ­μα­τα στη βάση της επεί­γου­σας προ­σαρ­μο­γής του κα­πι­τα­λι­σμού στην ανά­γκη αντι­με­τώ­πι­σης της απει­λής της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής μέσω ενός κύ­μα­τος πρά­σι­νων με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων. Φυ­σι­κά, τα πα­ρα­πά­νω ισχύ­ουν σε πολύ αδρές γραμ­μές και κυ­ρί­ως στις χώρες του κα­πι­τα­λι­στι­κά ανα­πτυγ­μέ­νου Βορρά, καθώς υπάρ­χουν πολ­λές ιδιαι­τε­ρό­τη­τες. Για πα­ρά­δειγ­μα η πα­ρα­πά­νω σχη­μα­τι­κή απει­κό­νι­ση δεν μπο­ρεί να πε­ρι­λά­βει τις κυ­ρί­αρ­χες τά­σεις και κρα­τι­κές πο­λι­τι­κές πε­τρε­λαιο­πα­ρα­γω­γών χώρων της Μέσης Ανα­το­λής, ορι­σμέ­νων της Λα­τι­νι­κής Αμε­ρι­κής, της Ρω­σί­ας κ.α., αλλά σε κάθε πε­ρί­πτω­ση σκια­γρα­φεί τις πα­γκό­σμιες συ­στη­μι­κές πο­λι­τι­κές τά­σεις.

Στο επί­πε­δο της κί­νη­σης με­ρί­δων του κε­φα­λαί­ου, επί­σης ει­σα­γω­γι­κά και σε πολύ αδρές γραμ­μές, αφε­νός μεν δια­τάσ­σε­ται η από­λυ­τα κυ­ρί­αρ­χη, από πλευ­ράς οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής ισχύ­ος, με­ρί­δα του συ­μπλέγ­μα­τος των εται­ρειών ορυ­κτών καυ­σί­μων, αφε­τέ­ρου δε το­πο­θε­τού­νται με­ρί­δες της πρά­σι­νης τε­χνο­λο­γι­κής και­νο­το­μί­ας και των πρά­σι­νων επεν­δύ­σε­ων. Το ιδιαί­τε­ρα εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο είναι ότι απο­τε­λεί συ­χνό­τα­το φαι­νό­με­νο πο­λυ­ε­θνι­κοί όμι­λοι, αλλά ακόμα και ολό­κλη­ροι το­μείς και κλά­δοι, που άλ­λο­τε ήταν από­λυ­τα προσ­δε­δε­μέ­νοι στα ορυ­κτά καύ­σι­μα, σή­με­ρα να δρα­στη­ριο­ποιού­νται και στις δύο κα­τευ­θύν­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα είναι ο πα­νί­σχυ­ρος το­μέ­ας της αυ­το­κι­νη­το­βιο­μη­χα­νί­ας. Σε πολ­λές, βέ­βαια, πε­ρι­πτώ­σεις πρό­κει­ται και για το γνω­στό φαι­νό­με­νο του «greenwashing»,[1] το οποίο έχει λάβει τε­ρά­στιες δια­στά­σεις. Αυτό συ­νί­στα­ται στην προ­σπά­θεια με­γά­λων εται­ρειών, μέσω δια­φη­μι­στι­κών κα­μπα­νιών, να καλ­λιερ­γή­σουν ένα προ­φίλ πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κής υπευ­θυ­νό­τη­τας, προ­βάλ­λο­ντας «δήθεν» και σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις απο­λύ­τως ψευ­δώς, φι­λο­πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές πρα­κτι­κές, οι­κο­λο­γι­κά προ­ϊ­ό­ντα και «πρά­σι­νες» πο­λι­τι­κές εντε­λώς πα­ρα­πλα­νη­τι­κά προ­κει­μέ­νου να αυ­ξή­σουν τις πω­λή­σεις τους, είτε να απο­προ­σα­να­το­λί­σουν σε σχέση με τις πραγ­μα­τι­κά κα­τα­στρο­φι­κές πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά δρα­στη­ριό­τη­τές τους. Εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα για την εγ­χώ­ρια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι αυτό της Ελ­λη­νι­κός Χρυ­σός (Eldorado Gold), που βομ­βάρ­δι­σε πριν λί­γους μήνες τα ΜΜΕ με δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις για τις φι­λο­πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές πρα­κτι­κές της[2] και μά­λι­στα βρα­βεύ­τη­κε στην κα­τη­γο­ρία «Προ­στα­σία οι­κο­συ­στη­μά­των και βιο­ποι­κι­λό­τη­τα –Bravo Sustainability Awards– τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Αθη­νών![3] Επι­στρέ­φο­ντας στην αρ­χι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση, με μια πρώτη ματιά, η δρα­στη­ριο­ποί­η­ση και στις δύο κα­τευ­θύν­σεις (μαύρη και πρά­σι­νη ανά­πτυ­ξη) μπο­ρεί να φα­ντά­ζει οξύ­μω­ρη, αλλά κάθε άλλο παρά γι’ αυτό πρό­κει­ται. Από την ίδια την κί­νη­ση του κε­φα­λαί­ου μπο­ρού­με να κα­τα­νο­ή­σου­με ποιο είναι το πραγ­μα­τι­κό αντι­κεί­με­νο των συ­στη­μι­κών πο­λι­τι­κών αντι­πα­ρα­θέ­σε­ων, που αφορά τη χρο­νι­κό­τη­τα, το βαθμό και το ρυθμό της προ­σαρ­μο­γής, που με τη σειρά τους κα­θο­ρί­ζουν τε­κτο­νι­κές εσω­τε­ρι­κές ανα­κα­τα­τά­ξεις και ταυ­τό­χρο­να επι­δρούν ρυθ­μι­στι­κά στον επι­με­ρι­σμό κο­στών και κερ­δών, καθώς επί­σης και στη δυ­να­μι­κή κα­τα­νο­μή τους στο παρόν και στο μέλ­λον. Με άλλα λόγια, η με­τά­βα­ση και οι με­τα­σχη­μα­τι­σμοί είναι πα­ρό­ντες, αυτό που κρί­νε­ται είναι εάν θα πραγ­μα­το­ποι­η­θούν στο πλαί­σιο και με τους όρους του συ­στή­μα­τος και άρα σε βαθμό και σε είδος που δια­σφα­λί­ζει τη δική του ευ­στά­θεια ή ενά­ντια σε αυτό, στο πλαί­σιο των συλ­λο­γι­κών κοι­νω­νι­κών ανα­γκών, δια­κύ­βευ­μα που κα­θο­ρί­ζει με τη σειρά του και το ποιοι/ες θα επω­μι­στούν τα κόστη (οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά) της με­τά­βα­σης, καθώς και πώς θα δια­μορ­φω­θεί η νέα κα­τά­στα­ση δυ­να­μι­κής «ισορ­ρο­πί­ας», όπου το εν­δε­χό­με­νο της βαρ­βα­ρό­τη­τας δεν είναι σε καμιά πε­ρί­πτω­ση εκ προ­οι­μί­ου απο­κλει­σμέ­νο.

Μετά τις με­γά­λες δια­δη­λώ­σεις εκα­τομ­μυ­ρί­ων αν­θρώ­πων ανά την υφή­λιο στις 20 του πε­ρα­σμέ­νου Σε­πτέμ­βρη, πα­γκό­σμια ημέρα δρά­σης για την κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή, η οποία ορί­στη­κε ενό­ψει της Συ­νό­δου Κο­ρυ­φής του ΟΗΕ για τη Δράση για το Κλίμα στις 23 Σε­πτέμ­βρη,[4] ακο­λού­θη­σε η 25η Διά­σκε­ψη των Συμ­βαλ­λό­με­νων Μερών της Σύμ­βα­σης Πλαι­σί­ου των ΗΕ για την Κλι­μα­τι­κή Αλ­λα­γή στη Μα­δρί­τη (COP 25 UNFCCC[5]). Αμ­φό­τε­ρες κα­τέ­λη­ξαν σε φιά­σκο, δια­πί­στω­ση κοινή τόσο για την επι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα και τους/τις ακτι­βι­στές/στριες, αλλά και για τις ΜΚΟ και τον πα­γκό­σμιο αστι­κό τύπο.[6] Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ήταν η δή­λω­ση του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέα των ΟΗΕ Αντό­νιο Γκου­τί­ε­ρες: «Είμαι απο­γοη­τευ­μέ­νος από τα απο­τε­λέ­σμα­τα της COP25[7]». Τί­πο­τα νέο, τα πα­ρα­πά­νω ναυά­για απο­τε­λούν μό­νι­μη επωδό εδώ και σχε­δόν 30 χρό­νια δια­πραγ­μα­τεύ­σε­ων των ισχυ­ρών του κό­σμου από το 1992 και τη Διά­σκε­ψη των ΗΕ στο Ρίο.

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια ση­μείο ανα­φο­ράς απο­τε­λεί η πο­λυ­δια­φη­μι­σμέ­νη συμ­φω­νία του Πα­ρι­σιού (COP21) στην οποία, εκτός του γε­γο­νό­τος ότι απου­σιά­ζει πα­ντε­λώς ο όρος «ορυ­κτά καύ­σι­μα» στο 32 σε­λί­δων κεί­με­νο συμ­φω­νί­ας, προ­βλέ­πε­ται, πα­ράλ­λη­λα, αύ­ξη­ση των συ­νο­λι­κών πα­γκό­σμιων εκ­πο­μπών αε­ρί­ων του θερ­μο­κη­πί­ου GHGs έως το 2030, ενώ οι φι­λό­δο­ξοι στό­χοι του απο­τε­λούν απλώς αό­ρι­στες δη­λώ­σεις καλών προ­θέ­σε­ων, που χρο­νι­κά το­πο­θε­τού­νται μετά τα μέσα του αιώνα.

Τον ερ­χό­με­νο Νο­έμ­βριο ακο­λου­θεί ακόμη μια Διά­σκε­ψη των «από πάνω» στη Γλα­σκώ­βη (COP26), η οποία θα απο­τε­λέ­σει για ακόμα μια φορά πόλο έλξης για τα κι­νή­μα­τα και ευ­και­ρία για την προ­ώ­θη­ση μιας ρι­ζο­σπα­στι­κής ατζέ­ντας για την ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, πέρα και ενά­ντια από τα όρια των συμ­φε­ρό­ντων του συ­στή­μα­τος.

Φαι­νό­με­νο του Θερ­μο­κη­πί­ου και αέρια του θερ­μο­κη­πί­ου

Συχνά πα­ρα­τη­ρεί­ται μια σύγ­χυ­ση όρων με­τα­ξύ του φαι­νο­μέ­νου του θερ­μο­κη­πί­ου και αυτού που ονο­μά­ζου­με κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή (climate change), είτε υπερ­θέρ­μαν­ση του πλα­νή­τη (global warming),[8] αλλά δεν πρό­κει­ται για το ίδιο φαι­νό­με­νο.

Το φαι­νό­με­νο του θερ­μο­κη­πί­ου είναι ένα φυ­σι­κό φαι­νό­με­νο από­λυ­τα ζω­τι­κό για την ανά­πτυ­ξη και την εξέ­λι­ξη της ζωής στον πλα­νή­τη και οφεί­λε­ται στην ύπαρ­ξη της ατμό­σφαι­ρας της γης. Εάν δεν υπήρ­χε το φαι­νό­με­νο του θερ­μο­κη­πί­ου, η μέση θερ­μο­κρα­σία της επι­φά­νειας της γης θα ήταν -18o C αντί των πε­ρί­που 15o C που είναι σή­με­ρα. Το φαι­νό­με­νο του θερ­μο­κη­πί­ου κατά βάση συ­νί­στα­ται στις ιδιό­τη­τες ορι­σμέ­νων αε­ριών της ατμό­σφαι­ρας να είναι δια­φα­νή στην ει­σερ­χό­με­νη ηλια­κή ακτι­νο­βο­λία, αδια­φα­νή όμως σε αυτή που επα­νεκ­πέ­μπε­ται από τη γη. Συ­γκε­κρι­μέ­να, με­γά­λο μέρος της ηλια­κής ακτι­νο­βο­λί­ας φθά­νει στη γη ως ορατή ακτι­νο­βο­λία, από αυτή το 30% πε­ρί­που ανα­κλά­ται πίσω στο διά­στη­μα από την ξηρά, τις υδά­τι­νες επι­φά­νειες, αλλά και την ατμό­σφαι­ρα, ενώ το υπό­λοι­πο απορ­ρο­φά­ται και τε­λι­κά επα­νεκ­πέ­μπε­ται, όχι πλέον με τη μορφή ορα­τής, αλλά υπέ­ρυ­θρης ακτι­νο­βο­λί­ας. Τα αέρια Ν2 και Ο2, που απο­τε­λούν το συ­ντρι­πτι­κά με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό της ατμό­σφαι­ρας (αθροι­στι­κά πε­ρί­που 99,03% σε κατ’ όγκο πε­ριε­κτι­κό­τη­τα), δεν συμ­βάλ­λουν στην απορ­ρό­φη­ση ή στην εκ­πο­μπή θερ­μι­κής ακτι­νο­βο­λί­ας. Επο­μέ­νως αυτά που δια­δρα­μα­τί­ζουν αυτόν τον κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο είναι τα αέρια του θερ­μο­κη­πί­ου (Greenhouse Gases GHG’s). Τα κυ­ριό­τε­ρα από αυτά είναι: α) οι υδρα­τμοί (αέρια φάση του νερού), β) το διο­ξεί­διο του άν­θρα­κα CO2, γ) το με­θά­νιο CH4, δ) το όζον O3, ε) τα οξεί­δια του αζώ­του ΝΟχ, και στ) οι χλω­ρο­φθο­ράν­θρα­κες CFC’s που έχουν από­λυ­τα «αν­θρω­πο­γε­νή» προ­έ­λευ­ση. Στην πα­ρα­κά­τω ει­κό­να (1) απο­τυ­πώ­νε­ται απει­κο­νι­στι­κά το ισο­ζύ­γιο ενέρ­γειας του πλα­νή­τη. Το ποσό της ει­σερ­χό­με­νης ηλια­κής ακτι­νο­βο­λί­ας που απορ­ρο­φά­ται, βρί­σκε­ται σε ισορ­ρο­πία με την εξερ­χό­με­νη θερ­μι­κή ακτι­νο­βο­λία που εκ­πέ­μπε­ται από την επι­φά­νεια και την ατμό­σφαι­ρα.

