Φακέλωμα κανονικό

Φακέλωμα κανονικό

  • |

«Να πανηγυρίζω πάνω στους νεκρούς μου, εγώ δεν το μπορώ». Είναι περίεργο το τι παιχνίδια παίζουν οι καιροί και η Ιστορία. Η πρόταση αυτή, που τώρα χρήζει ανάλυσης και πολύ, πάρα πολύ προσεκτικής διαχείρισης και επεξήγησης, τότε ακούστηκε τόσο καθάρια.

Νόρα Ράλλη

Οχι ότι άκουγα ποτέ αυτές της τις διηγήσεις σαν παραμύθι. Θες πώς μας μεγάλωσαν οι γονείς, θες οι κομμουνιστές δάσκαλοί μας που μας ξεστράβωσαν από νωρίς, θες κάτι που είχα μέσα μου, όπως και να ‘χει, συχνά-πυκνά ρωτούσα τη γιαγιά μου για την Κατοχή. Mικρό κοριτσάκι ήταν τότε και κάπως ταυτιζόμουν. Σε ιστορικό χωριό της Ηπείρου μεγαλωμένη, έζησε και τους Ιταλούς και τους Γερμανούς: «Κότα γκαλίνα, κότα γκαλίνα» μας έλεγε και γελούσε. «Ακόμα τα θυμάμαι τα ιταλικά! Ζητούσαν φαΐ οι έρμοι και παίζαν μαζί μας. Θες να σου μετρήσω ώς το δέκα στα ιταλικά; Τα θυμάμαι!» μας έλεγε. Το πρόσωπό της, ωστόσο, άλλαζε όταν έφτανε στους Γερμανούς. «Ο ήχος από την μπότα τους. Αυτός ο ήχος… Τον άκουγες από μακριά. “Πάτε παιδάκια μου στα χωράφια και μην ξεμυτήσετε από κει” μας έλεγε η μάνα μου, θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα της. Πολύ τους φοβόμασταν».

Αυτά μας έλεγε. Χωρίς έντονους συναισθηματισμούς, χωρίς κλάματα. Μόνο το σχολείο που δεν τελείωσε της είχε μείνει ως καημός. Εως την Τετάρτη Δημοτικού πήγε και τέλος. Κι ας ήξερε να διαβάζει, έως τα τώρα που τη χάσαμε, τη Βίβλο στην καθαρεύουσα και να μου τη «μεταφράζει» στα ηπειρώτικα! «Το κλείσαν το σχολειό μας» έλεγε και ξανάλεγε. «Και μετά; Γιατί δεν συνέχισες μετά γιαγιά;» ρωτούσα. Ποτέ δεν έλεγε. Η μάνα μου και κόρη της μού τά ‘πε. Επρεπε να δουλέψει η γιαγιά, μικρό παιδί τότε. Παρακάλαγε τους μαστόρους, που ξανάφτιαναν τα σπίτια μετά την απελευθέρωση, να τους πααίνει νερό, κουβαλώντας το στο κεφάλι. Εως ότου λιποθύμησε από κούραση και πείνα και δεν ξαναπήγε.

Τότε, νόμιζα πως με την απελευθέρωση, όλα έπρεπε να ‘χαν αλλάξει. «Γιατί δεν άλλαξαν;» τη ρωτούσα ξανά και ξανά. «Αφού νικήσαμε. Φύγαν οι Γερμανοί! Δεν ήσουν χαρούμενη μετά;». Με τα πολλά, μου το ‘πε: «Το Κομμένο δίπλα μας ήταν. Βλέπαμε τον καπνό και τρέμαμε. Πώς να χαρώ μετά;… Να πανηγυρίζω πάνω στους νεκρούς μου, εγώ δεν το μπορώ».

Εβδομήντα επτά χρόνια πέρασαν από εκείνη τη σφαγή. Εβδομήντα επτά χρόνια για να ξαναγυρίσω πίσω, δηλαδή στο τώρα, χωρίς τη γιαγιά πια, μα με τα λόγια της δεμένα στο κεφάλι μου. Εβδομήντα επτά χρόνια, με τόσους και τόσους αγώνες, από τόσους και τόσους πατριώτες αγωνιστές, ιδεολόγους και οραματιστές, τόσα και τόσα βασανιστήρια, εξορίες, κυνηγητό ανελέητο, ανελέητο όμως, έως τα τώρα -έως τα τώρα!- χωρίς σταματημό, από τους ίδιους -τους ίδιους!- που δεν θέλουν άλλη χαρά να βρούμε, παρά εκεί μας θέλουν: να χαιρόμαστε πάνω απ’ τους νεκρούς μας. Εκεί μας φτάσανε. Εκεί.

Ακουσα τη Μάγδα Φύσσα, που έπρεπε -έπρεπε!- να δικαιωθεί. Ακουσα τη μία και μόνη κουβέντα που βγήκε από τα χείλη του πατέρα του Λουκμάν: «Δικαίωση». Είδα τα μάτια του, που δεν άντεχα να τα βλέπω. Είδα τα χέρια της, που άντεξαν τόσα χρόνια -τόσα χρόνια!- για να φτάσει η μέρα να τα σηκώσει ανοιχτά ψηλά. Ακουσα το χειροκρότημα χιλιάδων -χιλιάδων!- σαν βγήκε η απόφαση. Θυμήθηκα με πόση βία -τόση βία- ρίχτηκαν πάνω στον Ζακ. Ξαναπέρασα από εκεί που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος. Είδα την Ελένη Τοπαλούδη πάλι ζωντανή, όμορφη μπροστά μου.

Ακουσα κι εκείνους. Δημοσιογράφους (πολύ συγκεκριμένους) από νωρίς να μιλούν για «το πλήθος που καμιά δουλειά δεν είχε έξω απ’ τα δικαστήρια». Τον πρωθυπουργό, που η σάρκα του -η σάρκα του, ναι!- δεν άντεξε και μίλησε όπως μίλησε. Τον Χρυσοχοΐδη, που είπε μόνο ψέματα. Τους αστυνομικούς που οργίασαν -οργίασαν!… Ακουσα και τους άλλους (καλλιτέχνες, τηλεπαρουσιαστές/στριες, γραφιάδες) που καθόλου δεν μίλησαν. Τώρα. Γιατί τότε, μια καλή κουβέντα για τους φασίστες την είπαν.

Φακέλωμα κανονικό. Αυτό θα κάνω. Κι ας μην είμαστε ίδιοι. Για να μην ξεχάσω μήτε τόνο.

.efsyn.gr