Και εξοπλισµοί και διάλογος

Και εξοπλισµοί και διάλογος

  • |

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισµός συνεχίζεται

Το µπρα ντε φερ του αντα­γω­νι­σµού στην ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο πέ­ρα­σε µέσα στο κα­λο­καί­ρι από µια «καυτή» φάση.

Μια πε­ρί­ο­δο όπου το «θερµό επει­σό­διο» -είτε ως «ατύ­χη­µα» είτε ως από­φα­ση «κλι­µά­κω­σης» της µιας ή της άλλης πλευ­ράς- υπήρ­ξε µια κα­θη­µε­ρι­νή απει­λή. Και µε την κα­τά­στα­ση πνευ­µά­των που επι­κρα­τεί και στις δύο χώρες, είχε γίνει αµφί­βο­λο το αν ένα τέ­τοιο «επει­σό­διο» θα ήταν εφι­κτό να ελεγ­χθεί, ή οι δύο χώρες θα κα­τρα­κυ­λού­σαν σε ένα γε­νι­κευ­µέ­νο πό­λε­µο. Η επί­γνω­ση των κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων και στις δυο πλευ­ρές του Αι­γαί­ου για τις κα­τα­στρε­πτι­κές συ­νέ­πειες αυτού του εν­δε­χο­µέ­νου, όπως και η επί­γνω­ση των Με­γά­λων Δυ­νά­µε­ων για τον κίν­δυ­νο χα­ο­τι­κών εξε­λί­ξε­ων, µοιά­ζει να αλ­λά­ζουν τη συ­γκυ­ρία.

Αντώνης Νταβανέλος

Στην Τουρ­κία, η φωνή για µε­τα­τό­πι­ση ακού­στη­κε πιο κα­θα­ρά (Τσα­βού­σο­γλου: Ο Ερ­ντο­γάν οφεί­λει επει­γό­ντως να αφή­σει χώρο στη δι­πλω­µα­τία) και το Oruc Reiss απο­σύρ­θη­κε –έστω προ­σω­ρι­νά– στο λι­µά­νι του. Στην Αθήνα, η µε­τα­τό­πι­ση έγινε πιο έµµε­σα: Ανά­µε­σα στις γρα­µµές κει­µέ­νων του Δέν­δια και δια­κε­κρι­µέ­νων εκ­προ­σώ­πων της γρα­φειο­κρα­τί­ας του «βα­θιού κρά­τους» δια­πι­στω­νό­ταν µια στρο­φή προς τις δια­δι­κα­σί­ες δια­λό­γου (Ουπς! Διε­ρευ­νη­τι­κών επα­φών…).

Η Σύ­νο­δος Κο­ρυ­φής της ΕΕ, στις 24 και 25 Σε­πτέ­µβρη, είχε προ­γρα­µµα­τι­στεί ως η στι­γµή της επι­βο­λής κυ­ρώ­σε­ων στην Τουρ­κία, που µέσα στις συν­θή­κες όξυν­σης της οι­κο­νο­µι­κής κρί­σης θα µπο­ρού­σαν να λει­τουρ­γή­σουν στραγ­γα­λι­στι­κά. Μετά την από­συρ­ση του Oruc Reiss, η ατζέ­ντα µε­τα­το­πί­ζε­ται προς τα θέ­µα­τα ανά­λη­ψης πρω­το­βου­λί­ας της ΕΕ –υπό γε­ρµα­νι­κή προ­ε­δρία– για την ορ­γά­νω­ση του ελ­λη­νο­τουρ­κι­κού δια­λό­γου. Μένει ανοι­χτό το αν οι κυ­ρώ­σεις θα απο­φα­σι­στούν και θα µεί­νουν ως «εφε­δρεία» για το εν­δε­χό­µε­νο αλ­λα­γής της τουρ­κι­κής στά­σης.