Ει­κό­να 1. Το ενερ­γεια­κό ισο­ζύ­γιο του συ­στή­μα­τος Γη-ατμό­σφαι­ρα. Πηγή: Ahrens et al 2016.[9]

Το κλι­μα­τι­κό σύ­στη­μα είναι προ­φα­νώς εξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­πλο­κο με πλή­θος πα­ρα­μέ­τρων, μέχρι του ση­μεί­ου που συχνά χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται έως και χα­ο­τι­κό. Ακόμη και η πε­ρι­γρα­φή της πα­ρα­πά­νω ει­κό­νας θα απαι­τού­σε έκτα­ση η οποία εκ­φεύ­γει της οι­κο­νο­μί­ας του συ­γκε­κρι­μέ­νου άρ­θρου. Παρά ταύτα, μπο­ρού­με εύ­κο­λα να δια­πι­στώ­σου­με το βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του φαι­νο­μέ­νου του θερ­μο­κη­πί­ου, αν πα­ρα­τη­ρή­σου­με ότι από τις -117 θερ­μι­κές μο­νά­δες που εκ­πέ­μπο­νται από την επι­φά­νεια της γης ως υπέ­ρυ­θρη ακτι­νο­βο­λία (κόκ­κι­να κυ­μα­τοει­δή βε­λά­κια) στην αρι­στε­ρή πλευ­ρά της ει­κό­νας, οι +111 δε­σμεύ­ο­νται στην ατμό­σφαι­ρα από τα αέρια του θερ­μο­κη­πί­ου και μόλις -6 δια­φεύ­γουν στο διά­στη­μα, ενώ στη δεξιά πλευ­ρά βλέ­που­με ότι -96 από αυτά επα­νεκ­πέ­μπο­νται προς τη γη με τη μορφή υπέ­ρυ­θρης ακτι­νο­βο­λί­ας, πα­ρά­γο­ντας επί της ου­σί­ας το φαι­νό­με­νο του θερ­μο­κη­πί­ου.

Προ­κει­μέ­νου να δια­τη­ρεί­ται η θερ­μο­κρα­σία του πλα­νή­τη στα­θε­ρή, αυτό το ενερ­γεια­κό ισο­ζύ­γιο δεν πρέ­πει να δια­τα­ράσ­σε­ται. Η αύ­ξη­ση της συ­γκέ­ντρω­σης του CO2 δια­τα­ράσ­σει αυτό το ισο­ζύ­γιο της ακτι­νο­βο­λί­ας (προ­σω­ρι­νά η ει­σερ­χό­με­νη ενέρ­γεια με­γα­λύ­τε­ρη από την εξερ­χό­με­νη) και οδη­γεί στην υπερ­θέρ­μαν­ση της επι­φά­νειας της γης, λόγω της ενί­σχυ­σης του φαι­νο­μέ­νου του θερ­μο­κη­πί­ου, η οποία μά­λι­στα ενι­σχύ­ε­ται, αν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τους μη­χα­νι­σμούς ανά­δρα­σης (θε­τι­κής ανα­τρο­φο­δό­τη­σης), δη­λα­δή τη με­τα­βο­λή ενός πλή­θους άλλων πα­ρα­γό­ντων (π.χ. υδρα­τμοί στην ατμό­σφαι­ρα, νέφη, χιο­νο­κά­λυ­ψη), προ­κα­λώ­ντας ακόμη με­γα­λύ­τε­ρη με­τα­βο­λή της θερ­μο­κρα­σί­ας, προ­κει­μέ­νου να επι­τευ­χθεί ένα νέο ση­μείο ισορ­ρο­πί­ας του ισο­ζυ­γί­ου ενέρ­γειας, τώρα σε υψη­λό­τε­ρη μέση θερ­μο­κρα­σία.

Με­τα­ξύ των προ­α­να­φερ­θέ­ντων GHG’s να ανα­φέ­ρου­με ότι οι υδρα­τμοί που απο­τε­λούν το πιο άφθο­νο αέριο του θερ­μο­κη­πί­ου, με­τα­βάλ­λο­νται κυ­ρί­ως μέσω των μη­χα­νι­σμών ανά­δρα­σης, ενώ πα­ρου­σιά­ζουν πολύ ισχυ­ρές πολ­λα­πλές δια­κυ­μάν­σεις σε κάθε κλί­μα­κα, όπως είναι κα­τα­νοη­τό και από την κα­θη­με­ρι­νή μας εμπει­ρία. Αντί­θε­τα, τα υπό­λοι­πα αέρια του θερ­μο­κη­πί­ου πα­ρου­σιά­ζουν στα­θε­ρές συ­γκε­ντρώ­σεις (εξαι­ρου­μέ­νης της αν­θρώ­πι­νης πα­ρέμ­βα­σης) στην ατμό­σφαι­ρα στις χρο­νι­κές κλί­μα­κες της αν­θρώ­πι­νης δρα­στη­ριό­τη­τας, ενώ οι με­τα­βο­λές σε μα­κρές κλί­μα­κες χρό­νου χι­λιά­δων ή εκα­τομ­μυ­ρί­ων ετών (γε­ω­λο­γι­κός χρό­νος-πα­λαιο­κλι­μα­το­λο­γία) αφο­ρούν τη φυ­σι­κή με­τα­βλη­τό­τη­τα του κλί­μα­τος που δεν αφορά απο­δε­δειγ­μέ­να, με κα­νέ­ναν τρόπο, το παρόν πρό­βλη­μα της «αν­θρω­πο­γε­νούς» υπερ­θέρ­μαν­σης του πλα­νή­τη (το σχήμα 2 είναι  δια­φω­τι­στι­κό).

Πολύ σχη­μα­τι­κά μπο­ρού­με να πούμε ότι η αύ­ξη­ση του CO2 ευ­θύ­νε­ται πε­ρί­που για το 63% της υπερ­θέρ­μαν­σης, του με­θα­νί­ου CH4 για το 19% και του υπο­ξει­δί­ου του αζώ­του για το 6% αντί­στοι­χα. Πέρα από την καύση των ορυ­κτών καυ­σί­μων, με­ρι­κές από τις κυ­ριό­τε­ρες δρα­στη­ριό­τη­τες που συμ­βά­λουν στην αύ­ξη­ση των GHG’s, είναι η απο­ψί­λω­ση των δασών και οι αλ­λα­γές στις χρή­σεις γης, η αύ­ξη­ση της κτη­νο­τρο­φί­ας (εκ­πο­μπές CH4), η χρήση αζω­τού­χων λι­πα­σμά­των στη γε­ωρ­γία και τα φθο­ριού­χα αέρια (χρη­σι­μο­ποιού­νται ως ψυ­κτι­κά μέσα, δια­λύ­τες κλπ).

Σχήμα 1: Συ­γκέ­ντρω­ση CO2 στην ατμό­σφαι­ρα σε ppm τα τε­λευ­ταία 800.000 έτη. Πηγή NASA.[10]

Τα επί­πε­δα της μέσης συ­γκέ­ντρω­σης του CO2 στην ατμό­σφαι­ρα κατά την προ­βιο­μη­χα­νι­κή πε­ρί­ο­δο (1780)  κυ­μαί­νο­νταν στα 277 ppm (parts per million -μέρη στο εκα­τομ­μύ­ριο), ενώ όπως φαί­νε­ται στο πα­ρα­πά­νω (σχήμα 1), ποτέ δεν ξε­πέ­ρα­σαν τα 300ppm τα τε­λευ­ταία 800.000 χρό­νια! Σή­με­ρα, ξε­περ­νούν τα 411ppm[11] που συ­νε­πά­γε­ται μια αύ­ξη­ση από την προ­βιο­μη­χα­νι­κή πε­ρί­ο­δο της τάξης του 48%! Την τε­λευ­ταία φορά που τα επί­πε­δα του CO2 ήταν τόσο υψηλά ήταν πριν από πε­ρισ­σό­τε­ρο από 3 εκατ. χρό­νια, όταν η μέση θερ­μο­κρα­σία ήταν 2-3ο C υψη­λό­τε­ρη από τα προ­βιο­μη­χα­νι­κά επί­πε­δα και η στάθ­μη της θά­λασ­σας 15-25m υψη­λό­τε­ρη από τη ση­με­ρι­νή.[12] Βέ­βαια την πε­ρί­ο­δο εκεί­νη δεν υπήρ­χε όχι μόνο ο Homo Sapiens, δεν είχαν εμ­φα­νι­σθεί καν το γένος Homo. Βε­βαί­ως η ανά­πτυ­ξη του αν­θρώ­πι­νου πο­λι­τι­σμού συ­μπί­πτει με την έλευ­ση της Ολο­καί­νου επο­χής 11.500 χρό­νια πριν και το τέλος της ύστε­ρης πα­γε­τώ­δους πε­ριό­δου. Το επί­σης εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο στο πα­ρα­πά­νω σχήμα (1) είναι ότι οι έντο­νες δια­κυ­μάν­σεις που πα­ρα­τη­ρού­νται, είναι της τάξης των 100.000 ετών, ενώ τα ση­με­ρι­νά φαι­νό­με­να αφο­ρούν μια πε­ρί­ο­δο 200 και κάτι ετών, που δεν μπο­ρούν να απο­τυ­πω­θούν στον ορι­ζό­ντιο άξονα (του χρό­νου) παρά με ένα ση­μείο το (0). Στον  κα­τα­κό­ρυ­φο βέ­βαια των συ­γκε­ντρώ­σε­ων CO2 συμ­βαί­νει το αντί­θε­το, κα­τα­κό­ρυ­φη άνο­δος τε­ρά­στιας κλί­μα­κας, πέρα από κάθε φυ­σι­κή με­τα­βο­λή, σε κλί­μα­κα γε­ω­λο­γι­κού χρό­νου. Στην κλί­μα­κα του γε­ω­λο­γι­κού χρόνο το χρο­νι­κό διά­στη­μα από το 1780 μέχρι σή­με­ρα στην πράξη προ­σεγ­γί­ζει το μηδέν.

Σχήμα 2: Δια­κύ­μαν­ση της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας και της μέσης συ­γκέ­ντρω­σης CO2 στην ατμό­σφαι­ρα τα τε­λευ­ταία 800.000 χρό­νια. Πηγή: Ben Henley & Nerilie Abram.[13]

Στο σχήμα 2, όπου απει­κο­νί­ζε­ται η με­τα­βο­λή της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας της γης (μπλε κα­μπύ­λη) τα τε­λευ­ταία 800.000 χρό­νια συ­ναρ­τή­σει της συ­γκέ­ντρω­σης CO2 του άν­θρα­κα στην ατμό­σφαι­ρα (κόκ­κι­νη κα­μπύ­λη), πα­ρα­τη­ρού­με δια γυ­μνού οφθαλ­μού ότι υπάρ­χει μια συ­σχέ­τι­ση των δια­κυ­μάν­σε­ών τους.[14] Οι δια­κυ­μάν­σεις τους ακο­λου­θούν μια «πα­ράλ­λη­λη» σε αδρές γραμ­μές πο­ρεία. Πα­ρα­τη­ρώ­ντας όμως το παρόν, δη­λα­δή το ση­μείο μηδέν (0), στο οποίο απει­κο­νί­ζε­ται η με­τα­βιο­μη­χα­νι­κή πε­ρί­ο­δος, πα­ρα­τη­ρού­με μια πλήρη απο­τοί­χι­ση των δύο με­γε­θών με τη συ­γκέ­ντρω­ση του CO2 να έχει εκτο­ξευ­τεί σε δυ­σθε­ώ­ρη­τα επί­πε­δα και βε­βαί­ως η μέση θερ­μο­κρα­σία να μην έχει ακο­λου­θή­σει. Αυτό δεί­χνει αφε­νός ότι η με­τα­βο­λή είναι τόσο τα­χεία (τε­ρα­στί­ου με­γέ­θους και σε ελά­χι­στο χρο­νι­κό διά­στη­μα), που προ­φα­νώς το κλι­μα­τι­κό σύ­στη­μα δεν έχει προ­λά­βει ακόμη να αντι­δρά­σει σε αυτή, ώστε να ενερ­γο­ποι­η­θούν και να δρά­σουν σε πλήρη έκτα­ση οι μη­χα­νι­σμοί ανά­δρα­σης και το σύ­στη­μα να ισορ­ρο­πή­σει. Αυτή ακρι­βώς η ει­κό­να είναι που αφε­νός απει­κο­νί­ζει την έκτα­ση της πα­ρέμ­βα­σης που έχει ήδη προ­κλη­θεί και αφε­τέ­ρου τα απει­λη­τι­κά εν­δε­χό­με­να για το τι μπο­ρεί να ακο­λου­θή­σει.

Η πα­ρού­σα κα­τά­στα­ση

Η επι­στη­μο­νι­κή έρευ­να που διε­ξά­γε­ται σε όλους τους το­μείς που άπτο­νται της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, αυ­ξά­νε­ται εκ­θε­τι­κά τις τε­λευ­ταί­ες δύο του­λά­χι­στον δε­κα­ε­τί­ες. Συ­νε­πώς, επι­στη­μο­νι­κά άρθρα, εκ­θέ­σεις και με­λέ­τες δη­μο­σιεύ­ο­νται πλέον με τα­χύ­τα­τους ρυθ­μούς. Προ­κει­μέ­νου να δώ­σου­με μια πε­ριε­κτι­κή και σύ­ντο­μη ει­κό­να της πα­ρού­σας κα­τά­στα­σης, θα επι­λέ­ξου­με να ανα­φερ­θού­με, όχι βέ­βαια απο­κλει­στι­κά, στις εκ­θέ­σεις της Δια­κυ­βερ­νη­τι­κής Επι­τρο­πής των Ηνω­μέ­νων Εθνών για την Κλι­μα­τι­κή Αλ­λα­γή (IPCC) αφε­νός λόγω του γε­γο­νό­τος ότι απο­τε­λούν την επι­στη­μο­νι­κή βάση για τη χά­ρα­ξη διε­θνών πο­λι­τι­κών και αφε­τέ­ρου διότι στη­ρί­ζο­νται στη συ­ναί­νε­ση, δη­λα­δή στον ελά­χι­στο κοινό πα­ρο­νο­μα­στή της επι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας, με απο­τέ­λε­σμα τα στοι­χεία και οι εκτι­μή­σεις των δια­φό­ρων μο­ντέ­λων και προ­βο­λών να θε­ω­ρού­νται μάλ­λον με­τριο­πα­θή ή και συ­ντη­ρη­τι­κά. Πέραν αυτών, οι εκ­θέ­σεις της IPCC είναι απο­τέ­λε­σμα πο­λυ­ε­τούς δου­λειάς πλειά­δας επι­στη­μό­νων. Για πα­ρά­δειγ­μα η 5η και τε­λευ­ταία έκ­θε­ση για την κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή που δη­μο­σιεύ­τη­κε το 2014 (τα τμή­μα­τά της στα­δια­κά από το 2013), ήταν απο­τέ­λε­σμα της δου­λειάς πάνω από 830 κύ­ριων συγ­γρα­φέ­ων από 80 χώρες και πάνω από 1.000 επι­στη­μό­νων με συμ­βο­λές, ενώ η δια­δι­κα­σία πε­ρι­λάμ­βα­νε την αξιο­λό­γη­ση πάνω από 30.000 επι­στη­μο­νι­κών ερ­γα­σιών.[15] Η επό­με­νη 6η έκ­θε­ση της IPCC για την εξέ­λι­ξη και την αξιο­λό­γη­ση του φαι­νο­μέ­νου της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής ανα­μέ­νε­ται να αρ­χί­σει στα­δια­κά να δη­μο­σιεύ­ε­ται (ανά ομά­δες ερ­γα­σί­ας) από το 2021 και να ολο­κλη­ρω­θεί με την τε­λι­κή σύν­θε­ση το 2022. Ως εκ τού­του, θα στη­ρι­χτού­με στα στοι­χεία της προη­γού­με­νης 5ης έκ­θε­σης, καθώς επί­σης και μιας ει­δι­κής έκ­θε­σης που αφορά το στόχο του πε­ριο­ρι­σμού της πα­γκό­σμιας θερ­μο­κρα­σί­ας στους 1,5ο C –Global Warming of 1,5ο Cπου δη­μο­σιεύ­τη­κε το 2019. Είναι βε­βαί­ως αυ­το­νό­η­το ότι οι εκ­θέ­σεις της IPCC κι­νού­νται σε ένα απο­λύ­τως αστι­κό πλαί­σιο και αυτό απο­τυ­πώ­νε­ται στις προ­τει­νό­με­νες στρα­τη­γι­κές και στα μέσα προ­σαρ­μο­γής (adaptation) και με­τρια­σμού (mitigation) που προ­τεί­νο­νται. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό είναι το ακό­λου­θο από­σπα­σμα της 5ης έκ­θε­σης: «Τα κλι­μα­τι­κά μο­ντέ­λα προ­ϋ­πο­θέ­τουν μια οι­κο­νο­μία της αγο­ράς, που να λει­τουρ­γεί πλή­ρως, και αντα­γω­νι­στι­κούς μη­χα­νι­σμούς της αγο­ράς». Παρά ταύτα η βάση και τα στοι­χεία στο επί­πε­δο των φυ­σι­κών επι­στη­μών (1η ομάδα ερ­γα­σί­ας), στα οποία κατά κόρον ανα­φε­ρό­μα­στε, απο­τε­λούν ένα ανα­γνω­ρι­σμέ­νο έδα­φος ανα­φο­ράς.

