Ο κεϊνσιανισμός του κεφαλαίου κι οι ανταγωνισμοί του

Ο κεϊνσιανισμός του κεφαλαίου κι οι ανταγωνισμοί του

  • |

Η τωρινή κρίση του κεφαλαίου, όπου η αδυναμία απορρόφησης των προϊόντων δεν οφείλεται μόνον στην οικονομική καχεξία του καταναλωτικού κοινού, ενοχοποίησε ανένδοτα και την κακή διαχείριση από μέρους του ίδιου του κεφαλαίου, καθώς η κρίση έπληξε άναρχα και μη συστηματικά, όχι όλους τους τομείς, αλλά περισσότερο εκείνους της παροχής διαφόρων υπηρεσιών και τον μη αναπτυγμένο τεχνολογικά και τεχνικά τομέα.

Γιώργης-Βύρωνας Δάβος *

Ηδη με ορίζοντα το Ταμείο Ανασυγκρότησης και τον ιδιότυπο «κεϊνσιανισμό του κεφαλαίου», έχει ξεκινήσει ένας άτυπος ανταγωνισμός των επιχειρήσεων του τομέα του αναπτυγμένου και του μη αναπτυγμένου κεφαλαίου, όπως θα έλεγε κι ο Τζοβάνι Αρίγκι, για το διαγούμισμα των πόρων του. Ο μη αναπτυγμένος τομέας, υπό τον φόβο του υποσκελισμού του μετά τα πλήγματα που υπέστη από τις επιπτώσεις της πανδημίας, επιδιώκει την κρατική ενίσχυσή του, μέσα από επιδοτήσεις και στήριξη από δημόσια κονδύλια της εργασίας όσων απασχολούνται σε αυτόν.

Αλλωστε, με τις «κρατικές επενδύσεις» και «ενίσχυση του ρόλου του Δημοσίου» ουσιαστικά το Ταμείο επιδιώκει να προστατεύσει ακόμη περισσότερο την κερδοφορία του αναπτυγμένου τομέα του κεφαλαίου. Διότι πού αλλού θα διατεθούν τα χρήματα του Ταμείου, αν όχι στις ίδιες εταιρείες και ομίλους που θα υποκαταστήσουν το κράτος –πέρα από τις κατασκευές– στα δημόσια έργα και στις υπόλοιπες κρατικές παροχές υπηρεσιών (υγεία, εξυπηρέτηση πολιτών, ενέργεια, συγκοινωνίες). Αλλά και η έρευνα και η κατάρτιση των εργαζομένων, η ίδια η σχολική εκπαίδευση που θα προσανατολιστεί και θα ενσωματωθεί στην παραγωγική διαδικασία των μεγάλων επιχειρήσεων για την ανάπτυξη προϊόντων και την αναπαραγωγή.

Οι πολλοί πόροι δεν θα διατεθούν στις μικρές επιχειρήσεις για την προστασία τους. Ή στους άνεργους και τους (χαμηλόμισθους) εργαζόμενους. Το πρόγραμμα Sure, που η Ελλάδα δεν διεκδίκησε όσο άλλες χώρες του Νότου και αρκέστηκε σε «ψιχία» εν σχέσει με εκείνες, δεν είναι παρά μία «χρονικά πιστωμένη» βοήθεια προς τους εργαζόμενους που θα πληγούν από την αλλαγή του μοντέλου εργασίας και για την επανακατάρτιση στους νέους τρόπους εργασίας όχι με έξοδα της επιχείρησης, αλλά του κράτους. Συμφυώς, το νέο ταμείο ανεργίας ονομάζεται «κατάρτιση», «διά βίου μάθηση» κ.λπ. Με μια κρατική «ελεημοσύνη» παραμένουν πάντοτε ενημερωμένοι και προετοιμασμένοι, κυρίως δε πρόθυμοι για οποιαδήποτε μορφή και συνθήκες εργασίας, εκείνοι που αποτελούν τον «εφεδρικό στρατό» των ανέργων.

Το Ταμείο Ανασυγκρότησης και τα συμπαρομαρτούντα προγράμματα για τις χώρες του Νότου συνεπάγονται την υπαγωγή σε ένα μνημόνιο. Τούτες οι χώρες θα κληθούν, μέσω του ΕΜΣ, την υποχρέωση που συνοδεύει την εκταμίευση των πόρων για νέες «διαρθρωτικές αλλαγές» στα εργασιακά, μισθολογικά, απολύσεις, προσλήψεις στο Δημόσιο και με επενδύσεις που αποκλειστικά θα τοποθετούνται σε έργα που δίνουν πνοή και εξασφαλίζουν την κερδοφορία των μεγάλων επενδύσεων.

Δεν είναι τυχαίο πως στα προγράμματα του Ταμείου Ανασυγκρότησης δόθηκε μικρότερη έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος, στην πραγματική ψηφιακή έρευνα (πέραν εκείνης που συνδέεται άμεσα με την κατανάλωση και την ανάπτυξη των μεγάλων εταιρειών), αλλά και την υγεία (που δεν θα αφορά τα καθαυτό δημόσια συστήματα υγείας, αλλά τη σύμπραξη ιδιωτών και την εκχώρηση υπηρεσιών του Δημοσίου σε αυτούς).

Η κρίση επηρεάζει και την ποιότητα και την ένταση της εργασίας, επειδή (επανα)καθορίζει τις σχέσεις εργαζομένων –ως κατόχων της δύναμης εργασίας– και του κεφαλαίου στην πορεία της ανταλλαγής μεταξύ τους δύναμης εργασίας και μέσων κατανάλωσης, που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή τους, «εντός της αγοράς».

Η οργάνωση, συγκέντρωση, διανομή και εκτεχνισμός της εργασίας, όπως και τα μέσα της, εξασθενούν την αγορά και την προσφορά εργασίας, ενώ με την πραγματικότητα της τηλεργασίας μεταφέρουν την εργασία έξω από τον τόπο και το ωράριό της. Ενισχύουν την πλευρά του κεφαλαίου, ως εργασία-παραγωγή, καθώς ο εργοδότης επεκτείνει το μη αμειβόμενο ωράριο απασχόλησης, μειώνοντας τα λειτουργικά κόστη, τον χρόνο των διαλειμμάτων, εξασφαλίζοντας τεχνικά και τον έλεγχο παραμονής του εργαζόμενου στην οθόνη κ.λπ., αλλά και γλιτώνοντας τα πιθανά έξοδα κάλυψης εργατικού ατυχήματος (γιατί η εργασία εκτελείται από το σπίτι, όχι τα γραφεία κ.λπ.).

Κυρίως δε, η νέα σχέση καθιστά δυσχερή τη διασύνδεση και φυσική συνάφεια των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να εξασθενεί τη συνδικαλιστική τους συνεννόηση, οργάνωση, δράση κι αντίθεση μέσα σε ένα τέτοιο τεμαχισμένο και προσωποποιημένο περιβάλλον εργασίας, εξαφανίζοντας το μόνο όπλο για την ελάττωση της ψαλίδας των διαφορών ανάμεσα στο κεφάλαιο και τον εργαζόμενο.

* δημοσιογράφος, δρ Γλωσσολογίας/Φιλοσοφίας

w.efsyn.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.