Είναι φα­νε­ρό ότι η κυ­βέρ­νη­ση Μη­τσο­τά­κη ξα­νοί­γε­ται στην προ­ο­πτι­κή του δια­λό­γου. Αυτό δεν έχει καµία σχέση µε υπο­χω­ρη­τι­κή στάση. Την ίδια στι­γµή, ο Μη­τσο­τά­κης εξήγ­γει­λε ένα µε­γά­λο εξο­πλι­στι­κό πρό­γρα­µµα που διεκ­δι­κεί το πο­λε­µι­κό «πλε­ο­νέ­κτη­µα» στην πε­ριο­χή και µια πρω­το­φα­νή φι­λο­µι­λι­τα­ρι­στι­κή στρο­φή που πε­ρι­λα­µβά­νει την αύ­ξη­ση της θη­τεί­ας και τη στρά­τευ­ση στα 18, την πρό­σλη­ψη 15.000 επαγ­γε­λµα­τιών-οπλι­τών, και την ανά­θε­ση στο στρα­τό ενός κε­ντρι­κού οι­κο­νο­µι­κούς και τε­χνο­λο­γι­κού ρόλου.

Στο δι­πλω­µα­τι­κό πεδίο, οι θέ­σεις της Αθή­νας υπο­στη­ρί­ζο­νται από ένα µε­γά­λο φάσµα: Στην κο­ρυ­φή είναι οι ΗΠΑ («Το βαθύ κα­τε­στη­µέ­νο των ΗΠΑ διεύ­ρυ­νε τη στρα­τιω­τι­κή πα­ρου­σία στην χώρα µας, δη­µιουρ­γώ­ντας συν­θή­κες εν­δε­χό­µε­νης ανα­δί­πλω­σης από την Τουρ­κία στη χώρα µας», Κων­στα­ντί­νος Αρ­βα­νι­τό­που­λος, Το Νέο Ανα­το­λι­κό Ζή­τη­µα). Ακο­λου­θεί η ΕΕ, µε µπρο­στά­ρη τον Μα­κρόν που πα­ρέ­χει, µε το αζη­µί­ω­το, Raffale και Belharra. Δε­δο­µέ­νοι είναι το Κρά­τος του Ισ­ρα­ήλ και η δι­κτα­το­ρία του Σίσι στην Αί­γυ­πτο. Προ­σφά­τως, έδει­ξαν προ­θυ­µία να εντα­χθούν στον «άξονα» τα Εµι­ρά­τα και άλλοι µο­νάρ­χες του Κόλ­που.

Γι’ αυτό, κάθε κρι­τι­κή στο Μη­τσο­τά­κη για εν­δο­τι­σµό (όπως επι­χεί­ρη­σε ο Τσί­πρας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη) είναι κα­τα­δι­κα­σµέ­νη σε πλήρη απο­τυ­χία και σε ντρο­πια­στι­κή ανα­δί­πλω­ση. Η κυ­βέρ­νη­ση θέ­το­ντας σκλη­ρές «κόκ­κι­νες γρα­µµές» (ένα και µόνο θέµα: οριο­θέ­τη­ση θα­λάσ­σιων ζωνών) προ­ε­τοι­µά­ζε­ται –και προ­ε­τοι­µά­ζει την κοινή γνώµη– για «επι­θε­τι­κό διά­λο­γο», όπου θα επι­διώ­ξει να κα­το­χυ­ρώ­σει το µέ­γι­στο δυ­να­τό των ελ­λη­νι­κών επι­διώ­ξε­ων στην ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο.

Τα πρά­γµα­τα, βε­βαί­ως, µόνο ανέ­φε­λα δεν είναι.

Στο µε­τα­ξύ, η Τουρ­κία µε το σύ­µφω­νο µε τη Λιβύη (που έχει κα­τα­θέ­σει προς έγκρι­ση στον ΟΗΕ τις συ­ντε­τα­γµέ­νες του), υπο­γρα­µµί­ζει ότι οι ΑΟΖ δεν «κη­ρύσ­σο­νται µο­νο­µε­ρώς», αλλά οριο­θε­τού­νται µε συ­µφω­νί­ες χωρών και όποιος αντι­λέ­γει µπο­ρεί να κα­τα­φύ­γει στη Χάγη. Η ελ­λη­νο-ιτα­λι­κή συ­µφω­νία ανέ­δει­ξε ότι η επέ­κτα­ση των χω­ρι­κών υδά­των στα 12 ν.µ. δεν είναι «µο­νο­µε­ρές δι­καί­ω­µα», αλλά µπο­ρεί να προ­κύ­ψει µόνο από δι­µε­ρείς συ­µφω­νί­ες γει­το­νι­κών χωρών, συ­µφω­νί­ες που µπο­ρεί να πε­ρι­λα­µβά­νουν δευ­τε­ρεύ­ο­ντες ή ση­µα­ντι­κούς συ­µβι­βα­σµούς. Η ελ­λη­νο-αι­γυ­πτια­κή συ­µφω­νία απέ­δει­ξε ότι το κρί­σι­µο ερώ­τη­µα δεν είναι το αν τα νησιά έχουν ή όχι ΑΟΖ (όπως βλα­κω­δώς ισχυ­ρι­ζό­µα­στε ότι υπο­στη­ρί­ζει η Τουρ­κία…) αλλά το σε τι βαθµό τα νησιά µπο­ρούν να κα­θο­ρί­ζουν την ΑΟΖ («επή­ρεια»…) ώστε να προ­κύ­πτει «δί­καιο απο­τέ­λε­σµα», ακόµα κι αν µι­λά­µε για µε­γά­λα κα­τοι­κη­µέ­να νησιά όπως η Κρήτη και η Ρόδος και όχι για ακα­τοί­κη­τες βρα­χο­νη­σί­δες…