Στην 5η έκ­θε­ση[16] του 2014 δη­λώ­νε­ται ρητά ότι «Η IPCC είναι 95% βέ­βαιη [αυτό πρα­κτι­κά ση­μαί­νει από­λυ­τη βε­βαιό­τη­τα] ότι ο άν­θρω­πος είναι η κύρια αιτία της πα­ρού­σας υπερ­θέρ­μαν­σης του πλα­νή­τη». Ορι­σμέ­να εν­δει­κτι­κά και κομ­βι­κά στοι­χεία που ανα­φέ­ρο­νται στην έκ­θε­ση, είναι: α) κάθε μια από τις τρεις προη­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες ήταν δια­δο­χι­κά η θερ­μό­τε­ρη από το 1850, β) στο βό­ρειο ημι­σφαί­ριο το προη­γού­με­να 30 έτη ήταν τα θερ­μό­τε­ρα των τε­λευ­ταί­ων 1.400 ετών, γ) τα πα­γκό­σμια θερ­μο­κρα­σια­κά δε­δο­μέ­να δεί­χνουν μια μέση άνοδο της θερ­μο­κρα­σί­ας 0,85ο C (1880-2012) με τη συμ­βο­λή των φυ­σι­κών πα­ρα­γό­ντων αμε­λη­τέα, αφού κυ­μαί­νε­ται με­τα­ξύ -0,1ο C και +0,1ο C και δ) οι ατμο­σφαι­ρι­κές συ­γκε­ντρώ­σεις τριών εκ των αε­ρί­ων του θερ­μο­κη­πί­ου, διο­ξει­δί­ου του άν­θρα­κα (CO2), με­θα­νί­ου (CH4) και υπο­ξει­δί­ου του αζώ­του (N2O), έχουν αυ­ξη­θεί σε πρω­το­φα­νή επί­πε­δα, του­λά­χι­στον για τα προη­γού­με­να 800.000 χρό­νια, με πο­σο­στά αύ­ξη­σης σχε­τι­κά με τα προ­βιο­μη­χα­νι­κά επί­πε­δα (1750), 40%, 150% και 20% αντί­στοι­χα. Οι συ­νο­λι­κές αν­θρω­πο­γε­νείς εκ­πο­μπές CO2 από την προ­βιο­μη­χα­νι­κή πε­ρί­ο­δο 1750 έως το 2011 ανέρ­χο­νται στους 545 GtC[17] με το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό να προ­έρ­χε­ται από την καύση των ορυ­κτών καυ­σί­μων (365 GtC), ενώ η απο­δά­σω­ση και άλλες αλ­λα­γές στις χρή­σεις γης ευ­θύ­νο­νται για έκλυ­ση 180 GtC.

Στην έκ­θε­ση ανα­πτύσ­σο­νται τέσ­σε­ρα σε­νά­ρια (RCPs) βάσει των εκ­πο­μπών διο­ξει­δί­ου του άν­θρα­κα μέχρι το 2100.[18] Το πρώτο σε­νά­ριο (RCP2.6) αντα­πο­κρί­νε­ται στον πε­ριο­ρι­σμό της ανό­δου της θερ­μο­κρα­σί­ας κάτω από τους 20 C, προ­κεί­με­νου να απο­φευ­χθούν οι κα­τα­στρο­φι­κές συ­νέ­πειες της καλ­πά­ζου­σας κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής. Στην κα­τεύ­θυν­ση που κι­νού­μα­στε σή­με­ρα –σε­νά­ριο RCP8.5, «business as usual»– η άνο­δος μπο­ρεί να φθά­σει έως και τους 5,30 C, με μέσο όρο τους 4,30 C. Σε αυτό το ση­μείο είναι σκό­πι­μο να ση­μειώ­σου­με ότι αύ­ξη­ση της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας του πλα­νή­τη π.χ. κατά 20 C δεν ση­μαί­νει ότι αυτό θα γίνει ισο­με­ρώς και με ίση κα­τα­νο­μή στο χώρο και στο χρόνο –δη­λα­δή ανά εποχή, κλι­μα­τι­κή ζώνη, πε­ριο­χή κλπ. Για πα­ρά­δειγ­μα, η αύ­ξη­ση της έντα­σης ή της έκτα­σης όλων των ακραί­ων φυ­σι­κών φαι­νο­μέ­νων (ξη­ρα­σί­ες, κυ­κλώ­νες, καύ­σω­νες κλπ) ση­μαί­νει ότι σε ένα επει­σό­διο καύ­σω­να στην Ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο η αύ­ξη­ση του μέ­γι­στου της θερ­μο­κρα­σί­ας, σε σχέση με το πα­ρελ­θόν, μπο­ρεί να έχει έναν πολ­λα­πλα­σια­στή 3, δη­λα­δή η δια­φο­ρά να ανέλ­θει στους 60 C. Επι­στρέ­φο­ντας στο πρώτο σε­νά­ριο RCP2.6, οι σω­ρευ­τι­κές εκ­πο­μπές CO2 επι­βάλ­λε­ται να πε­ριο­ρι­στούν πε­ρί­που στους 800 GtC. Εάν αφαι­ρέ­σου­με αυτές που έχουν ήδη ιστο­ρι­κά «δα­πα­νη­θεί», «απο­μέ­νουν» συ­νο­λι­κά πε­ρί­που 269 GtC, ώστε να μην υπερ­βού­με το σω­ρευ­τι­κό ισο­ζύ­γιο άν­θρα­κα. Κα­τα­να­λώ­νο­ντας μόνο τα ήδη γνω­στά και οι­κο­νο­μι­κά εκ­με­ταλ­λεύ­σι­μα απο­θέ­μα­τα ορυ­κτών καυ­σί­μων, θα εκλύ­α­με πάνω από 800 GtC[19] στην ατμό­σφαι­ρα. Συ­νε­πώς, γί­νε­ται σαφές ότι πάνω από το 66% αυτών πρέ­πει να πα­ρα­μεί­νουν στο έδα­φος.

H υπέρ­βα­ση του κα­τω­φλί­ου των 2ο C οδη­γεί στην καλ­πά­ζου­σα κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή, ενερ­γο­ποιώ­ντας και μη­χα­νι­σμούς θε­τι­κής ανά­δρα­σης, δη­λα­δή «ανα­τρο­φο­δό­τη­σης» όπως είναι η απε­λευ­θέ­ρω­ση με­θα­νί­ου από τον Αρ­κτι­κό ωκε­α­νό ή το μό­νι­μα πα­γω­μέ­νο έδα­φος. Άνο­δος με­τα­ξύ 2.7- 3o C θα δια­τα­ρά­ξει τον κύκλο του άν­θρα­κα σε τέ­τοιο βαθμό, ώστε να  με­τα­τρέ­ψει τα χερ­σαία οι­κο­συ­στή­μα­τα σε μια κα­θα­ρή πηγή έκλυ­σης CO2.[20]

Σχήμα 3: Απει­κο­νί­ζο­νται οι κα­μπύ­λες των σε­να­ρί­ων (RCPs) βάσει της εξέ­λι­ξης των συ­νο­λι­κών ετή­σιων εκ­πο­μπών CO2 -κά­θε­τος άξο­νας- από το 1980 έως το 2100. Με τις μαύ­ρες κου­κί­δες απει­κο­νί­ζε­ται η εξέ­λι­ξη των ση­με­ρι­νών εκ­πο­μπών μέχρι την εκτί­μη­ση του 2012 (κόκ­κι­νη τε­λεία), δεί­χνο­ντας ότι βα­δί­ζου­με στο χει­ρό­τε­ρο δυ­να­τό σε­νά­ριο – RCP8,5 -. Στο τέλος κάθε κα­μπύ­λης σε­να­ρί­ου ανα­γρά­φε­ται το εύρος της ανα­με­νό­με­νης αύ­ξη­σης της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας το 2100.[21]

Το πα­ρα­πά­νω διά­γραμ­μα είναι του 2013, παρά ταύτα πέρα από το γε­γο­νός ότι πε­ρι­λαμ­βά­νει πλη­θώ­ρα στοι­χεί­ων μαζί με κόμ­βους των πο­λι­τι­κών αντι­με­τώ­πι­σης της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, δεί­χνει ότι σή­με­ρα (2020) θα έπρε­πε σύμ­φω­να με το σε­νά­ριο  RCP3, που πε­ριο­ρί­ζει την άνοδο της μέση θερ­μο­κρα­σί­ας κάτω από τους 2o C μέχρι το 2100, να είχε αρ­χί­σει ήδη η τα­χεία απο­κλι­μά­κω­ση των εκ­πο­μπών CO2 στο ση­μείο τομής της κά­θε­της στον ορι­ζό­ντιο άξονα γραμ­μής (προ­έ­βλε­πε την προ­βλε­πό­με­νη αρχή της συμ­φω­νί­ας που θα δια­δε­χό­ταν το Κιότο) που τέ­μνει όλες τις κα­μπύ­λες των σε­να­ρί­ων. Αντί­θε­τα το 2018 οι εκ­πο­μπές CO2 ανήλ­θαν στους 37GtCO2, δη­λα­δή κοντά στο ση­μείο τομής της κά­θε­της γραμ­μής με την κα­μπύ­λη του χει­ρό­τε­ρου σε­να­ρί­ου RCP8,5.

Στην πρό­σφα­τη έκ­θε­ση της IPCC του 2019,[22] που πε­ριο­ρί­ζε­ται βέ­βαια στην εξέ­τα­ση του στό­χου συ­γκρά­τη­σης της ανό­δου της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας στους 1,5ο C, επι­βε­βαιώ­νο­νται πλή­ρως τα δυ­σοί­ω­να σε­νά­ρια για την κα­τεύ­θυν­ση στην οποία κι­νού­μα­στε, όπως άλ­λω­στε ήταν ανα­με­νό­με­νο.

Οι αν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ριό­τη­τες εκτι­μά­ται ότι έχουν προ­κα­λέ­σει πε­ρί­που 1οC  υπερ­θέρ­μαν­σης του πλα­νή­τη, πάνω από τα προ­βιο­μη­χα­νι­κά επί­πε­δα, ενώ ο ρυθ­μός ανό­δου της θερ­μο­κρα­σί­ας, σή­με­ρα, είναι της τάξης των 0,2οC ανά δε­κα­ε­τία (ibid., p. 4). Η υπερ­θέρ­μαν­ση από τις αν­θρω­πο­γε­νείς εκ­πο­μπές από την προ­βιο­μη­χα­νι­κή πε­ρί­ο­δο έως σή­με­ρα θα εξα­κο­λου­θή­σει για αιώ­νες έως χι­λιε­τί­ες, προ­κα­λώ­ντας μα­κρο­πρό­θε­σμες αλ­λα­γές στο κλι­μα­τι­κό σύ­στη­μα (ibid., p. 5). Σύμ­φω­να με τα μο­ντέ­λα, προ­κει­μέ­νου να μην υπάρ­ξει ή να υπάρ­ξει πε­ριο­ρι­σμέ­νη υπέρ­βα­ση του κα­τω­φλί­ου των 1,5οC απαι­τεί­ται κα­θα­ρή μεί­ω­ση των αν­θρω­πο­γε­νών εκ­πο­μπών CO2 κατά 45% έως το 2030, σε σχέση με τα επί­πε­δα του 2010, και εκ­μη­δε­νι­σμός τους το 2050 (ibid., p. 12). Εάν η άνο­δος της θερ­μο­κρα­σί­ας εξα­κο­λου­θή­σει με τους ση­με­ρι­νούς ρυθ­μούς, θα φθά­σου­με στην αν­θρω­πο­γε­νή πα­γκό­σμια υπερ­θέρ­μαν­ση των 1,5οC πε­ρί­που στο 2040 (ibid., p. 81). Προ­κει­μέ­νου να επι­τευ­χθεί ο στό­χος των 1,5οC, οι εκ­πο­μπές CO2 από τη βιο­μη­χα­νία πρέ­πει να είναι 65-90% χα­μη­λό­τε­ρες το 2050 σε σχέση με αυτές του 2010 (ibid., p. 15). Ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία έχει η ρητή ανα­φο­ρά στη Συμ­φω­νία του Πα­ρι­σιού και στις κρα­τι­κές πο­λι­τι­κές όπως αυτές εφαρ­μό­ζο­νται μέχρι σή­με­ρα. Συ­γκε­κρι­μέ­να, το­νί­ζε­ται ότι οι εκτι­μή­σεις για τις πα­γκό­σμιες εκ­πο­μπές σύμ­φω­να με τα εθνι­κά προ­γράμ­μα­τα με­τρια­σμού, όπως αυτά έχουν κα­τα­τε­θεί στη συμ­φω­νία του Πα­ρι­σιού, θα οδη­γή­σουν σε πα­γκό­σμιες εκ­πο­μπές αε­ρί­ων το 2030 της τάξης των 52-58 GtCO2. Συ­νε­πώς, ακόμα και εάν μετά το 2030 εφαρ­μο­στούν πολύ φι­λό­δο­ξες μειώ­σεις στις εκ­πο­μπές, δεν μπο­ρεί να επι­τευ­χθεί ο στό­χος του πε­ριο­ρι­σμού της πα­γκό­σμιας υπερ­θέρ­μαν­σης στους 1,5οC (ibid., p. 18).

