Οι γκρίνιες στον ΣΥΡΙΖΑ και το πραγματικό πρόβλημα του Τσίπρα

Οι γκρίνιες στον ΣΥΡΙΖΑ και το πραγματικό πρόβλημα του Τσίπρα

  • |

«Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά σήμερα είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα» ήταν η διάσημη ατάκα του Ντίνου Ηλιόπουλου στον κινηματογραφικό «Ατσίδα» του 1961, σε μια εντελώς αμήχανη συνάντηση μεταξύ συγγενών και μελλοντικών συγγενών. Μια ανάλογη ατμόσφαιρα επικρατεί αυτή την εποχή στον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς οι προσπάθειες δημοσκοπικής ανάκαμψης «τρακάρουν» σε πλήθος προβλημάτων, μεταξύ των οποίων και τα εσωκομματικά.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Τσακαλώτος και ο Κοντονής είναι οι δύο τελευταίες εστίες σύγκρουσης, οι οποίες, αν ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν σε ανοδική πορεία και διεκδικούσε με σοβαρές πιθανότητες την εξουσία, θα περνούσαν εντελώς απαρατήρητες, αφού η πολιτική τους σημασία θα ήταν σχεδόν μηδενική.

● Ποιος θα έδινε σημασία στην πικρία ενός υπουργού Οικονομικών που, ύστερα από την εφαρμογή ενός σκληρού μνημονίου, καλείται να κάνει στην άκρη για να σηματοδοτηθεί η εγκατάλειψη μιας φορολογικής πολιτικής που δημιούργησε βαθιά – και προς το παρόν ανεπούλωτα – τραύματα στη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τη μεσαία τάξη;

● Ποιος θα έδινε σημασία στην αποχώρηση ενός στελέχους το οποίο ένιωθε ήδη αποξενωμένο αφότου έχασε την υπουργική καρέκλα;

Μόνο που τώρα η ατμόσφαιρα στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι… ωραία. Η δημοσκοπική καθήλωση δεν αναιρείται από την προσπάθεια του κόμματος να ανακαλύψει «ποιοτικά» στοιχεία στις έρευνες της κοινής γνώμης που να καταδεικνύουν αμφισβήτηση της κυβέρνησης και απώλεια του πολιτικού πλεονεκτήματός της. Η δε πορεία προς το συνέδριο, το οποίο θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση, έχει ναρκοθετηθεί από τον κορωνοϊό.

Επιπλέον οι αλλαγές στην επικοινωνία, τη γραμματεία και τις θέσεις ευθύνης στους τομείς πολιτικής του κόμματος, αντί να σηματοδοτούν μια καμπάνια επανεκκίνησης, έχουν λάβει αμιγώς προεδρικό χρώμα και έχουν εκληφθεί ως προσπάθεια του Τσίπρα να αναδιαμορφώσει το εσωκομματικό τοπίο πριν από το συνέδριο.

Επί της ουσίας το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκεται στις υποτιθέμενες φιλοδοξίες του Τσακαλώτου και άλλων της εσωκομματικής αντιπολίτευσης για… ανατροπή του Τσίπρα. Τέτοιες φιλοδοξίες υπάρχουν μόνο στη φαντασία δημιουργών άσχετων και εν πολλοίς ανόητων «ρεπορτάζ» και πρωτοσέλιδων. Άλλωστε οι πραγματικές φιλοδοξίες των (ουκ ολίγων) αντιρρησιών αφορούν πολύ πιο πεζά πράγματα:

● Την ενίσχυση των τάσεών τους, οι οποίες πάντοτε θα αποτελούν ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στη διεκδίκηση θέσεων κομματικής και κυβερνητικής εξουσίας.

● Στη διατήρηση της εσωκομματικής ισχύος στον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αποφευχθεί η διάχυση ή ο διαμοιρασμός της με την Προοδευτική Συμμαχία – κυρίως τους προερχόμενους από του ΠΑΣΟΚ.

● Στην πλήρη κατίσχυση των απόψεών τους σε κομβικά θέματα, όπως το μεταναστευτικό και τα εθνικά.