Δη­λα­δή, έχει πα­ρου­σια­στεί επί σκη­νής όλη η πο­λυ­πλο­κό­τη­τα και αντι­φα­τι­κό­τη­τα του λε­γό­µε­νου «Διε­θνούς Δι­καί­ου», δι­καιώ­νο­ντας τις φωνές, όπως του Ρο­ζά­κη, που προει­δο­ποιού­σαν για τον κίν­δυ­νο εγκλω­βι­σµού της κοι­νής γνώ­µης σε «µα­ξι­µα­λι­στι­κές» κα­τα­νο­ή­σεις του Διε­θνούς Δι­καί­ου.

Αυτή η σύν­θε­τη πρα­γµα­τι­κό­τη­τα γί­νε­ται κα­τα­νοη­τή από τµή­µα­τα του πο­λι­τι­κού προ­σω­πι­κού και στε­λέ­χη του κρά­τους που αρ­χί­ζουν, στα­δια­κά, να ανοί­γουν το δη­µό­σιο διά­λο­γο στα πιο βαθιά. Ας δούµε µε­ρι­κούς από αυ­τούς:

Ο Ευαγγ. Βε­νι­ζέ­λος στο νέο του βι­βλίο (Οριο­θέ­τη­ση Θα­λασ­σί­ων Ζωνών και Ελ­λη­νο­τουρ­κι­κές Σχέ­σεις) υπο­γρα­µµί­ζει ότι µια «λύση» πρέ­πει να επι­διω­χθεί τώρα: «Το φυ­σι­κό αντι­κεί­µε­νο, µε την πά­ρο­δο του χρό­νου, µπο­ρεί να απα­ξιω­θεί». Τι εν­νο­εί η γη­ραιά αλε­πού της φι­λε­λέ σο­σιαλ­δη­µο­κρα­τί­ας, που µόνο για διε­θνι­σµό δεν µπο­ρεί να κα­τη­γο­ρη­θεί; Αφε­νός, ότι η χρη­σι­µό­τη­τα και η οι­κο­νο­µι­κή (κατά συ­νέ­πεια και δι­πλω­µα­τι­κή…) ση­µα­σία των κοι­τα­σµά­των υδρο­γο­ναν­θρά­κων µπο­ρεί να υπο­βα­θµι­στεί σχε­τι­κά γρή­γο­ρα, µέσα στις διε­θνείς συν­θή­κες της κλι­µα­τι­κής αλ­λα­γής. Την άποψη αυτή συ­µµε­ρί­ζο­νται πολ­λοί «εµπει­ρο­γνώ­µο­νες» των εξο­ρύ­ξε­ων, που αµφι­βά­λουν για την εµπο­ρι­κή βιω­σι­µό­τη­τα του East Med. Αφε­τέ­ρου, ότι η δι­πλω­µα­τι­κή ισχύς της Αθή­νας µπο­ρεί να υπο­βα­θµι­στεί σε βάθος χρό­νου, αν οι Με­γά­λες Δυ­νά­µεις (ή κά­ποιες…) αλ­λά­ξουν στάση σε βάθος χρό­νου. Για τη λύση τώρα, ο Βε­νι­ζέ­λος προ­τεί­νει την επα­νέ­ναρ­ξη διε­ρευ­νη­τι­κών επα­φών για την οριο­θέ­τη­ση, την επα­νά­λη­ψη επα­φών για τα Μέτρα Οι­κο­δό­µη­σης Εµπι­στο­σύ­νης, και «τη δια­µόρ­φω­ση σχή­µα­τος (!) υπό την εγ­γύ­η­ση της ΕΕ για τη συ­µµε­το­χή των Τουρ­κο­κυ­πρί­ων (!!) στα µελ­λο­ντι­κά κέρδη από την κυ­πρια­κή ΑΟΖ», ξε­περ­νώ­ντας κατά πολύ την κυ­βερ­νη­τι­κή γρα­µµή του «ενός και µόνο θέ­µα­τος».