Σε θε­μα­τι­κή έκ­θε­ση και πάλι της IPCC του 2019[23] που αφορά στους ωκε­α­νούς και την κρυό­σφαι­ρα, το­νί­ζε­ται ότι είναι απο­λύ­τως βέ­βαιο ότι οι ωκε­α­νοί θερ­μαί­νο­νται με αμεί­ω­το ρυθμό από το 1970, έχο­ντας απορ­ρο­φή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο από το 90% της επι­πρό­σθε­της ενέρ­γειας του κλι­μα­τι­κού συ­στή­μα­τος. Από το 1993 ο ρυθ­μός θέρ­μαν­σης των ωκε­α­νών έχει υπερ­δι­πλα­σια­στεί. Οι ωκε­α­νοί έχουν απορ­ρο­φή­σει πε­ρί­που 30% των συ­νο­λι­κών αν­θρω­πο­γε­νών εκ­πο­μπών CO2. Βε­βαί­ως, καθώς οι ωκε­α­νοί θερ­μαί­νο­νται, έχουν μι­κρό­τε­ρη ικα­νό­τη­τα διά­λυ­σης (απορ­ρό­φη­σης) CO2.  Πα­ράλ­λη­λα, απορ­ρο­φώ­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο CO2, υπέ­στη­σαν αυ­ξα­νό­με­νη επι­φα­νεια­κή οξί­νι­ση (ibid., p. 15). Η οξί­νι­ση των ωκε­α­νών αφορά το γε­γο­νός ότι το ph τους γί­νε­ται πιο όξινο και συ­γκε­κρι­μέ­να έρευ­νες εκτι­μούν ότι, από την αρχή της βιο­μη­χα­νι­κής επα­νά­στα­σης έως σή­με­ρα, η με­τα­βο­λή αυτή ανέρ­χε­ται στο 23%, κρού­ο­ντας τον κώ­δω­να του κιν­δύ­νου για τη θα­λάσ­σια έμβια ζωή. Ένα ακόμα ση­μα­ντι­κό στοι­χείο είναι ότι το αρ­κτι­κό και βό­ρειο μό­νι­μα πα­γω­μέ­νο έδα­φος πε­ριέ­χει (εγκλω­βι­σμέ­νους) 1.460-1.600 Gt ορ­γα­νι­κού άν­θρα­κα, σχε­δόν δι­πλά­σιους από εκεί­νους της ατμό­σφαι­ρας (ibid., p. 15). Ο διά­λο­γος για το αν ακόμα και σή­με­ρα οι πε­ριο­χές που κα­λύ­πτο­νται από μό­νι­μα πα­γω­μέ­νο έδα­φος, απε­λευ­θε­ρώ­νουν με­θά­νιο, καθώς λιώ­νουν, έχει ήδη ξε­κι­νή­σει.

Βέ­βαια, οι συ­νέ­πειες της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής δεν είναι ορι­ζό­ντιες. Αντί­θε­τα πλήτ­τουν με με­γα­λύ­τε­ρη έντα­ση τα δις των φτω­χών του πα­γκό­σμιου Νότου που έχουν εξαι­ρε­τι­κά μι­κρό­τε­ρη συμ­με­το­χή στις αι­τί­ες πρό­κλη­σής της, καθώς ιστο­ρι­κά το 75% της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής οφεί­λε­ται στις ανα­πτυγ­μέ­νες χώρες. Επί­σης όμως πλήτ­τει και απει­λεί τους/τις ερ­γα­ζό­με­νους/ες και τη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των υπο­τε­λών τά­ξε­ων του κα­πι­τα­λι­στι­κά ανα­πτυγ­μέ­νου Βορρά, λόγω των λι­γό­τε­ρων μέσων που δια­θέ­τουν για την αντι­με­τώ­πι­σή της π.χ. α) πε­ριο­χές κα­τοι­κί­ας (έλ­λει­ψη πρα­σί­νου, ρύ­παν­ση και απει­λές από ακραία και­ρι­κά φαι­νό­με­να κλπ), β) συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας, γ) υπο­δο­μές δια­βί­ω­σης, δ) ενερ­γεια­κή φτώ­χεια, δ) έλ­λει­ψη δη­μό­σιων υπο­δο­μών και πρό­σβα­σης σε κοι­νω­νι­κές υπη­ρε­σί­ες (ύδρευ­ση, υπη­ρε­σί­ες υγεί­ας και πρό­νοιας), καθώς επί­σης και της σύν­δε­σης των πα­ρα­γω­γι­κών δρα­στη­ριο­τή­των τους  (γε­ωρ­γία, αλιεία κλπ) με το το­πι­κό πε­ρι­βάλ­λον που απο­τε­λεί κατά κα­νό­να και τον μό­νι­μο τόπο κα­τοι­κί­ας τους.

Σχήμα 4: Σω­ρευ­τι­κές εκ­πο­μπές CO2 ανά πε­ριο­χή από το 1751 έως σή­με­ρα. Πηγή: OWID based on CDIAC & the Global Carbon Project (2018).

Εν­δει­κτι­κά και μόνο ανα­φέ­ρου­με ότι με βάση τις ση­με­ρι­νές τά­σεις η λει­ψυ­δρία θα πλή­ξει το 40% του πα­γκό­σμιου πλη­θυ­σμού έως το 2050, ενώ μόνο το κό­στος των ζη­μιών λόγω ακραί­ων και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων, που συν­δέ­ο­νται με δια­τα­ρα­χές του κύ­κλου του νερού, κυ­μάν­θη­κε με­τα­ξύ 50-100 δις από το 1980-2009. Πα­ράλ­λη­λα, είναι ση­μα­ντι­κό να ση­μειώ­σου­με ότι παρ’ ότι δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται αξιο­ση­μεί­ω­τα δια­φο­ρο­ποί­η­ση στη χω­ρι­κή κα­τα­νο­μή των ακραί­ων και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων, τα θύ­μα­τα (95%) εντο­πί­ζο­νται εκτός χωρών ΟΟΣΑ, ενώ οι οι­κο­νο­μι­κές απώ­λειες εντός (66%).[24] Με άλλα λόγια οι φτω­χοί/ες πλη­ρώ­νουν με τη ζωή τους, ενώ τα αστι­κά στρώ­μα­τα με το… πορ­το­φό­λι τους. Δυ­σοί­ω­νες προ­βλέ­ψεις δια­τυ­πώ­νο­νται ακόμα και για την πα­γκό­σμια υγεία. Μια άνο­δος της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας κατά 3ο C θα προ­κα­λέ­σει έκρη­ξη των επι­δη­μιών με επι­πλέ­ον 220-400 εκατ. να εκτε­θούν στη μα­λά­ρια, ενώ επι­πρό­σθε­τα 600 εκατ. θα αντι­με­τω­πί­σουν το φάσμα του υπο­σι­τι­σμού μέχρι το­2080.[25] Μια επι­πρό­σθε­τη συ­νέ­πεια της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής αφορά τους πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κούς πρό­σφυ­γες. Οι ζώνες χα­μη­λού υψο­μέ­τρου (με υψό­με­τρο κάτω των 10 μ.), οι οποί­ες βρί­σκο­νται σε άμεσο κίν­δυ­νο όχι μόνο από την άνοδο της στάθ­μης της θά­λασ­σας, αλλά και από τυ­φώ­νες, πλημ­μύ­ρες, υφαλ­μύ­ρω­ση των υδά­των κλπ, παρ’ ότι απο­τε­λούν μόλις το 2,2% της ξηράς, είναι τόπος δια­μο­νής του 10,5% του πα­γκό­σμιου πλη­θυ­σμού, 602 εκατ., εκ των οποί­ων τα 438 στην Ασία και συ­νο­λι­κά 246 στις πιο φτω­χές χώρες του κό­σμου. Μια άνο­δος της μέσης θερ­μο­κρα­σί­ας του πλα­νή­τη από 3-4ο C, μπο­ρεί να έχει κα­τα­στρο­φι­κές συ­νέ­πειες λόγω της ανό­δου της στάθ­μης των υδά­των και των ακραί­ων και­ρι­κών φαι­νο­μέ­νων, έχο­ντας ως απο­τέ­λε­σμα  των εκτο­πι­σμό 330 εκατ. Εκτι­μά­ται ότι πάνω από 70 εκατ. θα πλη­γούν μόνο στο Μπα­γκλα­ντές, ενώ αυ­ξη­μέ­νο κίν­δυ­νο αντι­με­τω­πί­ζει το 1 δις αν­θρώ­πων, που ζουν σε πα­ρα­γκου­πό­λεις, σε λο­φο­πλα­γιές και σε όχθες πο­τα­μών που συχνά υπερ­χει­λί­ζουν. Μόνο το 2018 υπο­λο­γί­στη­κε ότι 17,2 εκατ. άν­θρω­ποι από 144 χώρες εκτο­πί­στη­καν από τις εστί­ες τους από ακραία και­ρι­κά φαι­νό­με­να.[26]

Το αστι­κό δίλ­λη­μα της μαύ­ρης ή της πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης

Αμ­φό­τε­ρα τα αστι­κά στρα­τό­πε­δα έχουν ως κοινό σύν­θη­μα την «επι­στρο­φή στην ανά­πτυ­ξη», δη­λα­δή την ενί­σχυ­ση της κερ­δο­φο­ρί­ας του κε­φα­λαί­ου και την ανά­τα­ξη των ρυθ­μών της κα­πι­τα­λι­στι­κής συσ­σώ­ρευ­σης. Το σύν­θη­μα αυτό έγινε ακόμα ισχυ­ρό­τε­ρο στην εποχή της κρί­σης έως σή­με­ρα. Όπως ήδη έχου­με το­νί­σει στην ει­σα­γω­γή, η προ­σαρ­μο­γή του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος, προ­κει­μέ­νου να εξα­σφα­λί­σει τη δική του ευ­στά­θεια, στην τε­ρά­στιας κλί­μα­κας πρό­κλη­ση που ση­μα­το­δο­τεί η απει­λή της οι­κο­λο­γι­κής κρί­σης και της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής είναι μια δια­δι­κα­σία που εξε­λίσ­σε­ται, με πολλά βέ­βαια εμπό­δια που εκτι­νάσ­σουν τους κιν­δύ­νους ακόμα και για το ίδιο. Καμία συ­ζή­τη­ση βέ­βαια δεν γί­νε­ται για τις ανά­γκες προ­σαρ­μο­γής με τους όρους που επι­τάσ­σουν τα επι­στη­μο­νι­κά πο­ρί­σμα­τα και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο με όρους συλ­λο­γι­κών κοι­νω­νι­κών ανα­γκών, που προ­σκρού­ουν στην ίδια την ανα­πα­ρα­γω­γή του. Η κρίση δη­μιούρ­γη­σε πε­ραι­τέ­ρω πε­ρι­πλο­κές, καθώς η προ κρί­σης στρα­τη­γι­κές υπο­χώ­ρη­σαν ένα­ντι επει­γου­σών ανα­γκών, ενώ οι εν­δο­α­στι­κοί αντα­γω­νι­σμοί με­τα­ξύ με­ρί­δων του κε­φα­λαί­ου, καθώς επί­σης και οι ιμπε­ρια­λι­στι­κοί αντα­γω­νι­σμοί οξύν­θη­καν σε με­γά­λο βαθμό. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα με την άνοδο των ακρο­δε­ξιών-νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τι­κών «εθνι­κής προ­τε­ραιό­τη­τας».

Από τη συν­διά­σκε­ψη του­λά­χι­στον του Ρίο το 1992, η προ­ο­πτι­κή της προ­σαρ­μο­γής του συ­στή­μα­τος στην οι­κο­λο­γι­κή κρίση και στην κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή ήταν ενερ­γές. Η άποψη ότι η ει­σα­γω­γή κυ­μά­των πρά­σι­νης τε­χνο­λο­γι­κής και­νο­το­μί­ας που θα με­τα­σχη­μά­τι­ζαν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής, κατά τα πρό­τυ­πα του ρεύ­μα­τος του διά­ση­μου οι­κο­νο­μο­λό­γου Joseph Schumpeter, πε­τυ­χαί­νο­ντας τον διπλό στόχο από τη μια της προ­σαρ­μο­γής, της ενερ­γεια­κής με­τά­βα­σης και του τε­χνο­λο­γι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού σύμ­φω­να με τις ανά­γκες τις νέας επο­χής, και από την άλλη την ενί­σχυ­σης των επεν­δύ­σε­ων, της επι­τά­χυν­σης της ανά­πτυ­ξης και της συσ­σώ­ρευ­σης με αύ­ξη­ση της κερ­δο­φο­ρί­ας, ήταν κάτι που συχνά προ­τει­νό­ταν ως διέ­ξο­δος δια­φυ­γής από τα αδιέ­ξο­δα του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Τε­λευ­ταίο σταθ­μό σε αυτή την προ­ο­πτι­κή απο­τέ­λε­σε η διά­ση­μη έκ­θε­ση του Nicolas Stern του 2006,[27] η οποία, εκ­κι­νώ­ντας από τη δια­πί­στω­ση ότι η κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή ση­μα­το­δο­τεί την ευ­ρύ­τε­ρη και πιο έκ­δη­λη απο­τυ­χία της αγο­ράς που είχε ποτέ πα­ρου­σια­στεί, πρό­τει­νε την επέ­κτα­ση, εμ­βά­θυν­ση και τον εξορ­θο­λο­γι­σμό της αγο­ράς ως λύση για την αντι­με­τώ­πι­ση της πρό­κλη­σης της οι­κο­λο­γι­κής κρί­σης, θε­ω­ρώ­ντας ότι η διαρ­κής οι­κο­νο­μι­κή με­γέ­θυν­ση και η προ­στα­σία του πε­ρι­βάλ­λο­ντος δεν αλ­λη­λο-απο­κλεί­ο­νται, αλλά αντί­θε­τα ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός και η αγορά εμπε­ριέ­χουν ήδη τη λύση.

Συ­νε­πώς, στον τομέα της ενέρ­γειας προ­ω­θή­θη­κε η κα­τεύ­θυν­ση του υπο­δείγ­μα­τος του πρά­σι­νου κα­πι­τα­λι­σμού και της πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης, με επί­κε­ντρο την ΕΕ, αλλά και τις Νότια Κορέα, ΗΠΑ, Ια­πω­νία, Κα­να­δά. Ταυ­τό­χρο­να, είχε ήδη κυ­ριαρ­χή­σει ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός με την «απε­λευ­θέ­ρω­ση (απορ­ρύθ­μι­ση) των αγο­ρών» και τις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις να απο­τε­λούν δύο από τις δέκα εντο­λές της πε­ριώ­νυ­μης «Συ­ναί­νε­σης της Ουά­σινγ­κτον».[28] Σε αυτή την κα­τεύ­θυν­ση και πα­ράλ­λη­λα με τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη ανα­διάρ­θρω­ση του κλά­δου, προ­ω­θού­νταν στα­θε­ρά όλο το πλέγ­μα του πρά­σι­νου εκ­συγ­χρο­νι­σμού με κα­μπά­νιες για τη δη­μιουρ­γία ενερ­γού ζή­τη­σης για πρά­σι­να προ­ϊ­ό­ντα και υπη­ρε­σί­ες, στή­ρι­ξη ιδιω­τι­κών επι­δο­τού­με­νων επεν­δύ­σε­ων σε πρά­σι­νες τε­χνο­λο­γί­ες, χρη­μα­τι­στή­ρια ρύπων, Ευ­έ­λι­κτοι Μη­χα­νι­σμοί κλπ. Κύρια στό­χευ­ση απο­τε­λού­σε μια πρά­σι­νη ανα­διάρ­θρω­ση μέσω της αγο­ράς, με επί­κε­ντρο το άτο­μο-κα­τα­να­λω­τή, την οποία εν πολ­λοίς θα χρη­μα­το­δο­τού­σε η κοι­νω­νία και το δη­μό­σιο, αλλά θα διε­νερ­γού­νταν κατά κύριο λόγο απευ­θεί­ας από τον ιδιω­τι­κό τομέα, επι­χει­ρώ­ντας την ει­σα­γω­γή συ­γκε­ντρω­μέ­νης τε­χνο­λο­γι­κής και­νο­το­μί­ας, με κυ­ρί­αρ­χο τον τομέα της ενέρ­γειας και με ταυ­τό­χρο­νο στόχο να ανα­τρο­φο­δο­τή­σει τους ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης, να διευ­ρύ­νει τις εσω­τε­ρι­κές αγο­ρές, δη­μιουρ­γώ­ντας πα­ράλ­λη­λα και εξα­γω­γι­κές βιο­μη­χα­νί­ες φι­λο-πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών τε­χνο­λο­γιών και εμπο­ρευ­μά­των. Με λίγα λόγια το κό­στος της με­τά­βα­σης με­τα­φέ­ρε­ται στην κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία, ενώ οι δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου που προ­κά­λε­σαν την κλι­μα­τι­κή κρίση, θα βρουν νέα πεδία κερ­δο­φο­ρί­ας με νέες αγο­ρές, προ­ϊ­ό­ντα και το­μείς δρα­στη­ριό­τη­τας.