Ωστόσο για τον Τσίπρα, θα ήταν αστείο να ειπωθεί ότι κάθε μια από τις εκφράσεις αντιρρήσεων και γκρίνιας ή τις τρικυμίες σε ένα ποτήρι νερό μπορεί να υπονομεύσουν τη θέση του. Όλες μαζί όμως συντηρούν την αμφισβήτηση για την ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ να ανακάμψει. Διαιωνίζουν την αίσθηση ότι το κόμμα είναι πιο κοντά στο να μετατραπεί σε «σκορποχώρι» παρά να διεκδικήσει σε ορατό χρόνο την εξουσία. Επιπλέον θέτουν σε κίνδυνο την είσοδο νέων μελών, τα οποία θα μπορούσαν να πιστοποιήσουν το περιλάλητο άνοιγμα στην κοινωνία.

Πέραν αυτών, ενόσω η κυβέρνηση και η Ν.Δ. θα αντέχουν πολιτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ:

1. Θα ανησυχεί για το ενδεχόμενο να αποκαλυφθούν τυχόν σκελετοί στις ντουλάπες της διακυβέρνησής του. Διότι, αν υπάρχουν, είναι αφέλεια να πιστεύει κάποιος ότι δεν θα αποκαλυφθούν. Το «σύστημα Μητσοτάκη» είναι πολύ βαθύ για να μην τους ξέρει και αρκετά σκληρό για να τους αγνοήσει.

2. Θα ανησυχεί για το αν θα βρεθεί μείγμα πολιτικής – υπό το βάρος των σαρωτικών συνεπειών της πανδημίας – το οποίο θα πείθει τα στρώματα που τον στήριξαν και πέρυσι ότι μπορεί να τους το ανταποδώσει. Αλλά και τα δυσαρεστημένα από τη φορολογική «δολοφονία» τους (και απολύτως κρίσιμα για την ανάκαμψή του) ότι δεν θα πάθουν ξανά τα ίδια.

Αυτό το δεύτερο είναι προφανώς το δυσκολότερο, αφού, τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί εκλογικό «παράθυρο», ο Μητσοτάκης θα χτυπάει συνεχώς την αχίλλειο πτέρνα της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και αν πρέπει προσωρινά να παραβλέψει πάγιες απόψεις του.

3. Θα ανησυχεί για τη δυνατότητά του να πείσει ότι μπορεί να είναι αξιόπιστος διαχειριστής των ελληνοτουρκικών, τα οποία στο εξής θα βρίσκονται μονίμως στην κορυφή του ενδιαφέροντος της κοινωνίας. Είναι ενδεικτική η χθεσινή παρέμβαση του (αρχιτέκτονα της Συμφωνίας των Πρεσπών και πρώην ΥΠΕΞ του ΣΥΡΙΖΑ) Νίκου Κοτζιά και η κατηγορία του για «στροφή ΣΥΡΙΖΑ στον νεοσημιτισμό» σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά.

Με απλά λόγια, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ υπολείπεται δημοσκοπικά και όσο η Ν.Δ. αντέχει παρά τη θύελλα προβλημάτων, τα διάσπαρτα «αντάρτικα» κομματικών στελεχών θα αποτελούν απλώς άλλο ένα βαρίδι – αλλά όχι το μοναδικό ούτε το πιο κρίσιμο – στη δύσκολη προσπάθειά του να ανακάμψει. Το σημαντικό θα είναι να πείσει ότι είναι πολιτικά έτοιμος να αναλάβει ξανά και ικανός να προσφέρει λύσεις σε μεγάλα προβλήματα.

Αν όμως η κυβέρνηση τα κάνει μούσκεμα, αν δεν αντέξει τα πολλά ταυτόχρονα βάρη των αλλεπάλληλων κρίσεων, αν υποστεί κρίσιμες ήττες σε κορυφαία μέτωπα – όπως η πανδημία, η διαχείριση των οικονομικών συνεπειών της ή τα ελληνοτουρκικά –, τότε ουδείς θα ασχολείται με το αν ο Τσακαλώτος θεωρεί ξεπερασμένο το αρχηγικό κόμμα ή γιατί ο Κοντονής ξαναθυμήθηκε τώρα τις διαφωνίες του για τον ποινικό κώδικα – για τις οποίες τότε δεν είχε παραιτηθεί – και αν θεωρεί σταλινικούς τους τέως συντρόφους του.

.topontiki.gr/