Oι ανατροπές στο ασφαλιστικό «πυροβολούν» την ανάπτυξη, των Σ. Ρομπόλη – Β. Μπέτση

Oι ανατροπές στο ασφαλιστικό «πυροβολούν» την ανάπτυξη, των Σ. Ρομπόλη – Β. Μπέτση

  • |

Η επαναφορά του ΑΕΠ της χώρας στα προ κρίσης επίπεδα θα καθυστερήσει 10 χρόνια, εάν ολοκληρωθεί η μετάβαση στην κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη. Γράφουν οι Σ. Ρομπόλης και Β. Μπέτσης.
Το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα από συστημική άποψη αποτελεί ένα υποσύστημα του ευρύτερου οικονομικού συστήματος και ως αναδιανεμητικό σύστημα συνιστά θεσμό μεταφοράς εισοδήματος από τους νέους εργαζόμενους-ασφαλισμένους προς τους συνταξιούχους.

Παράλληλα, από άποψη οικονομικής ανάλυσης, οι συνταξιούχοι επιστρέφουν το συνταξιοδοτικό τους εισόδημα (αμφίδρομη σχέση) προς τους νέους εργαζόμενους, διαμέσου της καταναλωτικής δαπάνης, δεδομένης της μεγαλύτερης ροπής προς κατανάλωση παρά προς αποταμίευση που έχουν οι συνταξιούχοι, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική ανάπτυξη μίας χώρας.

Στον αντίποδα, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα υποστηρίζεται ότι ενισχύει την οικονομική ανάπτυξη διαμέσου της ροπής προς αποταμίευση των νέων εργαζομένων-ασφαλισμένων, οι αποταμιεύσεις των οποίων χρησιμοποιούνται ως επενδύσεις μέσω των κεφαλαιαγορών.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος ΗΛΙΟΣ (Σεπτέμβριος 2019), η μέση μηνιαία κύρια σύνταξη στην Ελλάδα είναι 726 ευρώ και η μέση μηνιαία επικουρική σύνταξη είναι 194 ευρώ (σύνολο 920 ευρώ). Δηλαδή, η επικουρική σύνταξη αποτελεί το 21% του μέσου μηνιαίου συνταξιοδοτικού εισοδήματος.

Παράλληλα, από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών του 2019 (Σεπτέμβριος 2020), λαμβάνοντας υπόψη την ηλικιακή κατανομή, συμπεραίνουμε ότι η μέση μηνιαία δαπάνη των 2,6 εκατομμυρίων συνταξιούχων είναι 970 ευρώ. Δηλαδή, διαπιστώνεται ότι οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα δεν αποταμιεύουν, αλλά αντίθετα καταναλώνουν περισσότερα του συνολικού μηνιαίου συνταξιοδοτικού τους εισοδήματος κατά 50 ευρώ τον μήνα κατά μέσο όρο από τις αποταμιεύσεις της εργασιακής τους περιόδου.

Έτσι, στην περίπτωση της κεφαλαιοποίησης της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας, αυτό το οποίο θα συμβεί κατά την περίοδο της μετάβασης από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα θα είναι η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης των συνταξιούχων και η αύξηση της αποταμίευσης των εργαζομένων. Οπότε η ελληνική οικονομία, όπως υποστηρίζεται, θα χάνει από τη μείωση της ροπής προς κατανάλωση των συνταξιούχων και θα κερδίζει από την αύξηση της αποταμίευσης των εργαζομένων.

Πιο συγκεκριμένα, από έρευνες που έχουν διεξαχθεί (Managing Investment Portfolios, CFA Institute 2007), το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών διαμορφώνεται κατά 60%-70% από την κατανάλωση. Ενώ, το υπόλοιπο τμήμα του ΑΕΠ διαμορφώνεται από τις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις.

Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει είναι: ποια θα είναι η επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας από την κυβερνητική πρόταση της κεφαλαιοποίησης της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης;

Από την άποψη αυτού του ερωτήματος, αξίζει να σημειωθεί ότι το ΑΕΠ της χώρας μας διαμορφώνεται κατά 65% από την καταναλωτική δαπάνη. Επομένως, στο ΑΕΠ (187 δισ. ευρώ) του 2019 στην Ελλάδα, τα 120 δισ. ευρώ προέρχονται από την καταναλωτική δαπάνη. Από αυτά, τα 70 δισ. ευρώ προέρχονται από την κατανάλωση των εργαζομένων και τα υπόλοιπα 50 δισ. ευρώ προέρχονται από την καταναλωτική δαπάνη των συνταξιούχων.

Δηλαδή, τα 50 δισ. ευρώ από τα 187 δισ. ευρώ του ΑΕΠ του 2019 προκλήθηκαν από την καταναλωτική δαπάνη των συνταξιούχων. Δηλαδή, τα 2,6 εκατομμύρια συνταξιούχων στην Ελλάδα λαμβάνουν ετησίως 26 δισ. ευρώ σε συντάξεις, από τα οποία τα 3,4 δισ. ευρώ επιστρέφονται στο κράτος με τη μορφή φόρων και εισφορών για υγειονομική περίθαλψη. Τα υπόλοιπα 22,6 δισ. ευρώ που καταναλώνονται, συνεισφέρουν το 2019 συνολικά 50 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας μας.

Αν υποθέσουμε ότι η ύφεση στη χώρα μας, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, θα είναι περίπου 9,5% όπως προβλέπει το ΔΝΤ (Οκτώβριος 2020), τότε το ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στα επίπεδα των 169 δισ. ευρώ. Δηλαδή, στη χώρα μας μετά την οικονομική κρίση-ύφεση των ασκούμενων μνημονιακών πολιτικών στην οποία απώλεσε το 27% του ΑΕΠ της (από 240 δισ. το 2008 σε 176 δισ. το 2016), το βασικό ερώτημα είναι: σε πόσο χρονικό διάστημα θα επανακτήσει αυτό το χαμένο έδαφος και πότε θα φτάσει στα επίπεδα προ της οικονομικής κρίσης-ύφεσης, δεδομένου της αύξησης κατά 6% την τριετία 2017-2019 και της κρίσης του κορωνοϊού που εκτιμάται ότι θα προκαλέσει μία ύφεση της τάξης του 9,5%-10%.

Στις συνθήκες αυτές, εάν υλοποιηθεί η μετάβαση στην κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη και θεωρώντας ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός (2021-2060) αύξησης του ΑΕΠ θα είναι 1,5% (εκτίμηση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 1%- Ageing Report 2018), τότε η επιστροφή του ΑΕΠ στο επίπεδο προ της οικονομικής κρίσης-ύφεσης θα συντελεστεί σε 10 έτη αργότερα (έτος 2044) από ό,τι (έτος 2034) εάν το σύστημα της επικουρικής ασφάλισης παρέμενε στη σημερινή διανεμητική του λειτουργία.

Κι αυτό εξαιτίας της μείωσης της καταναλωτικής δαπάνης των συνταξιούχων των οποίων η επικουρική ασφάλιση αποτελεί το 21% του συνολικού συνταξιοδοτικού εισοδήματος. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης δεν αποτελεί, μεταξύ των άλλων, μία επιλογή για τις νέες γενιές και για την ανάπτυξη στη χώρα μας, δεδομένου ότι η επιστροφή του ΑΕΠ στο επίπεδο του 2008 εκτιμάται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, ότι θα πραγματοποιηθεί το έτος 2044 αντί του έτους 2034.

* Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομότ. Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης είναι Υποψ. Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου.

.kommon.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.