Το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης το 2008 είχε ως συ­νέ­πεια η πα­ρα­πά­νω προ­ω­θού­με­νη τάση (προ­φα­νώς δεν ισχυ­ρι­ζό­μα­στε ότι ήταν κυ­ρί­αρ­χη, γι’ αυτό άλ­λω­στε την απο­κα­λού­με προ­ω­θού­με­νη τάση) να υπο­χω­ρή­σει αι­σθη­τά προς μια προ­σαρ­μο­γή αντί­στοι­χη με τις ανά­γκες και τις προ­τε­ραιό­τη­τες που έθετε η διε­θνής κα­πι­τα­λι­στι­κή κρίση. Ει­δι­κό­τε­ρα, πρό­βα­λε επι­τα­κτι­κή η ανά­γκη άμε­σης στή­ρι­ξης κλά­δων πυ­λώ­νων του συ­στή­μα­τος, που κλυ­δω­νί­ζο­νταν επι­κίν­δυ­να, όπως οι αυ­το­κι­νη­το­βιο­μη­χα­νί­ες, οι πε­τρε­λαϊ­κές, οι εται­ρεί­ες πε­τρο­χη­μι­κών και όλο το σύ­μπλεγ­μα των ορυ­κτών καυ­σί­μων (φυ­σι­κά συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της βιο­μη­χα­νί­ας όπλων), με στόχο τη στα­θε­ρο­ποί­η­σή του και την επα­νεκ­κί­νη­ση της συσ­σώ­ρευ­σης, καθώς η ζή­τη­ση κα­τέρ­ρεε και οι επι­σφά­λειες αυ­ξά­νο­νταν.

Βε­βαί­ως, ήδη πριν από την κρίση η αντί­δρα­ση των με­γά­λων πο­λυ­ε­θνι­κών εται­ριών ορυ­κτών καυ­σί­μων στην άνοδο των τιμών των υδρο­γο­ναν­θρά­κων και στη θε­ω­ρία του «peak oil» ήταν να επεν­δύ­σουν σε νέες τε­χνο­λο­γί­ες και με­θό­δους εξό­ρυ­ξης και εκ­με­τάλ­λευ­σης, φυ­σι­κά με τη στή­ρι­ξη των προ­ϋ­πο­λο­γι­σμών των κρα­τών, στρε­φό­με­νες στις μη-συμ­βα­τι­κές μορ­φές ορυ­κτών καυ­σί­μων, πραγ­μα­το­ποιώ­ντας γε­ω­τρή­σεις και αντλή­σεις βα­θέ­ων υδά­των, ανα­πτύσ­σο­ντας με­θό­δους υδραυ­λι­κής ρηγ­μά­τω­σης (fracking) για να εκ­με­ταλ­λευ­τούν το σχι­στο­λι­θι­κό αέριο (shale gas), στρε­φό­με­νες στο σχι­στο­λι­θι­κό πε­τρέ­λαιο, στις πισ­σώ­δεις άμ­μους, στους υδρί­τες με­θα­νί­ου κ.ά. Ο κλι­μα­το­λό­γος James Hansen της NASA είχε δη­λώ­σει το 2012 για τις πισ­σώ­δεις άμ­μους του Κα­να­δά: «Εάν ο Κα­να­δάς προ­χω­ρή­σει και δεν κά­νου­με τί­πο­τα, θα είναι game over για την κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή (…) καθώς πε­ριέ­χουν το δι­πλά­σιο CO2 από όσο έχει εκλυ­θεί από την πα­γκό­σμια χρήση πε­τρε­λαί­ου σε ολό­κλη­ρη την ιστο­ρία μας».

Σή­με­ρα αυτές οι δύο τά­σεις (πρά­σι­νη και μαύρη) συ­νυ­πάρ­χουν. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό είναι το πα­ρά­δειγ­μα της Ελ­λά­δας. Σή­με­ρα στην Ελ­λά­δα η ενερ­γεια­κή πο­λι­τι­κή που εφαρ­μό­ζε­ται, είναι ότι μια πλευ­ρά, το 1/3 της επι­κρά­τειας, έχει πα­ρα­χω­ρη­θεί για έρευ­να και εκ­με­τάλ­λευ­ση υδρο­γο­ναν­θρά­κων σε με­γά­λες διε­θνείς και εγ­χώ­ριες πο­λυ­ε­θνι­κές, και από την άλλη σχε­διά­ζε­ται η εγκα­τά­στα­ση Βιο­μη­χα­νι­κής κλί­μα­κας Ανα­νε­ώ­σι­μων Πηγών Ενέρ­γειας σε κάθε κο­ρυ­φο­γραμ­μή –και μά­λι­στα ιδιω­τι­κών ομί­λων– πέρα από κάθε πλαί­σιο χω­ρι­κού και ενερ­γεια­κού σχε­δια­σμού, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κής προ­στα­σί­ας και κά­λυ­ψης των συλ­λο­γι­κών κοι­νω­νι­κών ανα­γκών.[29] Οι σύγ­χρο­νες πο­λι­τι­κές που ξε­κλεί­δω­σαν αυ­τούς του σχε­δια­σμούς και υπη­ρε­τού­νται απα­ρέ­γκλι­τα από όλες τις κυ­βερ­νή­σεις έκτο­τε, είχαν, με­τα­ξύ άλλων, δύο κομ­βι­κούς σταθ­μούς, στην ίδια κυ­βέρ­νη­ση και στο ίδιο υπουρ­γείο, την κυ­βέρ­νη­ση ΓΑΠ. Την «πρά­σι­νη» υπουρ­γό Τίνα Μπρι­μπί­λη με τον νόμο 3853/2010[30] «Επι­τά­χυν­ση της ανά­πτυ­ξης των Ανα­νε­ώ­σι­μων Πηγών Ενέρ­γεια για την αντι­με­τώ­πι­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής και άλλες δια­τά­ξεις», που άνοι­ξε το δρόμο για εγκα­τά­στα­ση βιο­μη­χα­νι­κής κλί­μα­κας δια­τά­ξε­ων ΑΠΕ, όπου και όπως ο εκά­στο­τε επεν­δυ­τής επι­θυ­μού­σε, και τον νόμο 4001/2011[31] του Γ. Πα­πα­κων­στα­ντί­νου που, με τη σειρά του, μειώ­νο­ντας το πο­σο­στό φο­ρο­λο­γί­ας από την εκ­με­τάλ­λευ­ση υδρο­γο­ναν­θρά­κων από το 40 στο 25%, άνοι­ξε το δρόμο για τις πα­ρα­χω­ρή­σεις που έχουν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί σή­με­ρα. Την ίδια στιγ­μή βλέ­που­με τα ΕΛΠΕ, που συμ­με­τέ­χουν σε πλη­θώ­ρα συμ­βά­σε­ων μί­σθω­σης για εξο­ρύ­ξεις, να ανα­πτύσ­σουν πα­ράλ­λη­λα πρό­γραμ­μα ΒΑΠΕ, και το ίδιο συμ­βαί­νει με τον όμιλο Μυ­τι­λη­ναί­ου και πολ­λούς άλ­λους.

Ταυ­τό­χρο­να όμως έχει επα­να­κάμ­ψει ένα ισχυ­ρό ρεύμα αρ­νη­τών της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, είτε αυτής κα­θαυ­τής, είτε κυ­ρί­ως του αν­θρω­πο­γε­νούς χα­ρα­κτή­ρα της με κύριο επι­χεί­ρη­μα ότι πρό­κει­ται για φαι­νό­με­νο που αφορά τις φυ­σι­κές πε­ριο­δι­κές δια­κυ­μάν­σεις του κλι­μα­τι­κού συ­στή­μα­τος. Οι από­ψεις αυτές δεν είναι νέες, ορ­γα­νώ­νο­νται από τη δε­κα­ε­τία του ’70 και δεν είναι βέ­βαια τυ­χαίο που σή­με­ρα είναι πάλι στο προ­σκή­νιο. Οι πηγές προ­έ­λευ­σής τους είναι βα­σι­κά δύο. Στο πο­λι­τι­κό επί­πε­δο υπάρ­χει ένα ισχυ­ρό­τα­το πο­λι­τι­κό μπλοκ που προ­ω­θεί αυτή τη ρη­το­ρι­κή και σκια­γρα­φεί­ται από τις ακρο-δε­ξιές νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες δυ­νά­μεις πο­λι­τι­κών «εθνι­κής προ­τε­ραιό­τη­τας», με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς εκ­προ­σώ­πους τον Τράμπ στις ΗΠΑ, τον Μπολ­σο­νά­ρο στη Βρα­ζι­λία, τον Όρ­μπαν στην Ουγ­γα­ρία και τον Μό­ρι­σον στην Αυ­στρα­λία. Η επί­θε­ση του Μπολ­σο­νά­ρο στους ιθα­γε­νείς πλη­θυ­σμούς του Αμα­ζο­νί­ου και η επέ­λα­ση των πο­λυ­ε­θνι­κών είχε ως απο­τέ­λε­σμα, με­τα­ξύ άλλων, τις κα­τα­στρο­φι­κές πυρ­κα­γιές το πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Στην Αυ­στρα­λία τα γε­γο­νό­τα είναι πολύ πρό­σφα­τα, ενώ οι τρεις χώρες της ομά­δας του Βί­σε­γκραντ, Πο­λω­νία, Ουγ­γα­ρία και Τσε­χία, ανα­κοί­νω­σαν τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βριο ότι προ­έ­χει η ανά­πτυ­ξη των οι­κο­νο­μιών τους, απορ­ρί­πτο­ντας τα σχέ­δια της ΕΕ για μεί­ω­ση των εκ­πο­μπών αε­ρί­ων του θερ­μο­κη­πί­ου. Για τον Τράμπ ούτε λόγος, καθώς το 2012 δή­λω­νε: «η ιδέα της υπερ­θέρ­μαν­σης του πλα­νή­τη δη­μιουρ­γή­θη­κε από και για τους Κι­νέ­ζους, ώστε να κα­τα­στή­σουν τη βιο­μη­χα­νία των ΗΠΑ μη-αντα­γω­νι­στι­κή».[32] Στο επί­πε­δο του κε­φα­λαί­ου και του από­λυ­τα κυ­ρί­αρ­χου συ­μπλέγ­μα­τος των πο­λυ­ε­θνι­κών ομί­λων ορυ­κτών καυ­σί­μων και των χρη­μα­το­δο­τού­με­νων lobbies και ιδρυ­μά­των τους, που έχουν κάνει και πάλι δυ­να­μι­κά την εμ­φά­νι­σή τους. Φυ­σι­κά, οι από­ψεις των αρ­νη­τών ή σκε­πτι­κι­στών πολ­λές φορές χρη­σι­μο­ποιούν το επι­χεί­ρη­μα ότι από την άλλη πλευ­ρά υπάρ­χει ένα νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο lobby της πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης, που προ­ω­θεί το αφή­γη­μα της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής «ως κυ­ρί­αρ­χη προ­πα­γάν­δα» για να εξυ­πη­ρε­τή­σει τα συμ­φέ­ρο­ντά του, χρη­μα­το­δο­τώ­ντας επι­στή­μο­νες, ιν­στι­τού­τα, πα­νε­πι­στή­μια, διε­θνείς ορ­γα­νι­σμούς κλπ. Το επι­χεί­ρη­μα αυτό είναι πα­ντε­λώς έωλο. Οι εται­ρεί­ες ορυ­κτών καυ­σί­μων δια­θέ­τουν από­λυ­τη υπε­ρο­πλία ισχύ­ος, καθώς ακόμα και σή­με­ρα κα­λύ­πτουν αθροι­στι­κά το 80% της πα­γκό­σμιας ενερ­γεια­κής ζή­τη­σης, καθώς επί­σης και πο­λι­τι­κή στή­ρι­ξη όπως φαί­νε­ται πα­ρα­πά­νω, αλλά και δυ­να­τό­τη­τα επιρ­ρο­ής που αφορά πρό­σφα­τα πο­λι­τι­κά πρα­ξι­κο­πή­μα­τα στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, στη Μέση Ανα­το­λή, στο μοί­ρα­σμα των ενερ­γεια­κών πηγών και των δρό­μων με­τα­φο­ράς ακόμα και μέσω πο­λε­μι­κών ανα­με­τρή­σε­ων.

Με τις εκ­πο­μπές να αυ­ξά­νο­νται κάθε χρόνο, παρά την κρίση την προη­γού­με­νη δε­κα­ε­τία, στην έκ­θε­ση της Διε­θνούς Επι­τρο­πής Ενέρ­γειας –συ­ντη­ρη­τι­κή εκτί­μη­ση – World Energy Outlook 2012– ανα­φέ­ρε­ται: «[…] τα ορυ­κτά καύ­σι­μα πα­ρα­μέ­νουν κυ­ρί­αρ­χα στο πα­γκό­σμιο ενερ­γεια­κό μίγμα, υπο­στη­ρι­ζό­με­να από επι­δο­τή­σεις οι οποί­ες ανήλ­θαν στα 523 δις δο­λά­ρια το 2011, αυ­ξη­μέ­νες κατά 30% σε σχέση με το 2010, έξι φορές πε­ρισ­σό­τε­ρα από τις επι­δο­τή­σεις στις ανα­νε­ώ­σι­μες». Επο­μέ­νως στον εν­δο­α­στι­κό αντα­γω­νι­σμό ο συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων, έως σή­με­ρα, είναι δε­δο­μέ­νος.