Στο «Βήµα» της Κυ­ρια­κής, ο πρέ­σβης και πρώην σύ­µβου­λος του Υπ. Εξ., Π. Ιω­α­κει­µί­δης, δη­λώ­νει ότι ο διά­λο­γος θα κα­τα­λή­ξει, στην πράξη, να πε­ρι­λα­µβά­νει 10 θέ­µα­τα: Την οριο­θέ­τη­ση ΑΟΖ, την επή­ρεια ορι­σµέ­νων (!) νη­σιών, τον µη εγκλω­βι­σµό άλλων ελ­λη­νι­κών νη­σιών σε τουρ­κι­κή υφα­λο­κρη­πί­δα, τον τρόπο επέ­κτα­σης στα 12 ν.µ. ώστε «να µην απο­κλεί­ε­ται η Τουρ­κία από πρό­σβα­ση στην ανοι­χτή θά­λασ­σα», την ενα­ρµό­νι­ση (!) του ενα­έ­ριου χώρου µε τα χω­ρι­κά ύδατα, τη νέα σχέση ΕΕ-Τουρ­κί­ας, τις πτυ­χές ασφά­λειας (!!) του κυ­πρια­κού ζη­τή­µα­τος κ.ά.

Είναι φα­νε­ρό ότι ο «διά­λο­γος» είναι µια δια­δι­κα­σία όπου «ο τρα­χα­νάς θα ανοί­ξει» προς συ­νο­λι­κή διευ­θέ­τη­ση.

Και φυ­σιο­λο­γι­κά. Η άλλη πλευ­ρά έχει ισχυ­ρι­σµούς κι επι­χει­ρή­µα­τα πιο σύν­θε­τα απ’ ό,τι (συ­νη­θί­ζου­µε να) πι­στεύ­ου­µε. Για πα­ρά­δει­γµα, ένας λε­γό­µε­νος «πα­τριω­τι­κός χώρος» που συ­νη­θί­ζει να ανα­φέ­ρε­ται στη Συν­θή­κη της Λο­ζα­νης, αν την είχε έστω επι­φα­νεια­κά δια­βά­σει, θα γνώ­ρι­ζε ότι η στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­ση των νη­σιών του ανα­το­λι­κού Αι­γαί­ου απα­γο­ρεύ­ε­ται από αυτήν ακρι­βώς τη Συν­θή­κη, καθώς και ότι δια της υπο­γρα­φής του Ελ. Βε­νι­ζέ­λου το ελ­λη­νι­κό κρά­τος έχει ανα­γνω­ρί­σει ως «λυ­µέ­νο» το πρό­βλη­µα της εθνι­κής κυ­ριαρ­χί­ας µόνο στα νησιά που ανα­φέ­ρο­νται ονο­µα­στι­κά σε αυτήν. Ότι, επί­σης, η Συν­θή­κη του Πα­ρι­σιού έδωσε στην Ελ­λά­δα το σύ­µπλε­γµα των Δω­δε­κα­νή­σων και όχι 3.000 βρα­χο­νη­σί­δες και βρά­χους του Αι­γαί­ου.

Θα πρό­κει­ται λοι­πόν για µια δια­δι­κα­σία εξαι­ρε­τι­κά αστα­θή και αβέ­βαια που, ανά πάσα στι­γµή, θα µπο­ρεί να γυ­ρί­σει στο αντί­θε­τό της, στη µέ­θο­δο πρό­κλη­σης τε­τε­λε­σµέ­νων, στην ανα­µέ­τρη­ση και στην απει­λή πο­λέ­µου. Το γε­γο­νός ότι ο «διά­λο­γος» θα ορ­γα­νω­θεί µέσα στο ευ­ρω-ατλα­ντι­κό διαι­τη­τι­κό πλαί­σιο, όχι µόνο δεν πρέ­πει να εφη­συ­χά­ζει αλλά αντί­θε­τα να µας κάνει όλους πιο κα­χύ­πο­πτους. Οι στρο­φές των Με­γά­λων Δυ­νά­µε­ων στην ιστο­ρία της πε­ριο­χής (µε τε­λευ­ταίο τρα­γι­κό «επει­σό­διο» το 1922) είναι πα­ρά­γο­ντας ερµη­νεί­ας µε­γά­λων κα­τα­στρο­φών.