Στη χώρα μας παρ’ όλα αυτά, υπάρ­χει ένα τμήμα της Αρι­στε­ράς προσ­δε­μέ­νο στον πα­ρα­γω­γι­σμό και στις πο­λι­τι­κές της πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης και της εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας, που ανα­πτύσ­σει σκε­πτι­κι­σμό για την κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή. Το τμήμα αυτό πι­θα­νόν να υπο­στή­ρι­ζε ανοι­κτά την εκ­με­τάλ­λευ­ση των ορυ­κτών πόρων (υδρο­γο­ναν­θρά­κων και άλλων), αν διε­νερ­γού­νταν από το κρά­τος. Πα­ράλ­λη­λα, μα­χη­τι­κά ανα­φέ­ρε­ται με όρους εθνι­κού πλού­του στα ορυ­κτά καύ­σι­μα και στη διεκ­δί­κη­ση των ΑΟΖ, πα­ρα­βλέ­πο­ντας πέραν όλων των άλλων (πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κό και κοι­νω­νι­κό κό­στος) την επέ­λα­ση των με­γά­λων διε­θνών πο­λυ­ε­θνι­κών κο­λοσ­σών, τον κίν­δυ­νο πο­λέ­μου για τα πε­τρέ­λαια, τους εξο­πλι­σμούς και την από­λυ­τη πρόσ­δε­ση στο κυ­ρί­αρ­χο ιμπε­ρια­λι­στι­κό στρα­τό­πε­δο με ρόλο το­πι­κής πε­ρι­φε­ρεια­κής δύ­να­μης. Φυ­σι­κά οι κα­τευ­θύν­σεις αυτές έχουν υπό­βα­θρο την ιστο­ρία της ελ­λη­νι­κής Αρι­στε­ράς και την κυ­ριαρ­χία του σο­βιε­τι­κού μαρ­ξι­σμού και των θε­ω­ριών της εξάρ­τη­σης.

Επί­σης όμως υπάρ­χει ένα τμήμα ορι­σμέ­νων αγω­νι­στών/στριών σε το­πι­κά κι­νή­μα­τα που έρ­χο­νται αντι­μέ­τω­πα με τις «λύ­σεις» και τις επι­λο­γές που προ­τεί­νει ο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος κα­πι­τα­λι­σμός για την ενερ­γεια­κή με­τά­βα­ση π.χ. BΑΠΕ, που πράγ­μα­τι επι­χει­ρώ­ντας να υπε­ρα­σπί­σουν το το­πι­κό φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον, μπο­ρεί σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις να ανα­πτύ­ξουν ερω­τή­μα­τα και προ­σεγ­γί­σεις που άπτο­νται της άρ­νη­σης της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, καθώς απο­δί­δουν εκεί την αιτία αυτών των project, υπο­τι­μώ­ντας την κυ­ρί­αρ­χη αιτία των συ­νο­λι­κών σχε­δια­σμών του κε­φα­λαί­ου και της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ανα­διάρ­θρω­σης στο χώρο της ενέρ­γειας ως κρα­τι­κής πο­λι­τι­κής δε­κα­ε­τιών. Αυτές οι από­ψεις συ­νή­θως εκ­φρά­ζο­νται με τη μορφή του σκε­πτι­κι­σμού ή της επί­κλη­σης και των δύο πλευ­ρών που υπάρ­χουν στην επι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα και άρα της άπο­ψης ότι δεν ξέ­ρου­με και δεν πρέ­πει να εμπλα­κού­με με το ζή­τη­μα, αλλά να αφιε­ρω­θού­με στα δικά μας εντο­πι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα, υπε­ρά­σπι­σης του το­πι­κού φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος.

Ένα από τα πιο παλιά επι­χει­ρή­μα­τα[33] του lobby της αμ­φι­σβή­τη­σης της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής είναι η επί­κλη­ση της επι­στη­μο­νι­κής αβε­βαιό­τη­τας και της δήθεν ύπαρ­ξης δύο από­ψε­ων, με στόχο τη δια­σφά­λι­ση της ου­δε­τε­ρό­τη­τας (δεν γνω­ρί­ζου­με), ώστε να μην υπάρ­ξει κοι­νω­νι­κή πίεση απέ­να­ντι στα εγκα­τε­στη­μέ­να συμ­φέ­ρο­ντά τους. Τί­πο­τα πιο ανα­λη­θές. Παρά τους συ­σχε­τι­σμούς ισχύ­ος, που ανα­φέ­ρα­με πα­ρα­πά­νω, η συ­ναί­νε­ση της επι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας στην αν­θρω­πο­γε­νή αιτία της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής και στην επεί­γου­σα απει­λή, που αυτή απο­τε­λεί, είναι ισχυ­ρό­τε­ρη, ίσως, από κάθε άλλο επι­στη­μο­νι­κό ζή­τη­μα. Εν­δει­κτι­κά, σε επι­στη­μο­νι­κό άρθρο του 2019 το οποίο εξέ­τα­σε 11.602 άρθρα σε επι­στη­μο­νι­κά πε­ριο­δι­κά με αντι­κεί­με­νο την κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή, τους πρώ­τους 7 μήνες του 2019, δεν βρέ­θη­κε ούτε ένα που να αμ­φι­σβη­τεί τη συ­ναί­νε­ση στην αν­θρω­πο­γε­νή κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή.[34] Άλλες πα­λαιό­τε­ρες έρευ­νες υπο­λο­γί­ζουν τη συμ­φω­νία με­τα­ξύ των ει­δι­κών επι­στη­μό­νων στο 97%, όπως η εκτε­νής έρευ­να των Cook et all του 2016.[35] Με λίγα λόγια δεν υπάρ­χει κα­νέ­να πα­νε­πι­στή­μιο, επι­στη­μο­νι­κό ίδρυ­μα ή ιν­στι­τού­το που ασχο­λεί­ται με θέ­μα­τα κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, που να αμ­φι­σβη­τεί τη συ­ναί­νε­ση. Υπάρ­χουν βέ­βαια επι­στή­μο­νες από άλ­λους επι­στη­μο­νι­κούς κλά­δους, κυ­ρί­ως που εμπλέ­κο­νται με ζη­τή­μα­τα εξο­ρύ­ξε­ων, υδρο­γο­ναν­θρά­κων κλπ, μη­χα­νι­κοί πε­τρε­λαί­ου, με­ταλ­λειο­λό­γοι, γε­ω­λό­γοι κ.ά., ή εντε­λώς άσχε­των επι­στη­μο­νι­κών αντι­κει­μέ­νων, που ανα­πτύσ­σουν σκε­πτι­κι­σμό ή και άρ­νη­ση του φαι­νο­μέ­νου.

Ταυ­τό­χρο­να και ακόμα πιο ση­μα­ντι­κό είναι ότι σή­με­ρα δεν υπάρ­χει κα­νέ­να (του­λά­χι­στον γνω­στό στον γρά­φο­ντα) ρεύμα της αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς, της αυ­το­νο­μί­ας, του αναρ­χι­σμού, ση­μα­ντι­κού πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κού ή οι­κο­λο­γι­κού κι­νή­μα­τος σε διε­θνές επί­πε­δο, που να αμ­φι­σβη­τεί την ύπαρ­ξη της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, που προ­κα­λεί­ται από την επί­δρα­ση της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής.

Ποια είναι όμως η με­γά­λη ει­κό­να; Δεν είναι προ­φα­νώς ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός σή­με­ρα κατά κόρον προ­ω­θεί την ατζέ­ντα της ανά­σχε­σης της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής έστω με τους δι­κούς του όρους της αντι­με­τώ­πι­σης. Αυτό που είναι κοινό στα διε­θνή ρι­ζο­σπα­στι­κά κι­νή­μα­τα κάθε από­χρω­σης, που δρα­στη­ριο­ποιού­νται στο πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κό ή οι­κο­λο­γι­κό κί­νη­μα, είναι ότι τα τε­λευ­ταία τριά­ντα χρό­νια ο διε­θνής κα­πι­τα­λι­σμός, οι ορ­γα­νι­σμοί του και οι δια­δι­κα­σί­ες του δεν έχουν φέρει κα­νέ­να απο­τέ­λε­σμα στην ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, αντί­θε­τα βυ­θί­ζουν με εντει­νό­με­νους ρυθ­μούς την αν­θρω­πό­τη­τα στην κλι­μα­τι­κή κρίση.

Από την άλλη πλευ­ρά, η προ­ω­θού­με­νη του αστι­κού «green new deal»[36] με την προ­φα­νή ανα­φο­ρά του στην πο­λι­τι­κή του New Deal του Ρού­σβελτ της δε­κα­ε­τί­ας του ’30, αλλά ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο όλων των εκ­δο­χών της πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης, του πρά­σι­νου εκ­συγ­χρο­νι­σμού, αλλά και της ανά­πτυ­ξης με επι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό, βιώ­σι­μη, αει­φό­ρος κλπ, απο­τε­λεί την άλλη πλευ­ρά της αστι­κής στρα­τη­γι­κής.

Εν­δει­κτι­κά ανα­φέ­ρου­με τρεις βα­σι­κούς λό­γους. Ο πρώ­τος αφορά το γε­γο­νός ότι οποιοσ­δή­πο­τε επι­θε­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός δεν με­τα­βάλ­λει τον υπο­χρε­ω­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα που παίρ­νει η ανά­πτυ­ξη στον κα­πι­τα­λι­σμό και τον δο­μι­κό πα­ρα­γω­γι­σμό της με τη μορφή του μο­νο­διά­στα­του-πο­σο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα της διαρ­κούς με­γέ­θυν­σης (Αύ­ξη­ση ΑΕΠ). Δη­λα­δή, της πα­ρα­γω­γής με απο­κλει­στι­κό στόχο το κέρ­δος και τη συσ­σώ­ρευ­ση του κε­φα­λαί­ου μέσω της εκ­με­τάλ­λευ­σης της ερ­γα­σί­ας και της «λε­η­λα­σί­ας» του φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Ο δεύ­τε­ρος αφορά το γε­γο­νός ότι όλες αυτές οι στρα­τη­γι­κές στη­ρί­ζο­νται στην εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση της φύσης και στην επέ­κτα­ση των αγο­ρών σε το­μείς των δη­μό­σιων-κοι­νω­νι­κών αγα­θών και υπη­ρε­σιών και των κοι­νών πόρων, με­τα­θέ­το­ντας το κό­στος και τις συ­νέ­πειες της ανά­σχε­σης της κλι­μα­τι­κής κρί­σης στην κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία. Ο τρί­τος αφορά τη μέχρι σή­με­ρα μη­δε­νι­κή απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά τους έως και την επι­δεί­νω­ση της κα­τά­στα­σης. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα Συ­στή­μα­τα Εμπο­ρί­ας Ρύπων (ETS) μέσω των ει­δι­κών χρη­μα­τι­στη­ρί­ων ρύπων, των Μη­χα­νι­σμών Κα­θα­ρής Ανά­πτυ­ξης (CDM) και γε­νι­κά των ευ­έ­λι­κτων μη­χα­νι­σμών του Κιότο, όχι μόνο δεν έχουν επι­τύ­χει κα­νέ­να απο­τέ­λε­σμα στη μεί­ω­ση των εκ­πο­μπών αε­ρί­ων του θερ­μο­κη­πί­ου και στη μεί­ω­ση της εξάρ­τη­σης από τα ορυ­κτά καύ­σι­μα, αλλά επι­πλέ­ον: α) ευ­νο­ούν μια δια­δι­κα­σία κερ­δο­σκο­πί­ας προς όφε­λος των με­γά­λων ρυ­πα­ντών, β) απο­τε­λούν τρο­χο­πέ­δη για τις όποιες μειώ­σεις μέσω αμ­φί­βο­λων επεν­δύ­σε­ων σε τρί­τες χώρες, γ) με­γι­στο­ποιούν την πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κή πίεση μέσω της διά­χυ­σης και επέ­κτα­σής σε πα­γκό­σμιο επί­πε­δο και δ) με­τα­κυ­λύ­ουν το κό­στος στη με­γά­λη κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία.

Ως εκ τού­του, το κί­νη­μα δεν μπο­ρεί να είναι ου­ρα­γός στις αστι­κές στρα­τη­γι­κές που το εγκλω­βί­ζουν στα αστι­κά διλ­λή­μα­τα. Όπως ακρι­βώς για το τα­ξι­κό κί­νη­μα δεν μπο­ρούν να υπάρ­χουν διλ­λή­μα­τα του τύπου: α) θέ­σεις ερ­γα­σί­ας ή κοι­νω­νι­κό κρά­τος, β) θέ­σεις ερ­γα­σί­ας ή ερ­γα­σια­κά δι­καιώ­μα­τα. Ακρι­βώς με τον ίδιο τρόπο δεν μπο­ρεί να ανα­γνω­ρί­ζο­νται διλ­λή­μα­τα όπως: α) προ­στα­σία του το­πι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ή ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής (για την προ­ώ­θη­ση των Β.ΑΠΕ), β) επι­δεί­νω­ση του βιο­τι­κού επι­πέ­δου των ερ­γα­ζο­μέ­νων και των φτω­χών λαϊ­κών στρω­μά­των προ­κει­μέ­νου να επω­μι­στούν το κό­στος ανά­σχε­σης της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής ή, από την άλλη, επι­δεί­νω­ση της υγεί­ας τους από την ατμο­σφαι­ρι­κή ρύ­παν­ση. Απαι­τεί­ται μια ταυ­τό­χρο­να τα­ξι­κή και οι­κο­λο­γι­κή στρα­τη­γι­κή σε αντί­θε­ση με κάθε αστι­κό σχέ­διο.

Άξο­νες για μια αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή και ρι­ζο­σπα­στι­κή οι­κο­λο­γι­κή στρα­τη­γι­κή

Η κλι­μα­τι­κή κρίση απο­τε­λεί προ­ε­ξάρ­χου­σα πα­ρά­με­τρο της ευ­ρύ­τε­ρης οι­κο­λο­γι­κής κρί­σης στην οποία βυ­θί­ζει ο κα­πι­τα­λι­σμός την οι­κό­σφαι­ρα. Απο­τε­λεί ει­δο­ποιό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του σύγ­χρο­νου κα­πι­τα­λι­σμού, που αφορά το γε­γο­νός ότι ο ρυθ­μός με­τα­σχη­μα­τι­σμού του βιο­φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ευ­θέ­ως αντα­γω­νί­ζε­ται τις βα­σι­κές βιο­γε­ω­χη­μι­κές διερ­γα­σί­ες του πλα­νή­τη, με­τα­βάλ­λο­ντας εκεί­νες τις ισορ­ρο­πί­ες της οι­κό­σφαι­ρας που επέ­τρε­ψαν την εξέ­λι­ξη του αν­θρώ­που και άλλων ειδών που συν­δέ­ο­νται στενά ως βιο­ε­ξε­λι­κτι­κές δια­δρο­μές. Το στοι­χείο αυτό χα­ρα­κτη­ρί­ζει ει­δι­κά τον Κα­πι­τα­λι­στι­κό Τρόπο Πα­ρα­γω­γής (ΚΤΠ), απο­τε­λώ­ντας σύγ­χρο­νη αντί­φα­σή του, που απει­λεί όχι γε­νι­κά τον πλα­νή­τη ή τη φύση,[37] αλλά το παρόν και το μέλ­λον των κοι­νω­νιών. Προ­φα­νώς λοι­πόν, πα­ρό­λο που κα­τα­χρη­στι­κά χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με τον κα­θιε­ρω­μέ­νο όρο αν­θρω­πο­γε­νής αιτία της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, δεν πρό­κει­ται γι’ αυτό. Η κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή πη­γά­ζει απο­κλει­στι­κά από τον κα­πι­τα­λι­στι­κό τρόπο πα­ρα­γω­γής και όχι γε­νι­κά και αφη­ρη­μέ­να από τον άν­θρω­πο ή τις τρο­φο­συλ­λε­κτι­κές κοι­νω­νί­ες, ή άλ­λους ιστο­ρι­κούς τρό­πους πα­ρα­γω­γής.

Η κλι­μα­τι­κή κρίση πη­γά­ζει από την ίδια τη δια­δι­κα­σία της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής σε διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη κλί­μα­κα, όπως επι­τάσ­σει η κα­πι­τα­λι­στι­κή συσ­σώ­ρευ­ση. Συ­νί­στα­ται δη­λα­δή στη διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη κλί­μα­κα της εκ­με­τάλ­λευ­σης των φυ­σι­κών δια­θε­σί­μων, με τη με­τα­τρο­πή τους σε ρύ­πους και σε κάθε εί­δους από­βλη­τα κατά τη δια­δι­κα­σία της διαρ­κούς με­γέ­θυν­σης (υπερ­βαί­νο­ντας τη φέ­ρου­σα ικα­νό­τη­τα των οι­κο­συ­στη­μά­των, δη­λα­δή την ικα­νό­τη­τα αφο­μοί­ω­σης και ανα­νέ­ω­σής τους), απο­τε­λώ­ντας την κύρια αιτία της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής. Προ­ϋ­πό­θε­ση αυτής της δια­δι­κα­σί­ας είναι βε­βαί­ως η εκ­με­τάλ­λευ­ση της ζω­ντα­νής ερ­γα­σί­ας για την επί­τευ­ξη του στό­χου της διαρ­κούς κε­φα­λαια­κής συσ­σώ­ρευ­σης. Συ­νε­πώς, η ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής κρί­σης θέτει επί τά­πη­τος την ανα­τρο­πή των κε­φα­λαιο­κρα­τι­κών σχέ­σε­ων πα­ρα­γω­γής, με επί­κε­ντρο τη συσ­σώ­ρευ­ση, αμ­φι­σβη­τώ­ντας τον ίδιο τον κι­νη­τή­ριο σκοπό που εμπε­ριέ­χει την ίδια την εκ­με­τάλ­λευ­ση.

Η αστι­κή προ­σέγ­γι­ση στο πα­ρα­πά­νω πρό­βλη­μα συ­νί­στα­ται στην απο­ϋ­λο­ποί­η­ση της πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή στη μεί­ω­ση των εισ­ρο­ών πρώ­των υλών και ενέρ­γειας ανά μο­νά­δα πα­ρα­γό­με­νου προ­ϊ­ό­ντος (ΑΕΠ) με διά­φο­ρα τε­χνο­λο­γι­κά μέσα, όπως για πα­ρά­δειγ­μα με την αύ­ξη­ση της ενερ­γεια­κής από­δο­σης. Όμως η δια­τά­ρα­ξη των βιο­γε­ω­χη­μι­κών ισορ­ρο­πιών δεν εξαρ­τά­ται από τους σχε­τι­κούς ρύ­πους ή τα από­βλη­τα που πα­ρά­γο­νται ανά μο­νά­δα ΑΕΠ, αλλά από την πο­σό­τη­τα αυτών σε από­λυ­τους αριθ­μούς. Όπως έχει απο­δεί­ξει η με­λέ­τη του 2000: «The weight of Nations: Material Outflows from Industrial Economies του World Recourses Institute», πα­ρό­τι στις βιο­μη­χα­νι­κές χώρες υπήρ­ξαν μειώ­σεις στις ανα­λο­γί­ες εκρο­ής υλών ανά μο­νά­δα ΑΕΠ, η κατά κε­φα­λή ροή απο­βλή­των έχει αυ­ξη­θεί, όπως επί­σης έχει αυ­ξη­θεί σε από­λυ­τους όρους τόσο η χρήση υλών και ενέρ­γειας, όσο και η εκροή υλι­κών στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον με μορφή απο­βλή­των, με κυ­ρί­αρ­χη πα­ρά­με­τρο την καύση ορυ­κτών καυ­σί­μων. Τα οφέλη επο­μέ­νως από την απο­δο­τι­κό­τη­τα των νέων τε­χνο­λο­γιών έχουν υπερ-αντι­σταθ­μι­στεί από τον ρυθμό οι­κο­νο­μι­κής με­γέ­θυν­σης.[38] Άλ­λω­στε ένας από του ιδρυ­τές της νε­ο­κλα­σι­κής σχο­λής της πο­λι­τι­κής, ο William Stanley Jevons, ήδη από το 1865 στο έργο του «The coal Question» δια­τύ­πω­σε αυτό που έγινε γνω­στό στα Οι­κο­λο­γι­κά Οι­κο­νο­μι­κά ως πα­ρά­δο­ξο του Jevons: «Πρό­κει­ται για από­λυ­τη εν­νοιο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση η υπό­θε­ση ότι η απο­δο­τι­κή χρήση καυ­σί­μων ισο­δυ­να­μεί με μεί­ω­ση της κα­τα­νά­λω­σής τους. Το εκ δια­μέ­τρου αντί­θε­το ισχύ­ει. Κατά κα­νό­να, νέες μέ­θο­δοι στην οι­κο­νο­μία θα οδη­γή­σουν σε μια αύ­ξη­ση της κα­τα­νά­λω­σης» .

Αν λοι­πόν πρώ­τος στρα­τη­γι­κός στό­χος στην ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής και της απο­κα­τά­στα­σης της οι­κο­λο­γι­κής ισορ­ρο­πί­ας είναι ο ίδιος ο στό­χος της ανά­πτυ­ξης, δη­λα­δή της κα­πι­τα­λι­στι­κής συσ­σώ­ρευ­σης, ποιο είναι το υπο­κεί­με­νο που μπο­ρεί να διεκ­δι­κή­σει αυτόν τον στόχο; Από τις συ­νέ­πειες τις κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής δια­πι­στώ­σα­με ήδη ότι αυτές πλήτ­τουν κατά πρώτο λόγο τα φτωχά στρώ­μα­τα, τους/τις ερ­γα­ζό­με­νους/ες και συ­νο­λι­κά τις υπο­τε­λείς τά­ξεις. Επι­πλέ­ον, το σχέ­διο πρά­σι­νου εκ­συγ­χρο­νι­σμού του κα­πι­τα­λι­σμού επι­χει­ρεί να με­τα­κυ­λή­σει το οι­κο­νο­μι­κό κό­στος της στα ίδια αυτά στρώ­μα­τα, τα οποία πα­ράλ­λη­λα θα υπο­στούν και τις αυ­ξα­νό­με­νες συ­νέ­πειες της κλι­μα­τι­κής κρί­σης. Είναι ως εκ τού­του προ­φα­νές πώς συ­ντί­θε­ται το κοι­νω­νι­κό υπο­κεί­με­νο που μπο­ρεί να ανα­λά­βει την πρω­το­βου­λία αυτής της σύ­γκρου­σης της επο­χής μας.

Σε αυτή την πο­ρεία προ­φα­νώς υπάρ­χουν με­τα­βα­τι­κά αι­τή­μα­τα και στό­χοι και δεν μπο­ρούν όλα να με­τα­τί­θε­νται αυ­τό­μα­τα στον στρα­τη­γι­κό στόχο ενός οι­κο­σο­σια­λι­στι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού. Για πα­ρά­δειγ­μα, στον τομέα της ενέρ­γειας ο πρώ­τος και βα­σι­κός στό­χος είναι η ανα­κο­πή της διαρ­κούς τάσης εκ­θε­τι­κής αύ­ξη­σης της κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­ρα­γω­γής και ζή­τη­σης ενέρ­γειας. Ο διε­θνής ορ­γα­νι­σμός ενέρ­γειας εκτι­μά ότι η πα­γκό­σμια ενερ­γεια­κή ζή­τη­ση ανα­μέ­νε­ται να αυ­ξη­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο από 33% μέχρι το 2035, αυτή η τάση ανα­τρέ­πει οποιον­δή­πο­τε τε­χνο­λο­γι­κό ή άλλο σχε­δια­σμό. Πέρα λοι­πόν από τους στό­χους ρα­γδαί­ας μεί­ω­σης των εκ­πο­μπών GHG’s, αλλά και ακρι­βώς προ­κει­μέ­νου να επι­τευ­χθούν αυτοί, η ενέρ­γεια πρέ­πει να με­τα­σχη­μα­τι­στεί σε μια διαρ­κώς μειού­με­νη «εισ­ροή» –ανα­γκαί­ος όρος– της κοι­νω­νι­κής πα­ρα­γω­γής και ανα­πα­ρα­γω­γής για την κά­λυ­ψη των συλ­λο­γι­κών κοι­νω­νι­κών ανα­γκών, στον αντί­πο­δα της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής αντί­λη­ψης που την αντι­με­τω­πί­ζει ως μια με­γι­στο­ποιού­με­νη «εκροή» –εμπό­ρευ­μα– ενός κε­ντρι­κό­τα­του κλά­δου, «αι­μο­δό­τη» της κα­πι­τα­λι­στι­κής συσ­σώ­ρευ­σης. Αυτό με τη σειρά του συ­νε­πά­γε­ται, ως προ­ϋ­πό­θε­ση, την ανά­κτη­ση του ελέγ­χου της ενέρ­γειας από την αγορά σε κα­θε­στώς δη­μό­σιου-κοι­νω­νι­κού αγα­θού, τον έλεγ­χο των πηγών ως κοι­νών αγα­θών και τον έλεγ­χο της πα­ρα­γω­γής από τους ερ­γα­ζό­με­νους και την κοι­νω­νία, από το επί­πε­δο του σχε­δια­σμού έως το επί­πε­δο της δια­νο­μής, ώστε αφε­νός μεν να επι­τυγ­χά­νο­νται οι κλι­μα­τι­κοί στό­χοι, αλλά πα­ράλ­λη­λα να εξα­σφα­λί­ζε­ται η μέ­γι­στη πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κή προ­στα­σία και η αντι­με­τώ­πι­ση της πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κής φτώ­χειας. Το πα­ρα­πά­νω πα­ρά­δειγ­μα δεί­χνει τη γε­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση, η οποία αφορά σαν ένα πρώτο βήμα την ανά­κτη­ση του ελέγ­χου κλά­δων και το­μέ­ων από την αγορά, που είναι κρί­σι­μοι τόσο για την αντι­με­τώ­πι­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, όσο και για την εξα­σφά­λι­ση των εντει­νό­με­νων συλ­λο­γι­κών κοι­νω­νι­κών ανα­γκών. Ταυ­τό­χρο­να, σε όλα τα μέτρα και τις πο­λι­τι­κές ανά­σχε­σης κρί­σι­μο στοι­χείο είναι ποιος επω­μί­ζε­ται το κό­στος, η κοι­νω­νία ή οι δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου (με μεί­ω­ση της κερ­δο­φο­ρί­ας τους). Αυτός θα είναι ένας κρί­σι­μος πα­ρά­γο­ντας στις συ­γκρού­σεις που θα ακο­λου­θή­σουν.

Στο πα­ρα­πά­νω πλαί­σιο μια πρώτη ατζέ­ντα άμε­σων αι­τη­μά­των θα μπο­ρού­σε να είναι : α) Ρα­γδαί­ες κα­θα­ρές μειώ­σεις εκ­πο­μπών GHG’s σε πα­γκό­σμιο επί­πε­δο με εκ­μη­δε­νι­σμό τους το 2050, β) πλήρη απε­ξάρ­τη­ση των οι­κο­νο­μιών των ανα­πτυγ­μέ­νων χωρών από τον άν­θρα­κα έως το 2050, γ) ανά­κτη­ση των κρί­σι­μων πόρων ως κοινά αγαθά (ενερ­γεια­κές πηγές, υδα­τι­κά απο­θέ­μα­τα, ΑΠΕ, κρί­σι­μα χερ­σαία και θα­λάσ­σια οι­κο­συ­στή­μα­τα κλπ), δ) άμεση δρα­στι­κή κα­θα­ρή εξοι­κο­νό­μη­ση ενέρ­γειας σε βιο­μη­χα­νία, γε­ωρ­γία, κτι­ρια­κό τομέα, με­τα­φο­ρές, συ­γκοι­νω­νί­ες, ε) άμεση ανα­κο­πή κάθε νέας εξό­ρυ­ξης ορυ­κτών καυ­σί­μων, στ) ανα­κο­πή της προ­ώ­θη­σης ως γε­ω­φυ­σι­κού πει­ρά­μα­τος με­γά­λων ομί­λων, με στόχο τον εξω­ραϊ­σμό του άν­θρα­κα, των τε­χνο­λο­γιών δέ­σμευ­σης και απο­θή­κευ­σης άν­θρα­κα (CCS), συ­νο­λι­κά των τε­χνο­λο­γιών αρ­νη­τι­κών εκ­πο­μπών, τε­χνο­λο­γιών γε­ω­μη­χα­νι­κής (π.χ. Δια­χεί­ρι­ση της ηλια­κής ακτι­νο­βο­λί­ας) με στρο­φή στη δρα­στι­κή μεί­ω­ση των κα­θα­ρών εκ­πο­μπών, ζ) καμιά νέα εγκα­τά­στα­ση πυ­ρη­νι­κής ενέρ­γειας και ορι­σμός χρο­νο­δια­γραμ­μά­των για το ορι­στι­κό κλεί­σι­μο των υπαρ­χου­σών, η) απόρ­ρι­ψη της πα­ρα­γω­γής βιο­καυ­σί­μων από ενερ­γεια­κές καλ­λιέρ­γειες, θ) άμεσα μέτρα για το στα­μά­τη­μα της απο­δά­σω­σης και την προ­ώ­θη­ση με­γά­λης κλί­μα­κας ανα­δα­σώ­σε­ων και ανα­γέν­νη­σης των δασών, ι) ανα­διάρ­θρω­ση των υδρο­βό­ρων καλ­λιερ­γειών και ενί­σχυ­σης της πα­ρα­γω­γής βιο­λο­γι­κών προ­ϊ­ό­ντων με σε­βα­σμό στη βιο­ποι­κι­λό­τη­τα των οι­κο­συ­στη­μά­των, κ) δε­σμευ­τι­κή και επαρ­κή χρη­μα­το­δο­τι­κή υπο­στή­ρι­ξη –όχι με τη μορφή δα­νεί­ου– για τη δη­μιουρ­γία υπο­δο­μών από τις «ανα­πτυγ­μέ­νες» προς τις χώρες του πα­γκό­σμιου Νότου και τις πιο ευά­λω­τες κοι­νό­τη­τες, τόσο για την ανά­σχε­ση, όσο και για την αντι­με­τώ­πι­ση των συ­νε­πειών της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής. Το ύψος της απο­λύ­τως ανα­γκαί­ας χρη­μα­το­δο­τι­κής υπο­στή­ρι­ξης που απαι­τεί­ται, ανέρ­χε­ται στα, κατ’ ελά­χι­στον, 100 δις ευρώ ετη­σί­ως το 2020. λ) Δρα­στι­κή πε­ρι­κο­πή εξο­πλι­στι­κών δα­πα­νών με με­τα­φο­ρά των πόρων σε δη­μό­σια μέτρα και υπο­δο­μές για την ανά­σχε­ση της κλι­μα­τι­κής αλ­λα­γής, και μ) προ­στα­σία και δια­σφά­λι­ση των δι­καιω­μά­των των πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών προ­σφύ­γων.