Η µε­γά­λη πλειο­ψη­φία των αν­θρώ­πων, αν ερω­τη­θεί, αν θέλει διά­λο­γο ή ανα­µέ­τρη­ση, θα τα­χθεί ανα­µφι­σβή­τη­τα υπέρ της ει­ρη­νι­κής µε­θό­δου. Αυτό επι­βε­βαιώ­θη­κε στις µε­τρή­σεις της κοι­νής γνώ­µης και στις δύο χώρες κατά το «καυτό» πε­ρα­σµέ­νο κα­λο­καί­ρι.

Μόνο που δεν θα συ­ζη­τούν οι λαοί, αλλά η κυ­βέρ­νη­ση Μη­τσο­τά­κη και η κυ­βέρ­νη­ση Ερ­ντο­γάν, υπό το «κα­ρό­το ή µα­στί­γιο;» των Μέρ­κελ και Τραµπ. Κα­νείς δεν πρέ­πει να δεί­ξει εµπι­στο­σύ­νη σε αυτή τη δια­δι­κα­σία.

Εκτός από τους στρα­τό­καυ­λους εθνι­κι­στές, οι αστι­κές ηγε­σί­ες πε­ρι­λα­µβά­νουν και τους ξε­σκο­λι­σµέ­νους «κο­σµο­πο­λί­τες», που δί­νουν τη µάχη της κυ­ριαρ­χί­ας εξί­σου αδί­στα­κτα, στη­ρι­ζό­µε­νοι πιο «άµεσα» στην οι­κο­νο­µι­κή και δι­πλω­µα­τι­κή υπε­ρο­χή, αφή­νο­ντας το στρα­τό σε ρόλο «ύστα­της κα­τα­φυ­γής».

Όπως στην οι­κο­νο­µία, όπως σε όλα τα τα­ξι­κά ζη­τή­µα­τα, δεν πρέ­πει να υπάρ­ξει καµιά εµπι­στο­σύ­νη σε αυτό το τµήµα των αστι­κών ηγε­σιών. Ένας ελ­λη­νο­τουρ­κι­κός διά­λο­γος θα µπο­ρού­σε να είναι λύση, µόνο αν ορ­γα­νω­νό­ταν (κατ’ ελά­χι­στον!) από αυ­θε­ντι­κές κυ­βερ­νή­σεις της Αρι­στε­ράς και στις δύο χώρες, σε ρήξη µε το ιµπε­ρια­λι­στι­κό πλαί­σιο.

Στις ση­µε­ρι­νές συν­θή­κες, η υπε­ρά­σπι­ση της ει­ρή­νης, η απόρ­ρι­ψη των εξο­πλι­σµών, η απόρ­ρι­ψη της πα­ρα­νοϊ­κής εξο­ρυ­κτι­κής στρα­τη­γι­κής, πα­ρα­µέ­νουν ως πεδία της ανε­ξάρ­τη­της ερ­γα­τι­κής και λαϊ­κής δρά­σης από τα κάτω και στις δύο χώρες. Ο διά­λο­γος µε­τα­ξύ των κι­νη­µά­των και µε­τα­ξύ των δυ­νά­µε­ων της αυ­θε­ντι­κής ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς των δύο χωρών, θα είναι ένα ση­µα­ντι­κό θε­τι­κό βήµα. Βήµα σε ρήξη τόσο µε τους πο­λε­µο­κά­πη­λους όσο και µε τους «κο­σµο­πο­λί­τες» των αστι­κών ηγε­σιών, που σή­µε­ρα βά­ζουν το όπλο παρά πόδας για να αντα­γω­νι­στούν, εξί­σου σκλη­ρά κι άπλη­στα, στην αρένα της διε­θνούς δι­πλω­µα­τί­ας.

//rproject.gr/