Τα επό­με­να χρό­νια οι αγώ­νες για την ανά­σχε­ση της οι­κο­λο­γι­κής και κλι­μα­τι­κής κρί­σης είναι πι­θα­νό να πά­ρουν με­γά­λη έκτα­ση και να απο­κτή­σουν ιδιαί­τε­ρη μα­ζι­κό­τη­τα. Κατά το πα­ρελ­θόν, αλλά και σή­με­ρα, υπάρ­χουν πολ­λές δυ­νά­μεις που δρα­στη­ριο­ποιού­νται σε αυτή την κα­τεύ­θυν­ση, συ­στη­μι­κά κόμ­μα­τα, με­γά­λες ΜΚΟ, συ­στη­μι­κά ιν­στι­τού­τα, ορ­γα­νι­σμοί κ.ά. Για τα ρεύ­μα­τα που κι­νού­νται σε μια αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση, συ­ναρ­θρώ­νο­ντας την τα­ξι­κή και ρι­ζο­σπα­στι­κή οι­κο­λο­γι­κή διά­στα­ση, αυτή θα είναι μια με­γά­λη πρό­κλη­ση. Είναι απα­ραί­τη­το λοι­πόν να εί­μα­στε πα­ρό­ντες/ούσες σε όλους τους κι­νη­μα­τι­κούς αγώ­νες και τις διεκ­δι­κή­σεις, τις μα­ζι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις στο δρόμο, δια­τη­ρώ­ντας πάντα την αυ­το­νο­μία του πο­λι­τι­κού μας λόγου και των θέ­σε­ών μας, με το βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στη μα­ζι­κή πα­ρέμ­βα­ση χωρίς σε­χτα­ρι­σμούς και εκ­πτώ­σεις. Ο δρό­μος είναι μπρο­στά μας.

ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ1. Η ιστο­ρία του corporate greenwashing ανά­γε­ται στη δε­κα­ε­τία του ’60, όταν το πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κό κί­νη­μα και το κί­νη­μα ενά­ντια στην πυ­ρη­νι­κή ενέρ­γεια ανα­πτύσ­σο­νταν. Σε αυτό το πε­ρι­βάλ­λον η εται­ρεία πα­ρα­γω­γής πυ­ρη­νι­κής ενέρ­γειας Westinghouse προ­ώ­θη­σε μια σειρά δια­φη­μί­σε­ων για το πόσο κα­θα­ρή και ασφα­λής ήταν η πα­ρα­γω­γή της. Στα μέσα του ’80 ακο­λού­θη­σε η Chevron με μια κα­μπά­νια ακρι­βών δια­φη­μί­σε­ων σε έντυ­πο και ηλε­κτρο­νι­κό τύπο, που προ­έ­βαλ­λαν το φι­λο­πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κό προ­φίλ της. Ο όρος βέ­βαια προ­ήλ­θε από τον πε­ρι­βαλ­λο­ντι­στή Jay Westerveld σε ένα άρθρο του το 1986. Δες και: Watson, Bruce. The troubling evolution of corporate greenwashing [online]. Chain Reaction, No. 129, Apr 2017: 38-40. https://​search.​informit.​com.​au/​fullText;dn=766428450523476;res=IELHSS. Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση στις κα­μπά­νιες του corporate greenwash κυ­ριαρ­χούν: η απου­σία απο­δεί­ξε­ων, οι ψευ­δείς ισχυ­ρι­σμοί, οι αό­ρι­στες και πα­ρα­πλα­νη­τι­κές ανα­φο­ρές, η προ­ώ­θη­ση απο­σπα­σμα­τι­κών και άσχε­των με­μο­νω­μέ­νων πλη­ρο­φο­ριών, είτε ακόμα και η πα­ρου­σί­α­ση, ως πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά υπεύ­θυ­νων, πρα­κτι­κών που επι­βάλ­λο­νται υπο­χρε­ω­τι­κά από τον νόμο.

2. https://​www.​hellas-​gold.​com/​prota-​to-​perivallon/​apo​kata​stas​i/

https://​www.​hellas-​gold.​com/​prota-​to-​perivallon/

3. https://​www.​typosthes.​gr/​koinonia/​203974_​diakrisi-​gia-​programma-​per​ibal​lont​ikis-​apo​kata​stas​is-​tis-​ellinikos-​hrysos

4. https://​www.​un.​org/​en/​cli​mate​chan​ge/​un-​climate-​summit-​2019.​shtml

5. https://​unfccc.​int/​cop25

6. Εν­δει­κτι­κά: https://​www.​theguardian.​com/​com​ment​isfr​ee/​2019/​dec/​21/​un-​climate-​talks-​deadlock-​cop25

https://​www.​dem​ocra​cyno​w.​org/​2019/​12/​16/​cop25_​failure_​asad_​rehman_​tasneem_​essop

https://​www.​euronews.​com/​2019/​12/​10/​cop25-​is-​a-​failure-​say-​climate-​activists

7. https://​unfccc.​int/​news/​statement-​by-​the-​un-​secretary-​general-​antonio-​guterres-​on-​the-​outcome-​of-​cop25

8. Ο όρος global warming ένα­ντι του κα­θιε­ρω­μέ­νου climate change ίσως είναι ορ­θό­τε­ρος, γιατί πα­ρα­πέ­μπει απευ­θεί­ας στην υπερ­θέρ­μαν­ση του πλα­νή­τη από την πα­ρα­γω­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα σε αντί­θε­ση με τον όρο κλι­μα­τι­κή αλ­λα­γή που ηχεί πιο ου­δέ­τε­ρος, αφή­νο­ντας πε­ρι­θώ­ρια απο­δο­χής, αλλά και αμ­φι­σβή­τη­σης της αν­θρω­πο­γε­νούς προ­έ­λευ­σης και επί­κλη­σης φυ­σι­κών διερ­γα­σιών και αι­τί­ων.

9. Arhens D. C., Henson R., (2016), Meteorology Today: An Introduction to Weather, Climate, and the Environment, Cengage Learning, p.50

10. https://​climate.​nasa.​gov/​evidence/

11. https://​www.​co2.​earth/

12. Lindsay R., 2019 Climate Change: Atmospheric Carbon Dioxide, NOAA

13. https://​www.​anu.​edu.​au/​news/​all-​news/​the-​three-​minute-​story-​of-​800000-​years-​of-​climate-​change-​with-​a-​sting-​in-​the-​tail

14. Ο μη­χα­νι­σμός συ­σχέ­τι­σης είναι αρ­κε­τά πο­λύ­πλο­κος και δεν χρειά­ζε­ται να πε­ρι­γρα­φεί στο παρόν άρθρο.

15. IPCC Press Release, 2014

https://​archive.​ipcc.​ch/​pdf/​ar5/​prpc_​syr/​11022014_​syr_​copenhagen.​pdf

16. Τα πα­ρα­κά­τω στοι­χεία αντλού­νται από: IPCC, 2014: Climate Change 2014: Synthesis Report

https://​www.​ipcc.​ch/​site/​assets/​uploads/​2018/​02/​SYR_​AR5_​FINAL_​full.​pdf και από,

ΙPCC, 2013: Climate Change 2013: The Physical Science Basis. Contribution of Working Group I

https://​www.​ipcc.​ch/​site/​assets/​uploads/​2018/​02/​WG1AR5_​all_​final.​pdf

17. GtC: γι­γα­τό­νοι άν­θρα­κα. Ένας γι­γα­τό­νος ισού­ται με ένα δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο τό­νους, 1Gt= 109 t.  Ένας γι­γα­τό­νος άν­θρα­κα ισο­δυ­να­μεί με 3,67 γι­γα­τό­νους  CO2, 1 GtC = 3,67 GtCΟ2.

18. Τα τέσ­σε­ρα αυτά σε­νά­ρια είναι τα RCP2.6, RCP4.5, RCP6.0 και RCP8.5 με μέσο σω­ρευ­τι­κών εκ­πο­μπών CO2 για την πε­ρί­ο­δο 2012-2100, εκ­φρα­σμέ­νο σε GtC, 270, 780, 1.060, 1.685 αντί­στοι­χα.

19. Σε άρθρο του Nature του 2009 υπο­λο­γί­στη­κε ότι αν προ­χω­ρού­σα­με στην καύση μόνο των απο­δε­δειγ­μέ­να οι­κο­νο­μι­κά εκ­με­ταλ­λεύ­σι­μων ορυ­κτών καυ­σί­μων –όχι των επι­βε­βαιω­μέ­νων κοι­τα­σμά­των, πολύ δε πε­ρισ­σό­τε­ρο των δυ­νη­τι­κών απο­θε­μά­των κλπ – θα εκλύ­α­με στην ατμό­σφαι­ρα με­τα­ξύ 2.541 και 3.089 GtCO2, δη­λα­δή με­τα­ξύ 692 και 841 GtC. Σή­με­ρα 11 χρό­νια μετά, το ποσό αυτό είναι πολύ με­γα­λύ­τε­ρο με τις νέες με­θό­δους εξό­ρυ­ξης και τα νέα κοι­τά­σμα­τα που έχουν προ­στε­θεί ιδιαί­τε­ρα των μη συμ­βα­τι­κών ορυ­κτών καυ­σί­μων.

Meinshausen, M., Meinshausen, N., Hare, W. et al. Greenhouse-gas emission targets for limiting global warming to 2°CNature 4581158–1162 (2009).

20. IPCC, Climate Change 2007: Synthesis Report, p., 51, http://​www.​ipcc.​ch/​pdf/​assessment-​report/​ar4/​syr/​ar4_​syr.​pdf

21. Andrew Jordan, Tim Rayner, Heike Schroeder, Neil Adger, Kevin Anderson, Alice Bows, Corinne Le Quéré, Manoj Joshi, Sarah Mander, Nem Vaughan & Lorraine Whitmarsh (2013), Going beyond two degrees? The risks and opportunities of alternative options, Climate Policy, 13:6, p. 753,

22. IPCC, 2018: Global Warming of 1.5°C. An IPCC Special Report on the impacts of global warming of 1.5°C above pre-industrial levels and related global greenhouse gas emission pathways, in the context of strengthening the global response to the threat of climate change, sustainable development, and efforts to eradicate poverty.

https://​www.​ipcc.​ch/​site/​assets/​uploads/​sites/​2/​2019/​06/​SR15_​Full_​Report_​High_​Res.​pdf

23. IPCC, 2019: Summary for Policymakers. In: IPCC Special Report on the Ocean and Cryosphere in a Changing Climate. https://​www.​ipcc.​ch/​site/​assets/​uploads/​sites/​3/​2019/​11/​03_​SROCC_​SPM_​FINAL.​pdf

24. OECD (2012), Environmental Outlook to 2050, p.,218-223

25. UNDP (2007), Human Development Report 2007/2008, Fighting climate change, pp., 8-10

26. https://​mig​rati​onda​tapo​rtal.​org/​themes/​env​iron​ment​al_​migration

27. The Stern Review (2006), The Economics of Climate Change

http://​uni​onsf​oren​ergy​demo​crac​y.​org/​wp-​content/​uploads/​2015/​08/​sternrevi…

28. Williamson, ed. J. Williamson, What Washington Means by Policy Reform in Latin American Adjustment: How Much Has Happened?, Washington Institute for International Economics, 1990.

29. Θα μπο­ρού­σα­με να πούμε πολλά για την ενερ­γεια­κή πο­λι­τι­κή που εφαρ­μό­ζε­ται σή­με­ρα τόσο στον τομέα των ορυ­κτών καυ­σί­μων, όσο και στον τομέα των Α.Π.Ε.  και για τις κοι­νω­νι­κές και πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές της συ­νέ­πειες, στο πλαί­σιο της εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση της ενέρ­γειας, με ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση του κλά­δου και απορ­ρύθ­μι­ση της αγο­ράς, αλλά αυτό είναι αντι­κεί­με­νο άλλης ανά­λυ­σης.

30. http://​www.​rae.​gr/​site/​file/​categories_​new/​global_​regulation/​global_​national/​global_​national_​laws/​N_​3851_​2010?​p=file&​i=0

31. http://​www.​rae.​gr/​site/​file/​categories_​new/​global_​regulation/​global_​national/​global_​national_​laws/​N_​4001_​2011?​p=file&​i=0

32. https://​twitter.​com/​rea​lDon​aldT​rump/​status/​265​8952​9219​1248​385

33. Εδώ μπο­ρεί­τε να βρεί­τε κω­δι­κο­ποι­η­μέ­να και συ­γκε­ντρω­μέ­να τα επι­χει­ρή­μα­τα του lobby των αρ­νη­τών και τις απα­ντή­σεις σε αυτά. https://​ske​ptic​alsc​ienc​e.​com/​argument.​php

34. Powel  J., (2019), Scientists Reach 100% Consensus on Anthropogenic Global Warming. Bulletin of Science, Technology & Society, Vol. 37, issue 4, pp. 183-184.

35. Cook J. et al, (2016), Consensus on Consensus: a synthesis of consensus estimates on human-caused global warming, Environmental Research Letters, Vol. 11, n.4.

https://​iopscience.​iop.​org/​article/​10.​1088/​1748-​9326/​11/​4/​048002/​pdf

36. Ει­δι­κά για το Green New Deal ανα­φε­ρό­μα­στε στις αστι­κές εκ­δο­χές του (και όχι σε ορι­σμέ­νες ρι­ζο­σπα­στι­κές που απαι­τούν ξε­χω­ρι­στή συ­ζή­τη­ση) όπως αυτές προ­ω­θού­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια εντο­νό­τα­τα τόσο από ΜΚΟ, όσο όμως και ως πεδίο κρα­τι­κών και δια­κρα­τι­κών πο­λι­τι­κών.  Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή πε­ρί­πτω­ση είναι η πα­ρου­σί­α­ση από την Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή του European Green New Deal τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βρη, με κε­ντρι­κό αντι­κεί­με­νο την κλι­μα­τι­κή ου­δε­τε­ρό­τη­τα.

https://​ec.​europa.​eu/​info/​strategy/​priorities-​2019-​2024/​european-​green-​deal_​en

https://​ec.​europa.​eu/​info/​pub​lica​tion​s/​com​muni​cati​on-​european-​green-​deal_​en

37. Ο πλα­νή­της και ο έμ­βιος κό­σμος υπήρ­ξαν πολύ πριν την εμ­φά­νι­ση του αν­θρώ­πι­νου εί­δους και ιδιαί­τε­ρα πριν την εξέ­λι­ξη των αν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νιών.

38. Φό­στερ Τ. Μ., (2005), Οι­κο­λο­γία και Κα­πι­τα­λι­σμός, Αθήνα, Με­ταίχ­μιο, σσ. 45-47.

/rproject.gr